{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5424040"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5424040","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Προσδιορισμός περιβαλλοντικών ρύπων και τοξικού φορτίου σε δείγματα λυμάτων από το ΚΕΛ της Λάρισας με τεχνικές φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας","abstract":"Η Λάρισα αποτελεί περιοχή με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αγροτική και βιομηχανική δραστηριότητα. Περιλαμβάνει μία από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, με εκτεταμένες καλλιέργειες, ενώ στο βόρειο τμήμα της βρίσκεται οργανωμένη βιομηχανική περιοχή με περισσότερες από 50 ενεργές βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων, ξυλείας και επίπλων, πλαστικών, κλωστοϋφαντουργίας και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων. Η περιοχή εξυπηρετείται από ένα από τα μεγαλύτερα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) της χώρας, το οποίο επαναλειτουργεί μετά την αποκατάσταση των εκτεταμένων ζημιών που υπέστη εξαιτίας των ακραίων πλημμυρικών φαινομένων του φθινοπώρου του 2023. Η τελική εκροή του ΚΕΛ απορρίπτεται απευθείας στον ποταμό Πηνειό και στη συνέχεια μεταφέρεται προς το βορειοδυτικό τμήμα του Αιγαίου Πελάγους. Η ανίχνευση των ρύπων στα λύματα και η αξιολόγηση της τοξικότητάς τους είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς συμβάλλουν στην εκτίμηση της πιθανής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, της υποβάθμισης του υδάτινου οικοσυστήματος και των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτό συλλέχθηκαν συνολικά 14 σύνθετα δείγματα 24ωρης δειγματοληψίας, εκ των οποίων τα 7 αντιστοιχούσαν σε ανεπεξέργαστα λύματα και τα υπόλοιπα 7 σε επεξεργασμένα λύματα του ΚΕΛ Λάρισας. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με την τεχνική UHPLC-TIMS-QTOF MS, η οποία επιτρέπει τόσο τη στοχευμένη ανίχνευση όσο και την ανίχνευση ύποπτων ενώσεων από διαφορετικές χημικές κατηγορίες. Συνολικά ανιχνεύθηκαν 326 ενώσεις που κατατάχθηκαν σε 9 χημικές κατηγορίες, ποσοτικοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν ως προς την τοξικότητά τους ανά χημική κατηγορία. Η πλειονότητα των ενώσεων που ανιχνεύθηκαν ανήκει στην κατηγορία των φαρμακευτικών ουσιών, ενώ οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ανεπεξέργαστα λύματα καταγράφηκαν για τις φυτοπροστατευτικές ενώσεις και τις ουσίες που σχετίζονται με τον καφέ και τα καπνικά είδη. Το 48% των ενώσεων απομακρύνθηκε από το ΚΕΛ με απόδοση μεγαλύτερη του 50%, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων των δύο κυρίαρχων κατηγοριών ρύπων στα επεξεργασμένα λύματα. Ωστόσο, ο υπολογισμός της τοξικότητας ανά χημική κατηγορία επισήμανε ότι η σημαντικότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση προέρχεται από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, αλλά και από μια ομάδα ενώσεων που χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα ελαστικών. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της εφαρμογής προηγμένων τεχνικών φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας (HRMS) στην περιβαλλοντική παρακολούθηση, τόσο μέσω της στοχευμένης ανίχνευσης όσο και μέσω της ανίχνευσης ύποπτων ενώσεων. Παράλληλα, τονίζει ότι η αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου των ανιχνευόμενων ενώσεων αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της χημικής ανάλυσης, καθώς επιτρέπει την ορθότερη εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεών τους στους υδάτινους αποδέκτες και την προστασία του περιβάλλοντος.","abstract_html":"Η Λάρισα αποτελεί περιοχή με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αγροτική και βιομηχανική δραστηριότητα. Περιλαμβάνει μία από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, με εκτεταμένες καλλιέργειες, ενώ στο βόρειο τμήμα της βρίσκεται οργανωμένη βιομηχανική περιοχή με περισσότερες από 50 ενεργές βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων, ξυλείας και επίπλων, πλαστικών, κλωστοϋφαντουργίας και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων. Η περιοχή εξυπηρετείται από ένα από τα