National and Kapodistrian University of Athens
Το μικροβίωμα του παχέος εντέρου στην καρκινογέννεση. Κλινική αξία στην πρόγνωση και θεραπεία της νόσου
Abstract
dc:descriptionΟ καρκίνος του παχέος εντέρου (CRC) αποτελεί μία από τις συχνότερες και πιο θανατηφόρες μορφές καρκίνου παγκοσμίως, με αυξανόμενη επίπτωση ιδιαίτερα σε άτομα κάτω των 50 ετών. Η ανάπτυξή του είναι πολυπαραγοντική και επηρεάζεται από γενετικούς, περιβαλλοντικούς και τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως η ηλικία, η διατροφή, η παχυσαρκία, το κάπνισμα και οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου. Σε μοριακό επίπεδο, η καρκινογένεση του CRC εξελίσσεται μέσω τριών κύριων μονοπατιών: της χρωμοσωμικής αστάθειας (CIN), της μικροδορυφορικής αστάθειας (MSI) και του φαινοτύπου μεθυλίωσης CpG νησίδων (CIMP). Αυτές οι οδοί οδηγούν σε συσσώρευση γενετικών και επιγενετικών αλλοιώσεων που προάγουν τη μετατροπή φυσιολογικού επιθηλίου σε καρκινικό. Το εντερικό μικροβίωμα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στη φυσιολογία όσο και στην παθογένεση του CRC. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, συμβάλλει στην ομοιόσταση μέσω της παραγωγής μεταβολιτών όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (SCFAs), της ενίσχυσης του εντερικού φραγμού και της ρύθμισης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, η δυσβίωση μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή αυτών των λειτουργιών, αυξάνοντας τη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες και τη βλάβη του DNA. Συγκεκριμένα βακτήρια, όπως το Enterotoxigenic Bacteroides fragilis, το Escherichia coli (pks+), το Enterococcus faecalis και το Fusobacterium nucleatum, εμπλέκονται ενεργά στην καρκινογένεση μέσω μηχανισμών όπως η παραγωγή γενοτοξινών, η ενεργοποίηση φλεγμονωδών μονοπατιών (NF-κB, STAT3), η διαταραχή του εντερικού φραγμού και η ανοσοδιαφυγή. Τα θεωρητικά μοντέλα «Άλφα-μικροβίου» και «Οδηγού–Επιβάτη» επιχειρούν να εξηγήσουν τη δυναμική συμμετοχή των μικροβίων στην έναρξη και εξέλιξη της νόσου. Η διατροφή αποτελεί σημαντικό ρυθμιστή του μικροβιώματος και της καρκινογένεσης. Δίαιτες πλούσιες σε κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας συνδέονται με παραγωγή καρκινογόνων μεταβολιτών, ενώ οι φυτικές ίνες ευνοούν την παραγωγή προστατευτικών SCFAs, όπως το βουτυρικό οξύ. Επιπλέον, τα πολυμικροβιακά βιοφίλμ ενδέχεται να συμβάλλουν στην καρκινογένεση μέσω διαταραχής του επιθηλιακού φραγμού και ενίσχυσης της φλεγμονής. Σε κλινικό επίπεδο, το μικροβίωμα αναδεικνύεται ως πολλά υποσχόμενη πηγή βιοδεικτών για τη διάγνωση και πρόγνωση του CRC, ενώ η τροποποίησή του μέσω διατροφής, προβιοτικών, πρεβιοτικών ή μεταμόσχευσης κοπράνων (FMT) αποτελεί πιθανή θεραπευτική στρατηγική. Παράλληλα, επηρεάζει την ανταπόκριση και την τοξικότητα της χημειοθεραπείας και της ανοσοθεραπείας. Συνολικά, το εντερικό μικροβίωμα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη βιολογία του CRC, συνδέοντας το περιβάλλον, το ανοσοποιητικό σύστημα και τη μοριακή καρκινογένεση. Η κατανόηση των πολύπλοκων αυτών αλληλεπιδράσεων μπορεί να οδηγήσει σε νέες εξατομικευμένες προσεγγίσεις πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας.
Author and committee
dc:creator, dc:contributor.*- Authors dc:creator
-
- Στραβοδήμος Γεώργιος
- Stravodimos Georgios
Subjects
dc:subject × 2Rights
- Language dc:language
- Ελληνικά, Greek
Identifiers
dc:identifier.*- Identifier
- uoadl:5402405
- OAI identifier oai:identifier
- oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402405