Abstract
dc:descriptionΕισαγωγή: Ως φαρμακευτική ωτοτοξικότητα, μπορεί να οριστεί κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια, στη δομή ή τη λειτουργία του ωτός, από τη χρήση φαρμακευτικών παραγόντων. Στόχο της παρούσας εργασίας, αποτέλεσε η διερεύνηση της πιθανότητας πρόκλησης ωτοτοξικότητας, της πιθανότητας πρόκλησης κλινικά σημαντικής βαρηκοΐας, καθώς και η εξέλιξη της με την πάροδο του χρόνου, ύστερα από τη χρήση των φαρμάκων cis πλατίνη, γενταμυκίνη, ερυθρομυκίνη, φουροσεμίδη και βανκομυκίνη. Μεθοδολογία: Για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού, αναζητήθηκαν πρωτογενή άρθρα από τη βάση δεδομένων Pubmed, που μελετούν την ωτοτοξικότητα που μπορεί να προκληθεί, μετά τη χρήση των εν λόγω φαρμάκων. Βασικό κριτήριο ένταξης των πρωτογενών άρθρων στην παρούσα έρευνα, αποτέλεσε η ύπαρξη τουλάχιστον δύο ακοολογικών μετρήσεων, κατά τη διάρκεια ή μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Άλλα κριτήρια ένταξης, αποτέλεσε η αγγλική γλώσσα συγγραφής και η προσπάθεια εύρεσης των πιο σύγχρονων μελετών. Αποτελέσματα: Η ανάλυση των πρωτογενών άρθρων, απέδειξε την ωτοτοξική δράση των παραπάνω φαρμάκων, δίνοντας τις ανάλογες πληροφορίες, για τον τύπο της βαρηκοΐας που αυτά προκαλούν, τη βαρύτητά της, αλλά και την χρονική εξέλιξή της, με την πάροδο του χρόνου. Πιο συγκεκριμένα, σε κάθε μελέτη καταγράφηκε, ο μέσος όρος μεταβολής των ακουστικών κατωφλίων στις συχνότητες που επηρεάζονται από τη λήψη του φαρμάκου, ο συνδυασμός την ακουστικής επιδείνωσης με εμβοές και ο μέσος όρος των ακοογραμμάτων, όπου ήταν διαθέσιμος, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, η περιγραφή της βαρύτητας της βαρηκοΐας, έγινε ποιοτικά και όχι ποσοτικά. Τέλος, από την ανάλυση των άρθρων, εξήχθησαν αποτελέσματα σχετικά με την αναστρεψιμότητα ή μη της ακουστικής βλάβης, ενώ συγκρίθηκαν με τον αριθμό και τον χρονισμό των μετρήσεων, κάθε έρευνας. Συζήτηση: Από την ανάλυση των άρθρων, αναδείχθηκαν σημαντικοί περιοριστικοί παράγοντες, όπως η ετερογένεια του σχεδιασμού των μελετών, η διαφοροποίηση των ακοολογικών πρωτοκόλλων, ο περιορισμένος αριθμός συμμετεχόντων, σε ορισμένες έρευνες, και η παλαιότητα μέρους της βιβλιογραφίας, ιδιαίτερα για τη γενταμυκίνη και την ερυθρομυκίνη. Όσον αφορά τη φουροσεμίδη, εντοπίστηκε κενό στη βιβλιογραφία, καθώς δεν τέθηκε εφικτή, η ανεύρεση σύγχρονων άρθρων, που να μελετούν την ωτοτοξικότητα της και να παρέχουν ακοολογικά δεδομένα, σε ενήλικο πληθυσμό. Πλεονεκτήματα της μελέτης αποτέλεσαν, η συστηματική συγκέντρωση και η συγκριτική ανάλυση των δεδομένων, η χρήση τυποποιημένου πίνακα αποτελεσμάτων και η έμφαση στην κλινική σημασία και τη χρονική εξέλιξη της ωτοτοξικότητας. Συμπεράσματα: Η πιθανότητα πρόκλησης ωτοτοξικότητας, διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά μεταξύ των υπό μελέτη φαρμάκων. Η cis πλατίνη, εμφάνισε υψηλή πιθανότητα ωτοτοξικότητας και κλινικά σημαντικής βαρηκοΐας, η οποία συσχετίστηκε κυρίως, με τις υψηλές συχνότητες και χαρακτηρίστηκε κατά κανόνα, ως μόνιμη. Αντιθέτως, η ερυθρομυκίνη και η γενταμυκίνη, σχετίστηκαν με χαμηλότερη, έως μέτρια πιθανότητα ωτοτοξικότητας, με τις περισσότερες ακοολογικές μεταβολές να είναι ήπιες και παροδικές, παρόλο που δεν αποκλείστηκε η πιθανότητα μόνιμης βλάβης, σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Για τη βανκομυκίνη, τα διαθέσιμα δεδομένα υπέδειξαν χαμηλή πιθανότητα κλινικά σημαντικής βαρηκοΐας, ωστόσο η έλλειψη μακροχρόνιας παρακολούθησης και πλήθους μελετών, περιόρισε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της ακοολογικής παρακολούθησης και την ανάγκη για σύγχρονες, προοπτικές μελέτες με τυποποιημένα πρωτόκολλα.
Author and committee
dc:creator, dc:contributor.*- Authors dc:creator
-
- Σαντορινιός Άρης-Αγοραστός
- Santorinios Aris-Agorastos
Subjects
dc:subject × 2Rights
- Language dc:language
- Ελληνικά, Greek
Identifiers
dc:identifier.*- Identifier
- uoadl:5361826
- OAI identifier oai:identifier
- oai:lib.uoa.gr:uoadl:5361826