μεγαλύτερα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) της χώρας, το οποίο επαναλειτουργεί μετά την αποκατάσταση των εκτεταμένων ζημιών που υπέστη εξαιτίας των ακραίων πλημμυρικών φαινομένων του φθινοπώρου του 2023. Η τελική εκροή του ΚΕΛ απορρίπτεται απευθείας στον ποταμό Πηνειό και στη συνέχεια μεταφέρεται προς το βορειοδυτικό τμήμα του Αιγαίου Πελάγους. Η ανίχνευση των ρύπων στα λύματα και η αξιολόγηση της τοξικότητάς τους είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς συμβάλλουν στην εκτίμηση της πιθανής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, της υποβάθμισης του υδάτινου οικοσυστήματος και των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτό συλλέχθηκαν συνολικά 14 σύνθετα δείγματα 24ωρης δειγματοληψίας, εκ των οποίων τα 7 αντιστοιχούσαν σε ανεπεξέργαστα λύματα και τα υπόλοιπα 7 σε επεξεργασμένα λύματα του ΚΕΛ Λάρισας. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με την τεχνική UHPLC-TIMS-QTOF MS, η οποία επιτρέπει τόσο τη στοχευμένη ανίχνευση όσο και την ανίχνευση ύποπτων ενώσεων από διαφορετικές χημικές κατηγορίες. Συνολικά ανιχνεύθηκαν 326 ενώσεις που κατατάχθηκαν σε 9 χημικές κατηγορίες, ποσοτικοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν ως προς την τοξικότητά τους ανά χημική κατηγορία. Η πλειονότητα των ενώσεων που ανιχνεύθηκαν ανήκει στην κατηγορία των φαρμακευτικών ουσιών, ενώ οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ανεπεξέργαστα λύματα καταγράφηκαν για τις φυτοπροστατευτικές ενώσεις και τις ουσίες που σχετίζονται με τον καφέ και τα καπνικά είδη. Το 48% των ενώσεων απομακρύνθηκε από το ΚΕΛ με απόδοση μεγαλύτερη του 50%, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων των δύο κυρίαρχων κατηγοριών ρύπων στα επεξεργασμένα λύματα. Ωστόσο, ο υπολογισμός της τοξικότητας ανά χημική κατηγορία επισήμανε ότι η σημαντικότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση προέρχεται από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, αλλά και από μια ομάδα ενώσεων που χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα ελαστικών. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της εφαρμογής προηγμένων τεχνικών φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας (HRMS) στην περιβαλλοντική παρακολούθηση, τόσο μέσω της στοχευμένης ανίχνευσης όσο και μέσω της ανίχνευσης ύποπτων ενώσεων. Παράλληλα, τονίζει ότι η αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου των ανιχνευόμενων ενώσεων αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της χημικής ανάλυσης, καθώς επιτρέπει την ορθότερη εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεών τους στους υδάτινους αποδέκτες και την προστασία του περιβάλλοντος.","abstract_has_math":false,"creators":["ΡΑΓΑΖΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ","RAGAZOU AIKATERINI"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-08-21T16:41:56Z","subjects":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"languages":["Ελληνικά","Greek","English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5424040"],"render_values":[{"text":"uoadl:5424040","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5424040","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"source_record":{"url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh?verb=GetRecord&metadataPrefix=oai_dc&identifier=oai%3Alib.uoa.gr%3Auoadl%3A5424040","prefix":"oai_dc"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΡΑΓΑΖΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ","RAGAZOU AIKATERINI"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Θετικές Επιστήμες","Science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek","English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5424040","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5424040"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η Λάρισα αποτελεί περιοχή με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αγροτική και βιομηχανική δραστηριότητα. Περιλαμβάνει μία από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, με εκτεταμένες καλλιέργειες, ενώ στο βόρειο τμήμα της βρίσκεται οργανωμένη βιομηχανική περιοχή με