{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5426113"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5426113","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Ταυτόχρονος προσδιορισμός αζολών στο αίμα ασθενών με μυκητιασικές λοιμώξεις","abstract":"Οι διηθητικές και συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις αναδεικνύονται σε σοβαρές και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις της σύγχρονης εποχής. Η κατακόρυφη αύξηση των ποσοστών τους αποδίδεται πρωτίστως στη χρόνια ανοσοκαταστολή που εντοπίζεται σε ευάλωτες ομάδες ασθενών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων ομάδων είναι οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς, οι νοσούντες με HIV, καθώς και όσοι λαμβάνουν μακροχρόνια ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, όπως τα κορτικοστεροειδή. Ο ευκαιριακός χαρακτήρας αυτών των λοιμώξεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κίνδυνος πολλαπλασιάζεται για άτομα που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία ή λαμβάνουν αντιμικροβιακή αγωγή ή νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), μια κατάσταση που επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την πανδημία COVID-19, η οποία αύξησε την ευαισθησία των βαριά νοσούντων σε σοβαρές δευτερογενείς μυκητιάσεις. Οι αντιμυκητιασικές αζόλες αποτελούν θεμέλιο της σύγχρονης θεραπευτικής αντιμετώπισης των μυκητιάσεων και ειδικότερα οι τριαζόλες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την προφύλαξη και θεραπεία των δερματικών και συστηματικών μυκητιάσεων. Ένα φαινόμενο που παρατηρείται συχνά κατά τη θεραπεία των ασθενών είναι η αλλαγή αντιμυκητιασικής αγωγής από μία αζόλη σε άλλη. Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται η ανάγκη εφαρμογής μιας μεθόδου για τον αξιόπιστο και ευαίσθητο προσδιορισμό των αζολών σε βιολογικά δείγματα ασθενών. Έτσι, θα είναι δυνατή η ανίχνευση υπολειμματικών συγκεντρώσεων του προηγούμενου αντιμυκητιασικού κατά την έναρξη της νέας θεραπείας και κατ’ επέκταση η ορθή ερμηνεία των αποτελεσμάτων του Therapeutic Drug Monitoring (TDM) και η αξιολόγηση της πραγματικής έκθεσης των ασθενών κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ δύο θεραπευτικών σχημάτων. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάπτυξη και επικύρωση αναλυτικής μεθόδου με τη χρήση της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) για τον ταυτόχρονο προσδιορισμό τριών αζολών, της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης σε δείγματα πλάσματος ασθενών με μυκητιασική λοίμωξη. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόστηκε Πειραματικός Σχεδιασμός (DoE) προκειμένου να αναδειχθούν οι βέλτιστες συνθήκες της μεθόδου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των βασικών αναλυτικών παραμέτρων της, με στόχο τη διερεύνηση της καταλληλότητάς της για την εφαρμογή της στην κλινική πράξη. Η μέθοδος που αναπτύχθηκε παρουσιάζει υψηλή γραμμικότητα, με τιμές συντελεστή συσχέτισης (R²) κοντά στη μονάδα, καθώς και ικανοποιητικά όρια ανίχνευσης και ποσοτικοποίησης. Επιπλέον, η μέθοδος εμφάνισε ικανοποιητική επαναληψιμότητα και δυνατότητα εφαρμογής σε πραγματικά βιολογικά δείγματα. Η αναλυτική μέθοδος δοκιμάστηκε σε δείγματα πλάσματος έξι ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με τριαζόλη. Στις αναλύσεις ανιχνεύθηκαν μετρήσιμες συγκεντρώσεις των φαρμάκων και στα έξι δείγματα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής της σε κλινικά δείγματα ασθενών. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η χρησιμοποιούμενη HPLC μέθοδος μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τον προσδιορισμό της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης στο πλάσμα αίματος των ασθενών. Τα αποτελέσματα αναδείχθηκαν ενθαρρυντικά ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της στην κλινική πράξη και παρατίθενται αναλυτικά στην αντίστοιχη ενότητα της εν λόγω Διπλωματικής Εργασίας.","abstract_html":"Οι διηθητικές και συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις αναδεικνύονται σε σοβαρές και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις της σύγχρονης εποχής. Η κατακόρυφη αύξηση των ποσοστών τους αποδίδεται πρωτίστως στη χρόνια ανοσοκαταστολή που εντοπίζεται σε ευάλωτες ομάδες ασθενών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων ομάδων είναι οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς, οι νοσούντες με HIV, καθώς και όσοι λαμβάνουν μακροχρόνια ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, όπως τα