{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5410118"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5410118","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Μελέτη της επίδρασης της κατανάλωσης άρτου σίτου εμπλουτισμένου με άλευρα οσπρίων διαφορετικής κοκκομετρίας στη μεταγευματική γλυκαιμική απόκριση και στη ρύθμιση της όρεξης υγιών ατόμων","abstract":"Εισαγωγή: Η αυξανόμενη επίπτωση των μεταβολικών νοσημάτων έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον για διατροφικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη ρύθμιση της γλυκαιμίας και της όρεξης. Τα όσπρια αποτελούν σημαντική πηγή αμύλου χαμηλής πεπτικότητας, καθώς η ανθεκτική κυτταρική τους δομή περιορίζει την ενζυμική προσβασιμότητα. Ωστόσο, η επεξεργασία των τροφίμων επηρεάζει καθοριστικά τη βιοπροσβασιμότητά τους. Σκοπός: Η διερεύνηση της επίδρασης άρτου σίτου με άλευρα ρεβιθιού διαφορετικής κοκκομετρίας στη γλυκαιμική απόκριση και την όρεξη υγιών ενηλίκων. Μέθοδοι: Είκοσι εθελοντές (6 άνδρες, 14 γυναίκες, 28,3 ± 4,1 έτη) συμμετείχαν σε διασταυρούμενη, μονά-τυφλή μελέτη. Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν τρείς τύπους άρτου: λευκό άρτο ελέγχου (WWB), άρτο με λεπτοαλεσμένο ρεβίθι (CFM) και άρτο με χονδροαλεσμένο ρεβίθι (CLP), σε ποσότητα που αντιστοιχούσε σε 50 g διαθέσιμων υδατανθράκων και ύστερα από 180 λεπτά ένα δεύτερο γεύμα. Η γλυκόζη μετρήθηκε με αισθητήρες συνεχούς καταγραφής (CGM) για 360 λεπτά. Τα υποκειμενικά αισθήματα της όρεξης αξιολογήθηκαν με οπτικές αναλογικές κλίμακες (VAS). Αποτελέσματα: Η αυξανόμενη περιοχή υπό την καμπύλη για την γλυκόζη (iAUC) ήταν σημαντικά χαμηλότερη (p &lt; 0,05) για τους άρτους CFM (-20,7%) και CLP (-37,2%) σε σχέση με τον WWB και για τον CLP σε σχέση με τον CFM (-20,7%). Αντίστοιχα, παρατηρήθηκε μικρότερο σκορ όρεξης για τους CLP και CFM. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μετά το δεύτερο γεύμα. Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια, με εξαίρεση την ικανότητα μάσησης που βαθμολογήθηκε χαμηλότερα για τον CLP (p &lt; 0,05). Συμπέρασμα: Η αύξηση του μεγέθους των κόκκων των οσπρίων συνδέεται με χαμηλότερη γλυκαιμική απόκριση και όρεξη, αναδεικνύοντας το ρόλο της δομικής ακεραιότητας στο σχεδιασμό λειτουργικών τροφίμων.","abstract_html":"Εισαγωγή: Η αυξανόμενη επίπτωση των μεταβολικών νοσημάτων έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον για διατροφικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη ρύθμιση της γλυκαιμίας και της όρεξης. Τα όσπρια αποτελούν σημαντική πηγή αμύλου χαμηλής πεπτικότητας, καθώς η ανθεκτική κυτταρική τους δομή περιορίζει την ενζυμική προσβασιμότητα. Ωστόσο, η επεξεργασία των τροφίμων επηρεάζει καθοριστικά τη βιοπροσβασιμότητά τους. Σκοπός: Η διερεύνηση της επίδρασης άρτου σίτου με άλευρα ρεβιθιού διαφορετικής κοκκομετρίας στη γλυκαιμική απόκριση και την όρεξη υγιών ενηλίκων. Μέθοδοι: Είκοσι εθελοντές (6 άνδρες, 14 γυναίκες, 28,3 ± 4,1 έτη) συμμετείχαν σε διασταυρούμενη, μονά-τυφλή μελέτη. Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν τρείς τύπους άρτου: λευκό άρτο ελέγχου (WWB), άρτο με λεπτοαλεσμένο ρεβίθι (CFM) και άρτο με χονδροαλεσμένο ρεβίθι (CLP), σε ποσότητα που αντιστοιχούσε σε 50 g διαθέσιμων υδατανθράκων και ύστερα από 180 λεπτά ένα δεύτερο γεύμα. Η γλυκόζη μετρήθηκε με αισθητήρες συνεχούς καταγραφής (CGM) για 360 λεπτά. Τα υποκειμενικά αισθήματα της όρεξης αξιολογήθηκαν με οπτικές αναλογικές κλίμακες (VAS). Αποτελέσματα: Η αυξανόμενη περιοχή υπό την καμπύλη για την γλυκόζη (iAUC) ήταν σημαντικά χαμηλότερη (p &amp;lt; 0,05) για τους άρτους CFM (-20,7%) και CLP (-37,2%) σε σχέση με τον WWB και για τον CLP σε σχέση με τον CFM (-20,7%). Αντίστοιχα, παρατηρήθηκε μικρότερο σκορ όρεξης για τους CLP και CFM. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μετά το δεύτερο γεύμα. Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια, με εξαίρεση την ικανότητα μάσησης που βαθμολογήθηκε χαμηλότερα για τον CLP (p &amp;lt; 0,05). Συμπέρασμα: Η αύξηση του μεγέθους των κόκκων των οσπρίων συνδέεται με χαμηλότερη γλυκαιμική απόκριση και όρεξη, αναδεικνύοντας το ρόλο της δομικής ακεραιότητας στο σχεδιασμό λειτουργικών τροφίμων.","abstract_has_math":false,"creators":["Κορογιαννάκη Σταυρούλα","Korogiannaki Stavroula"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:34Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5410118"],"render_values":[{"text":"uoadl:5410118","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5410118","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Κορογιαννάκη Σταυρούλα","Korogiannaki Stavroula"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5410118","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5410118"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Εισαγωγή: Η αυξανόμενη επίπτωση των μεταβολικών νοσημάτων έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον για διατροφικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη ρύθμιση της γλυκαιμίας και της όρεξης. Τα όσπρια αποτελούν σημαντική πηγή αμύλου χαμηλής πεπτικότητας, καθώς η ανθεκτική κυτταρική τους δομή περιορίζει την ενζυμική προσβασιμότητα. Ωστόσο, η επεξεργασία των τροφίμων επηρεάζει καθοριστικά τη βιοπροσβασιμότητά τους. Σκοπός: Η διερεύνηση της επίδρασης άρτου σίτου με άλευρα ρεβιθιού διαφορετικής κοκκομετρίας στη γλυκαιμική απόκριση και την όρεξη υγιών ενηλίκων. Μέθοδοι: Είκοσι εθελοντές (6 άνδρες, 14 γυναίκες, 28,3 ± 4,1 έτη) συμμετείχαν σε διασταυρούμενη, μονά-τυφλή μελέτη. Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν τρείς τύπους άρτου: λευκό άρτο ελέγχου (WWB), άρτο με λεπτοαλεσμένο ρεβίθι (CFM) και άρτο με χονδροαλεσμένο ρεβίθι (CLP), σε ποσότητα που αντιστοιχούσε σε 50 g διαθέσιμων υδατανθράκων και ύστερα από 180 λεπτά ένα δεύτερο γεύμα. Η γλυκόζη μετρήθηκε με αισθητήρες συνεχούς καταγραφής (CGM) για 360 λεπτά. Τα υποκειμενικά αισθήματα της όρεξης αξιολογήθηκαν με οπτικές αναλογικές κλίμακες (VAS). Αποτελέσματα: Η αυξανόμενη περιοχή υπό την καμπύλη για την γλυκόζη (iAUC) ήταν σημαντικά χαμηλότερη (p &lt; 0,05) για τους άρτους CFM (-20,7%) και CLP (-37,2%) σε σχέση με τον WWB και για τον CLP σε σχέση με τον CFM (-20,7%). Αντίστοιχα, παρατηρήθηκε μικρότερο σκορ όρεξης για τους CLP και CFM. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μετά το δεύτερο γεύμα. Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια, με εξαίρεση την ικανότητα μάσησης που βαθμολογήθηκε χαμηλότερα για τον CLP (p &lt; 0,05). Συμπέρασμα: Η αύξηση του μεγέθους των κόκκων των οσπρίων συνδέεται με χαμηλότερη γλυκαιμική απόκριση και όρεξη, αναδεικνύοντας το ρόλο της δομικής ακεραιότητας στο σχεδιασμό λειτουργικών τροφίμων.","Background: The increasing prevalence of metabolic diseases has intensified interest in dietary strategies aimed at post-prandial glycemic response and appetite regulation. Legumes are important sources of slowly digestible starch, as their rigid cellular structure limits enzymatic accessibility, while food processing significantly affects starch bioaccessibility. Objectives: To investigate the effect of wheat bread enriched with chickpea flours of different particle sizes on post-prandial glycemic response and appetite in healthy adults. Methods: Twenty healthy participants (6 males, 14 females, 28.3 ± 4.1 years) took part in a randomized, single-blind, crossover study. Participants consumed three types of bread: white wheat bread (WWB, control), bread with finely milled chickpea (CFM), bread with coarse chickpea (CLP), providing 50 g of available carbohydrates, followed by a second meal after 180 minutes. Interstitial glucose was measured using continuous glucose monitoring (CGM) over 360 minutes. Subjective appetite ratings were assed using visual analogues scales (VAS). Results: Glucose incremental area under curve (iAUC) was significantly lower (p &lt; 0.05) for both CFM (-20.7%), and CLP (-37.2%) compared to WWB, with CLP also significantly lower than CFM (-20.7%). Similarly, appetite scores were reduced following consumption of CFM and CLP. No significant differences were observed after the second meal. Sensory characteristics were comparable among breads, except for chewiness, which was rated lower for CLP (p &lt; 0.05). Conclusions: Increasing particle size and preserving legume structure are associated with improved glycemic response and appetite regulation, highlighting the importance of food structure in the design of functional foods."