περισσότερες από 50 ενεργές βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων, ξυλείας και επίπλων, πλαστικών, κλωστοϋφαντουργίας και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων. Η περιοχή εξυπηρετείται από ένα από τα μεγαλύτερα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) της χώρας, το οποίο επαναλειτουργεί μετά την αποκατάσταση των εκτεταμένων ζημιών που υπέστη εξαιτίας των ακραίων πλημμυρικών φαινομένων του φθινοπώρου του 2023. Η τελική εκροή του ΚΕΛ απορρίπτεται απευθείας στον ποταμό Πηνειό και στη συνέχεια μεταφέρεται προς το βορειοδυτικό τμήμα του Αιγαίου Πελάγους. Η ανίχνευση των ρύπων στα λύματα και η αξιολόγηση της τοξικότητάς τους είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς συμβάλλουν στην εκτίμηση της πιθανής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, της υποβάθμισης του υδάτινου οικοσυστήματος και των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτό συλλέχθηκαν συνολικά 14 σύνθετα δείγματα 24ωρης δειγματοληψίας, εκ των οποίων τα 7 αντιστοιχούσαν σε ανεπεξέργαστα λύματα και τα υπόλοιπα 7 σε επεξεργασμένα λύματα του ΚΕΛ Λάρισας. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με την τεχνική UHPLC-TIMS-QTOF MS, η οποία επιτρέπει τόσο τη στοχευμένη ανίχνευση όσο και την ανίχνευση ύποπτων ενώσεων από διαφορετικές χημικές κατηγορίες. Συνολικά ανιχνεύθηκαν 326 ενώσεις που κατατάχθηκαν σε 9 χημικές κατηγορίες, ποσοτικοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν ως προς την τοξικότητά τους ανά χημική κατηγορία. Η πλειονότητα των ενώσεων που ανιχνεύθηκαν ανήκει στην κατηγορία των φαρμακευτικών ουσιών, ενώ οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ανεπεξέργαστα λύματα καταγράφηκαν για τις φυτοπροστατευτικές ενώσεις και τις ουσίες που σχετίζονται με τον καφέ και τα καπνικά είδη. Το 48% των ενώσεων απομακρύνθηκε από το ΚΕΛ με απόδοση μεγαλύτερη του 50%, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων των δύο κυρίαρχων κατηγοριών ρύπων στα επεξεργασμένα λύματα. Ωστόσο, ο υπολογισμός της τοξικότητας ανά χημική κατηγορία επισήμανε ότι η σημαντικότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση προέρχεται από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, αλλά και από μια ομάδα ενώσεων που χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα ελαστικών. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της εφαρμογής προηγμένων τεχνικών φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας (HRMS) στην περιβαλλοντική παρακολούθηση, τόσο μέσω της στοχευμένης ανίχνευσης όσο και μέσω της ανίχνευσης ύποπτων ενώσεων. Παράλληλα, τονίζει ότι η αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου των ανιχνευόμενων ενώσεων αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της χημικής ανάλυσης, καθώς επιτρέπει την ορθότερη εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεών τους στους υδάτινους αποδέκτες και την προστασία του περιβάλλοντος.","The regional unit of Larissa is characterized by extensive agricultural and industrial activities. It encompasses one of the most important agricultural areas in Greece, with large-scale crop cultivation, while its northern part hosts an organized industrial zone comprising more than 50 active industrial facilities operating in sectors such as food processing, wood and furniture manufacturing, plastics, textiles, and agricultural product processing. The area is served by one of the largest Wastewater Treatment Plants (WWTPs) in Greece, which resumed operation following the restoration of the extensive damage caused by the severe flooding events that occurred in the autumn of 2023. The treated effluent is discharged directly into the Peneus River and is subsequently transported to the northwestern Aegean Sea. The identification of contaminants in wastewater and the assessment of their toxicity are of great importance, as they contribute to the evaluation of potential environmental pollution, aquatic ecosystem degradation, and risks to human health. For this purpose, a total of 14 composite 24-hour wastewater samples were collected, including 7 influent and 7 effluent samples from the