κορτικοστεροειδή. Ο ευκαιριακός χαρακτήρας αυτών των λοιμώξεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κίνδυνος πολλαπλασιάζεται για άτομα που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία ή λαμβάνουν αντιμικροβιακή αγωγή ή νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), μια κατάσταση που επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την πανδημία COVID-19, η οποία αύξησε την ευαισθησία των βαριά νοσούντων σε σοβαρές δευτερογενείς μυκητιάσεις. Οι αντιμυκητιασικές αζόλες αποτελούν θεμέλιο της σύγχρονης θεραπευτικής αντιμετώπισης των μυκητιάσεων και ειδικότερα οι τριαζόλες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την προφύλαξη και θεραπεία των δερματικών και συστηματικών μυκητιάσεων. Ένα φαινόμενο που παρατηρείται συχνά κατά τη θεραπεία των ασθενών είναι η αλλαγή αντιμυκητιασικής αγωγής από μία αζόλη σε άλλη. Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται η ανάγκη εφαρμογής μιας μεθόδου για τον αξιόπιστο και ευαίσθητο προσδιορισμό των αζολών σε βιολογικά δείγματα ασθενών. Έτσι, θα είναι δυνατή η ανίχνευση υπολειμματικών συγκεντρώσεων του προηγούμενου αντιμυκητιασικού κατά την έναρξη της νέας θεραπείας και κατ’ επέκταση η ορθή ερμηνεία των αποτελεσμάτων του Therapeutic Drug Monitoring (TDM) και η αξιολόγηση της πραγματικής έκθεσης των ασθενών κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ δύο θεραπευτικών σχημάτων. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάπτυξη και επικύρωση αναλυτικής μεθόδου με τη χρήση της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) για τον ταυτόχρονο προσδιορισμό τριών αζολών, της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης σε δείγματα πλάσματος ασθενών με μυκητιασική λοίμωξη. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόστηκε Πειραματικός Σχεδιασμός (DoE) προκειμένου να αναδειχθούν οι βέλτιστες συνθήκες της μεθόδου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των βασικών αναλυτικών παραμέτρων της, με στόχο τη διερεύνηση της καταλληλότητάς της για την εφαρμογή της στην κλινική πράξη. Η μέθοδος που αναπτύχθηκε παρουσιάζει υψηλή γραμμικότητα, με τιμές συντελεστή συσχέτισης (R²) κοντά στη μονάδα, καθώς και ικανοποιητικά όρια ανίχνευσης και ποσοτικοποίησης. Επιπλέον, η μέθοδος εμφάνισε ικανοποιητική επαναληψιμότητα και δυνατότητα εφαρμογής σε πραγματικά βιολογικά δείγματα. Η αναλυτική μέθοδος δοκιμάστηκε σε δείγματα πλάσματος έξι ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με τριαζόλη. Στις αναλύσεις ανιχνεύθηκαν μετρήσιμες συγκεντρώσεις των φαρμάκων και στα έξι δείγματα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής της σε κλινικά δείγματα ασθενών. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η χρησιμοποιούμενη HPLC μέθοδος μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τον προσδιορισμό της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης στο πλάσμα αίματος των ασθενών. Τα αποτελέσματα αναδείχθηκαν ενθαρρυντικά ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της στην κλινική πράξη και παρατίθενται αναλυτικά στην αντίστοιχη ενότητα της εν λόγω Διπλωματικής Εργασίας.","abstract_has_math":false,"creators":["ΑΥΓΕΡΗ ΗΛΙΑΝΑ","AVGERI ILIANA"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-08-21T16:41:59Z","subjects":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"languages":["Ελληνικά","Greek","English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5426113"],"render_values":[{"text":"uoadl:5426113","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5426113","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"source_record":{"url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh?verb=GetRecord&metadataPrefix=oai_dc&identifier=oai%3Alib.uoa.gr%3Auoadl%3A5426113","prefix":"oai_dc"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΑΥΓΕΡΗ ΗΛΙΑΝΑ","AVGERI ILIANA"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Θετικές Επιστήμες","Science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek","English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5426113","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5426113"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Οι διηθητικές και συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις αναδεικνύονται σε σοβαρές και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις της σύγχρονης εποχής. Η κατακόρυφη αύξηση των ποσοστών τους αποδίδεται πρωτίστως στη χρόνια ανοσοκαταστολή που εντοπίζεται σε ευάλωτες ομάδες ασθενών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων ομάδων είναι οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς, οι νοσούντες με HIV, καθώς και όσοι λαμβάνουν μακροχρόνια ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, όπως τα κορτικοστεροειδή. Ο ευκαιριακός χαρακτήρας αυτών των λοιμώξεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κίνδυνος πολλαπλασιάζεται για άτομα που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία ή λαμβάνουν αντιμικροβιακή αγωγή ή νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), μια κατάσταση που επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την πανδημία COVID-19, η οποία αύξησε την ευαισθησία των βαριά νοσούντων σε σοβαρές δευτερογενείς μυκητιάσεις. Οι αντιμυκητιασικές αζόλες αποτελούν θεμέλιο της σύγχρονης θεραπευτικής αντιμετώπισης των μυκητιάσεων και ειδικότερα οι τριαζόλες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την προφύλαξη και θεραπεία των δερματικών και συστηματικών μυκητιάσεων. Ένα φαινόμενο που παρατηρείται συχνά κατά τη θεραπεία των ασθενών είναι η αλλαγή αντιμυκητιασικής αγωγής από μία αζόλη σε άλλη. Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται η ανάγκη εφαρμογής μιας μεθόδου για τον αξιόπιστο και ευαίσθητο προσδιορισμό των αζολών σε βιολογικά δείγματα ασθενών. Έτσι, θα είναι δυνατή η ανίχνευση υπολειμματικών συγκεντρώσεων του προηγούμενου αντιμυκητιασικού κατά την έναρξη της νέας θεραπείας και κατ’ επέκταση η ορθή ερμηνεία των αποτελεσμάτων του Therapeutic Drug Monitoring (TDM) και η αξιολόγηση της πραγματικής έκθεσης των ασθενών κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ δύο θεραπευτικών σχημάτων. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάπτυξη και επικύρωση αναλυτικής μεθόδου με τη χρήση της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) για τον ταυτόχρονο προσδιορισμό τριών αζολών, της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης σε δείγματα πλάσματος ασθενών με μυκητιασική λοίμωξη. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόστηκε Πειραματικός Σχεδιασμός (DoE) προκειμένου να αναδειχθούν οι βέλτιστες συνθήκες της μεθόδου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των βασικών αναλυτικών παραμέτρων της, με στόχο τη διερεύνηση της καταλληλότητάς της για την εφαρμογή της στην κλινική πράξη. Η μέθοδος που αναπτύχθηκε παρουσιάζει υψηλή γραμμικότητα, με τιμές συντελεστή συσχέτισης (R²) κοντά στη μονάδα, καθώς και ικανοποιητικά όρια ανίχνευσης και ποσοτικοποίησης. Επιπλέον, η μέθοδος εμφάνισε ικανοποιητική επαναληψιμότητα και δυνατότητα εφαρμογής σε πραγματικά βιολογικά δείγματα. Η αναλυτική μέθοδος δοκιμάστηκε σε δείγματα πλάσματος έξι ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με τριαζόλη. Στις αναλύσεις ανιχνεύθηκαν μετρήσιμες συγκεντρώσεις των φαρμάκων και στα έξι δείγματα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής της σε κλινικά δείγματα ασθενών. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η χρησιμοποιούμενη HPLC μέθοδος μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τον προσδιορισμό της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης στο πλάσμα αίματος των ασθενών. Τα αποτελέσματα αναδείχθηκαν ενθαρρυντικά ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της στην κλινική πράξη και παρατίθενται αναλυτικά στην αντίστοιχη ενότητα της εν λόγω Διπλωματικής Εργασίας.","Invasive and systemic fungal infections have emerged as serious and potentially life-threatening conditions in the modern era. The sharp increase in their incidence is primarily attributed to chronic immunosuppression observed in vulnerable patient groups. Typical examples of such groups include organ transplant recipients, people living with HIV, and those receiving long-term immunosuppressive medications, such as corticosteroids. The opportunistic nature of these infections is confirmed by the fact that the risk is multiplied for individuals undergoing chemotherapy, receiving antimicrobial therapy, or being treated in intensive care units (ICUs), a situation that worsened significantly during the COVID-19 pandemic, which greatly increased the susceptibility of critically ill patients to severe secondary fungal infections. Azole antifungals are a cornerstone of modern therapeutic management of fungal infections, particularly triazoles, which are used for the prevention and treatment of cutaneous and systemic fungal infections. A phenomenon frequently observed during patient treatment is the switch from one azole antifungal to another. Consequently, there is a need for a method to reliably and