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Μελέτη της επίδρασης της κατανάλωσης άρτου σίτου εμπλουτισμένου με άλευρα οσπρίων διαφορετικής κοκκομετρίας στη μεταγευματική γλυκαιμική απόκριση και στη ρύθμιση της όρεξης υγιών ατόμων"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Κορογιαννάκη Σταυρούλα","Korogiannaki Stavroula"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Εισαγωγή: Η αυξανόμενη επίπτωση των μεταβολικών νοσημάτων έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον για διατροφικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη ρύθμιση της γλυκαιμίας και της όρεξης. Τα όσπρια αποτελούν σημαντική πηγή αμύλου χαμηλής πεπτικότητας, καθώς η ανθεκτική κυτταρική τους δομή περιορίζει την ενζυμική προσβασιμότητα. Ωστόσο, η επεξεργασία των τροφίμων επηρεάζει καθοριστικά τη βιοπροσβασιμότητά τους. Σκοπός: Η διερεύνηση της επίδρασης άρτου σίτου με άλευρα ρεβιθιού διαφορετικής κοκκομετρίας στη γλυκαιμική απόκριση και την όρεξη υγιών ενηλίκων. Μέθοδοι: Είκοσι εθελοντές (6 άνδρες, 14 γυναίκες, 28,3 ± 4,1 έτη) συμμετείχαν σε διασταυρούμενη, μονά-τυφλή μελέτη. Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν τρείς τύπους άρτου: λευκό άρτο ελέγχου (WWB), άρτο με λεπτοαλεσμένο ρεβίθι (CFM) και άρτο με χονδροαλεσμένο ρεβίθι (CLP), σε ποσότητα που αντιστοιχούσε σε 50 g διαθέσιμων υδατανθράκων και ύστερα από 180 λεπτά ένα δεύτερο γεύμα. Η γλυκόζη μετρήθηκε με αισθητήρες συνεχούς καταγραφής (CGM) για 360 λεπτά. Τα υποκειμενικά αισθήματα της όρεξης αξιολογήθηκαν με οπτικές αναλογικές κλίμακες (VAS). Αποτελέσματα: Η αυξανόμενη περιοχή υπό την καμπύλη για την γλυκόζη (iAUC) ήταν σημαντικά χαμηλότερη (p &lt; 0,05) για τους άρτους CFM (-20,7%) και CLP (-37,2%) σε σχέση με τον WWB και για τον CLP σε σχέση με τον CFM (-20,7%). Αντίστοιχα, παρατηρήθηκε μικρότερο σκορ όρεξης για τους CLP και CFM. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μετά το δεύτερο γεύμα. Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά ήταν παρόμοια, με εξαίρεση την ικανότητα μάσησης που βαθμολογήθηκε χαμηλότερα για τον CLP (p &lt; 0,05). Συμπέρασμα: Η αύξηση του μεγέθους των κόκκων των οσπρίων συνδέεται με χαμηλότερη γλυκαιμική απόκριση και όρεξη, αναδεικνύοντας το ρόλο της δομικής ακεραιότητας στο σχεδιασμό λειτουργικών τροφίμων.","Background: The increasing prevalence of metabolic diseases has intensified interest in dietary strategies aimed at post-prandial glycemic response and appetite regulation. Legumes are important sources of slowly digestible starch, as their rigid cellular structure limits enzymatic accessibility, while food processing significantly affects starch bioaccessibility. Objectives: To investigate the effect of wheat bread enriched with chickpea flours of different particle sizes on post-prandial glycemic response and appetite in healthy adults. Methods: Twenty healthy participants (6 males, 14 females, 28.3 ± 4.1 years) took part in a randomized, single-blind, crossover study. Participants consumed three types of bread: white wheat bread (WWB, control), bread with finely milled chickpea (CFM), bread with coarse chickpea (CLP), providing 50 g of available carbohydrates, followed by a second meal after 180 minutes. Interstitial glucose was measured using continuous glucose monitoring (CGM) over 360 minutes. Subjective appetite ratings were assed using visual analogues scales (VAS). Results: Glucose incremental area under curve (iAUC) was significantly lower (p &lt; 0.05) for both CFM (-20.7%), and CLP (-37.2%) compared to WWB, with CLP also significantly lower than CFM (-20.7%). Similarly, appetite scores were reduced following consumption of CFM and CLP. No significant differences were observed after the second meal. Sensory characteristics were comparable among breads, except for chewiness, which was rated lower for CLP (p &lt; 0.05). Conclusions: Increasing particle size and preserving legume structure are associated with improved glycemic response and appetite regulation, highlighting the importance of food structure in the design of functional foods."],"dc:identifier":["uoadl:5410118","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5410118"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Μελέτη της επίδρασης της κατανάλωσης άρτου σίτου εμπλουτισμένου με άλευρα οσπρίων διαφορετικής κοκκομετρίας στη μεταγευματική γλυκαιμική απόκριση και στη ρύθμιση της όρεξης υγιών ατόμων"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:34Z"}