Larissa WWTP. Sample analysis was performed using UHPLC-TIMS-QTOF MS, which enables both target screening and suspect screening of contaminants belonging to different chemical classes. Overall, 326 compounds were identified, classified into 9 chemical categories, quantified, and evaluated in terms of their toxicity within each chemical class. The majority of the identified compounds belonged to the pharmaceutical class, whereas the highest concentrations in influent wastewater were observed for plant protection products and coffee and tobacco related compounds. Approximately 48% of the detected compounds were removed by the WWTP with an efficiency greater than 50%, resulting in a substantial reduction in the concentrations of the two dominant chemical classes between influent and effluent wastewater. Nevertheless, toxicity assessment by chemical class revealed that the greatest environmental burden originated from plant protection products as well as from a group of compounds used as tire additives. Overall, this study highlights the importance of applying high-resolution mass spectrometry (HRMS) techniques in environmental monitoring through the combined use of target and suspect screening approaches. Furthermore, it emphasizes that environmental risk assessment of detected contaminants is an essential complement to chemical analysis, providing a more comprehensive evaluation of their potential impacts on aquatic ecosystems and environmental protection."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Προσδιορισμός περιβαλλοντικών ρύπων και τοξικού φορτίου σε δείγματα λυμάτων από το ΚΕΛ της Λάρισας με τεχνικές φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΡΑΓΑΖΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ","RAGAZOU AIKATERINI"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η Λάρισα αποτελεί περιοχή με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αγροτική και βιομηχανική δραστηριότητα. Περιλαμβάνει μία από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές της Ελλάδας, με εκτεταμένες καλλιέργειες, ενώ στο βόρειο τμήμα της βρίσκεται οργανωμένη βιομηχανική περιοχή με περισσότερες από 50 ενεργές βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων, ξυλείας και επίπλων, πλαστικών, κλωστοϋφαντουργίας και επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων. Η περιοχή εξυπηρετείται από ένα από τα μεγαλύτερα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων (ΚΕΛ) της χώρας, το οποίο επαναλειτουργεί μετά την αποκατάσταση των εκτεταμένων ζημιών που υπέστη εξαιτίας των ακραίων πλημμυρικών φαινομένων του φθινοπώρου του 2023. Η τελική εκροή του ΚΕΛ απορρίπτεται απευθείας στον ποταμό Πηνειό και στη συνέχεια μεταφέρεται προς το βορειοδυτικό τμήμα του Αιγαίου Πελάγους. Η ανίχνευση των ρύπων στα λύματα και η αξιολόγηση της τοξικότητάς τους είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς συμβάλλουν στην εκτίμηση της πιθανής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, της υποβάθμισης του υδάτινου οικοσυστήματος και των πιθανών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτό συλλέχθηκαν συνολικά 14 σύνθετα δείγματα 24ωρης δειγματοληψίας, εκ των οποίων τα 7 αντιστοιχούσαν σε ανεπεξέργαστα λύματα και τα υπόλοιπα 7 σε επεξεργασμένα λύματα του ΚΕΛ Λάρισας. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με την τεχνική UHPLC-TIMS-QTOF MS, η οποία επιτρέπει τόσο τη στοχευμένη ανίχνευση όσο και την ανίχνευση ύποπτων ενώσεων από διαφορετικές χημικές κατηγορίες. Συνολικά ανιχνεύθηκαν 326 ενώσεις που κατατάχθηκαν σε 9 χημικές κατηγορίες, ποσοτικοποιήθηκαν και αξιολογήθηκαν ως προς την τοξικότητά τους ανά χημική κατηγορία. Η πλειονότητα των ενώσεων που ανιχνεύθηκαν ανήκει στην κατηγορία των φαρμακευτικών ουσιών, ενώ οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στα ανεπεξέργαστα λύματα καταγράφηκαν για τις φυτοπροστατευτικές ενώσεις και τις ουσίες που σχετίζονται με τον καφέ και τα καπνικά είδη. Το 48% των ενώσεων απομακρύνθηκε από το ΚΕΛ με απόδοση μεγαλύτερη του 50%, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων των δύο κυρίαρχων κατηγοριών ρύπων στα επεξεργασμένα λύματα. Ωστόσο, ο υπολογισμός της τοξικότητας ανά χημική κατηγορία επισήμανε ότι η σημαντικότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση προέρχεται από τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, αλλά και από μια ομάδα ενώσεων που χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα ελαστικών. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει τη σημασία της εφαρμογής προηγμένων τεχνικών φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας (HRMS) στην περιβαλλοντική παρακολούθηση, τόσο μέσω της στοχευμένης ανίχνευσης όσο και μέσω της ανίχνευσης ύποπτων ενώσεων. Παράλληλα, τονίζει ότι η αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου των ανιχνευόμενων ενώσεων αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της χημικής ανάλυσης, καθώς επιτρέπει την ορθότερη εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεών τους στους υδάτινους αποδέκτες και την προστασία του περιβάλλοντος.","The regional unit of Larissa is characterized by extensive agricultural and industrial activities. It encompasses one of the most important agricultural areas in Greece, with large-scale crop cultivation, while its northern part hosts an organized industrial zone comprising more than 50 active industrial facilities operating in sectors such as food processing, wood and furniture manufacturing, plastics, textiles, and agricultural product processing. The area is served by one of the largest Wastewater Treatment Plants (WWTPs) in Greece, which resumed operation following the restoration of the extensive damage caused by the severe flooding events that occurred in the autumn of 2023. The treated effluent is discharged directly into the Peneus River and is subsequently transported to the northwestern Aegean Sea. The identification of contaminants in wastewater and the assessment of their toxicity are of great importance, as they contribute to the evaluation of potential environmental pollution, aquatic ecosystem degradation, and risks to human health. For this purpose, a total of 14 composite 24-hour wastewater samples were collected, including 7 influent and 7 effluent samples from the Larissa WWTP. Sample analysis was performed using UHPLC-TIMS-QTOF MS, which enables both target screening and suspect screening of contaminants belonging to different chemical classes. Overall, 326 compounds were identified, classified into 9 chemical categories, quantified, and evaluated in terms of their toxicity within each chemical class. The majority of the identified compounds belonged to the pharmaceutical class, whereas the highest concentrations in influent wastewater were observed for plant protection products and coffee and tobacco related compounds. Approximately 48% of the detected compounds were removed by the WWTP with an efficiency greater than 50%, resulting in a substantial reduction in the concentrations of the two dominant chemical classes between influent and effluent wastewater. Nevertheless, toxicity assessment by chemical class revealed that the greatest environmental burden originated from plant protection products as well as from a group of compounds used as tire additives. Overall, this study highlights the importance of applying high-resolution mass spectrometry (HRMS) techniques in environmental monitoring through the combined use of target and suspect screening approaches. Furthermore, it emphasizes that environmental risk assessment of detected contaminants is an essential complement to chemical analysis, providing a more comprehensive evaluation of their potential impacts on aquatic ecosystems and environmental protection."],"dc:identifier":["uoadl:5424040","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5424040"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek","English"],"dc:subject":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"dc:title":["Προσδιορισμός περιβαλλοντικών ρύπων και τοξικού φορτίου σε δείγματα λυμάτων από το ΚΕΛ της Λάρισας με τεχνικές φασματομετρίας μάζας υψηλής διακριτικής ικανότητας"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-08-21T16:41:56Z"}