sensitively detect azoles in biological samples from patients. This will enable the detection of residual concentrations of the previous antifungal agent at the start of the new treatment and, consequently, the proper interpretation of Therapeutic Drug Monitoring (TDM) and the assessment of patients’ actual exposure during the transition period between two treatment regimens. The purpose of this study was to develop and validate an analytical method using high-performance liquid chromatography (HPLC) for the simultaneous determination of three azoles, voriconazole, posaconazole, and isavuconazole, in plasma samples from patients with fungal infections. In this context, a Design of Experiments (DoE) was applied to identify the optimal conditions for the method. At the same time, an evaluation of its key analytical parameters was conducted to assess its suitability for use in clinical practice. The method developed exhibits high linearity, with correlation coefficients (R²) close to one, as well as satisfactory limits of detection and quantification. Furthermore, the method demonstrated satisfactory repeatability and applicability to real biological samples. The analytical method was tested on plasma samples from six patients receiving triazole therapy. Measurable concentrations of the drugs were detected in all six samples, confirming the method’s applicability to clinical patient samples. In conclusion, this study suggests that the HPLC method described here can serve as a useful tool for determining the levels of voriconazole, posaconazole, and isavuconazole in patients’ blood plasma. The results were encouraging regarding its potential for application in clinical practice and are presented in detail in the corresponding section of this thesis."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Ταυτόχρονος προσδιορισμός αζολών στο αίμα ασθενών με μυκητιασικές λοιμώξεις"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΑΥΓΕΡΗ ΗΛΙΑΝΑ","AVGERI ILIANA"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Οι διηθητικές και συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις αναδεικνύονται σε σοβαρές και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις της σύγχρονης εποχής. Η κατακόρυφη αύξηση των ποσοστών τους αποδίδεται πρωτίστως στη χρόνια ανοσοκαταστολή που εντοπίζεται σε ευάλωτες ομάδες ασθενών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων ομάδων είναι οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς, οι νοσούντες με HIV, καθώς και όσοι λαμβάνουν μακροχρόνια ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, όπως τα κορτικοστεροειδή. Ο ευκαιριακός χαρακτήρας αυτών των λοιμώξεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κίνδυνος πολλαπλασιάζεται για άτομα που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία ή λαμβάνουν αντιμικροβιακή αγωγή ή νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), μια κατάσταση που επιδεινώθηκε σημαντικά κατά την πανδημία COVID-19, η οποία αύξησε την ευαισθησία των βαριά νοσούντων σε σοβαρές δευτερογενείς μυκητιάσεις. Οι αντιμυκητιασικές αζόλες αποτελούν θεμέλιο της σύγχρονης θεραπευτικής αντιμετώπισης των μυκητιάσεων και ειδικότερα οι τριαζόλες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την προφύλαξη και θεραπεία των δερματικών και συστηματικών μυκητιάσεων. Ένα φαινόμενο που παρατηρείται συχνά κατά τη θεραπεία των ασθενών είναι η αλλαγή αντιμυκητιασικής αγωγής από μία αζόλη σε άλλη. Εύλογα, λοιπόν, δημιουργείται η ανάγκη εφαρμογής μιας μεθόδου για τον αξιόπιστο και ευαίσθητο προσδιορισμό των αζολών σε βιολογικά δείγματα ασθενών. Έτσι, θα είναι δυνατή η ανίχνευση υπολειμματικών συγκεντρώσεων του προηγούμενου αντιμυκητιασικού κατά την έναρξη της νέας θεραπείας και κατ’ επέκταση η ορθή ερμηνεία των αποτελεσμάτων του Therapeutic Drug Monitoring (TDM) και η αξιολόγηση της πραγματικής έκθεσης των ασθενών κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ δύο θεραπευτικών σχημάτων. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάπτυξη και επικύρωση αναλυτικής μεθόδου με τη χρήση της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) για τον ταυτόχρονο προσδιορισμό τριών αζολών, της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης σε δείγματα πλάσματος ασθενών με μυκητιασική λοίμωξη. Στο πλαίσιο αυτό, εφαρμόστηκε Πειραματικός Σχεδιασμός (DoE) προκειμένου να αναδειχθούν οι βέλτιστες συνθήκες της μεθόδου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των βασικών αναλυτικών παραμέτρων της, με στόχο τη διερεύνηση της καταλληλότητάς της για την εφαρμογή της στην κλινική πράξη. Η μέθοδος που αναπτύχθηκε παρουσιάζει υψηλή γραμμικότητα, με τιμές συντελεστή συσχέτισης (R²) κοντά στη μονάδα, καθώς και ικανοποιητικά όρια ανίχνευσης και ποσοτικοποίησης. Επιπλέον, η μέθοδος εμφάνισε ικανοποιητική επαναληψιμότητα και δυνατότητα εφαρμογής σε πραγματικά βιολογικά δείγματα. Η αναλυτική μέθοδος δοκιμάστηκε σε δείγματα πλάσματος έξι ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με τριαζόλη. Στις αναλύσεις ανιχνεύθηκαν μετρήσιμες συγκεντρώσεις των φαρμάκων και στα έξι δείγματα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής της σε κλινικά δείγματα ασθενών. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η χρησιμοποιούμενη HPLC μέθοδος μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τον προσδιορισμό της βορικοναζόλης, της ποσακοναζόλης και της ισαβουκοναζόλης στο πλάσμα αίματος των ασθενών. Τα αποτελέσματα αναδείχθηκαν ενθαρρυντικά ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της στην κλινική πράξη και παρατίθενται αναλυτικά στην αντίστοιχη ενότητα της εν λόγω Διπλωματικής Εργασίας.","Invasive and systemic fungal infections have emerged as serious and potentially life-threatening conditions in the modern era. The sharp increase in their incidence is primarily attributed to chronic immunosuppression observed in vulnerable patient groups. Typical examples of such groups include organ transplant recipients, people living with HIV, and those receiving long-term immunosuppressive medications, such as corticosteroids. The opportunistic nature of these infections is confirmed by the fact that the risk is multiplied for individuals undergoing chemotherapy, receiving antimicrobial therapy, or being treated in intensive care units (ICUs), a situation that worsened significantly during the COVID-19 pandemic, which greatly increased the susceptibility of critically ill patients to severe secondary fungal infections. Azole antifungals are a cornerstone of modern therapeutic management of fungal infections, particularly triazoles, which are used for the prevention and treatment of cutaneous and systemic fungal infections. A phenomenon frequently observed during patient treatment is the switch from one azole antifungal to another. Consequently, there is a need for a method to reliably and sensitively detect azoles in biological samples from patients. This will enable the detection of residual concentrations of the previous antifungal agent at the start of the new treatment and, consequently, the proper interpretation of Therapeutic Drug Monitoring (TDM) and the assessment of patients’ actual exposure during the transition period between two treatment regimens. The purpose of this study was to develop and validate an analytical method using high-performance liquid chromatography (HPLC) for the simultaneous determination of three azoles, voriconazole, posaconazole, and isavuconazole, in plasma samples from patients with fungal infections. In this context, a Design of Experiments (DoE) was applied to identify the optimal conditions for the method. At the same time, an evaluation of its key analytical parameters was conducted to assess its suitability for use in clinical practice. The method developed exhibits high linearity, with correlation coefficients (R²) close to one, as well as satisfactory limits of detection and quantification. Furthermore, the method demonstrated satisfactory repeatability and applicability to real biological samples. The analytical method was tested on plasma samples from six patients receiving triazole therapy. Measurable concentrations of the drugs were detected in all six samples, confirming the method’s applicability to clinical patient samples. In conclusion, this study suggests that the HPLC method described here can serve as a useful tool for determining the levels of voriconazole, posaconazole, and isavuconazole in patients’ blood plasma. The results were encouraging regarding its potential for application in clinical practice and are presented in detail in the corresponding section of this thesis."],"dc:identifier":["uoadl:5426113","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5426113"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek","English"],"dc:subject":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"dc:title":["Ταυτόχρονος προσδιορισμός αζολών στο αίμα ασθενών με μυκητιασικές λοιμώξεις"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-08-21T16:41:59Z"}