{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402898"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402898","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Η επίδραση της ονδανσετρόνης στη θεραπεία του μυοπεριτονιακού συνδρόμου. Μια κλινική τυχαιοποιημένη μελέτη","abstract":"Σκοπός Το Μυοπεριτονιακό Σύνδρομο (MPS) αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες χρόνιου μυοσκελετικού πόνου και χαρακτηρίζεται από εντοπισμένη δυσφορία στους μυς, την περιτονία και τους γύρω μαλακούς ιστούς. Οι εγχύσεις τοπικού αναισθητικού στα σημεία πυροδότησης (trigger points) χρησιμοποιούνται συχνά για τη θεραπεία αυτού του συνδρόμου. Η ονδανσετρόνη, ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5-HT₃ υποδοχέων, με ευρεία χρήση κυρίως ως αντιεμετικό, έχει φανεί ότι διαθέτει αναλγητικές δράσεις. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα εγχύσεων ροπιβακαΐνης ως μονοθεραπεία συγκριτικά με το συνδυασμό ροπιβακαΐνης και ονδανσετρόνης σε trigger points σε ασθενείς με σύνδρομο μυοπεριτονιακού πόνου (MPS). Υλικό και Μέθοδος Σαράντα άτομα με κλινική διάγνωση μυοπεριτονιακού συνδρόμου (MPS) με κλινικά επώδυνα σημεία πυροδότησης (trigger points) στους οσφυϊκούς παρασπονδυλικούς μυς, τον τετράγωνο οσφυϊκό και τους γλουτιαίους μυς, τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: η ομάδα Α έλαβε εγχύσεις μόνο με ροπιβακαΐνη 0,2%, ενώ η ομάδα Β έλαβε εγχύσεις με ροπιβακαΐνη 0,2% σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη. Σε κάθε trigger point έγινε έγχυση με 3 ml του αντίστοιχου διαλύματος, με τα διαλύματα και για τις δύο ομάδες να είναι οπτικά πανομοιότυπα. Η ένταση του πόνου αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας την Αριθμητική Κλίμακα Αξιολόγησης (NRS) πριν από την έγχυση των σημείων πυροδότησης, καθώς και στις 72 ώρες, μία εβδομάδα και δύο εβδομάδες μετά την έγχυση. Αποτελέσματα Και οι δύο ομάδες παρουσίασαν μείωση των βαθμολογιών του πόνου μετά τη θεραπεία. Ωστόσο, η ομάδα Α εμφάνισε σημαντικά μεγαλύτερη αναλγητική βελτίωση σε όλα τα χρονικά σημεία παρακολούθησης, σύμφωνα με τις βαθμολογίες της κλίμακας NRS, σε σύγκριση με την ομάδα Β (p&lt;0,001 στις 72 ώρες και στη μία εβδομάδα μετά την έγχυση και p=0,003 στις δύο εβδομάδες μετά την έγχυση). Συμπεράσματα Η προσθήκη ονδανσετρόνης στη ροπιβακαΐνη μπορεί να ανταγωνίζεται την αναλγητική της αποτελεσματικότητα. Αυτή η επίδραση θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση, καθώς η ονδανσετρόνη μπορεί να τροποποιεί τη μετάδοση των αλγαισθητικών σημάτων μέσω του ανταγωνισμού των υποδοχέων 5-HT₃ και να παρεμβαίνει στη δράση των τοπικών αναισθητικών που εξαρτάται από τους διαύλους νατρίου.","abstract_html":"Σκοπός Το Μυοπεριτονιακό Σύνδρομο (MPS) αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες χρόνιου μυοσκελετικού πόνου και χαρακτηρίζεται από εντοπισμένη δυσφορία στους μυς, την περιτονία και τους γύρω μαλακούς ιστούς. Οι εγχύσεις τοπικού αναισθητικού στα σημεία πυροδότησης (trigger points) χρησιμοποιούνται συχνά για τη θεραπεία αυτού του συνδρόμου. Η ονδανσετρόνη, ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5-HT₃ υποδοχέων, με ευρεία χρήση κυρίως ως αντιεμετικό, έχει φανεί ότι διαθέτει αναλγητικές δράσεις. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα εγχύσεων ροπιβακαΐνης ως μονοθεραπεία συγκριτικά με το συνδυασμό ροπιβακαΐνης και ονδανσετρόνης σε trigger points σε ασθενείς με σύνδρομο μυοπεριτονιακού πόνου (MPS). Υλικό και Μέθοδος Σαράντα άτομα με κλινική διάγνωση μυοπεριτονιακού συνδρόμου (MPS) με κλινικά επώδυνα σημεία πυροδότησης (trigger points) στους οσφυϊκούς παρασπονδυλικούς μυς, τον τετράγωνο οσφυϊκό και τους γλουτιαίους μυς, τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: η ομάδα Α έλαβε εγχύσεις μόνο με ροπιβακαΐνη 0,2%, ενώ η ομάδα Β έλαβε εγχύσεις με ροπιβακαΐνη 0,2% σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη. Σε κάθε trigger point έγινε έγχυση με 3 ml του αντίστοιχου διαλύματος, με τα διαλύματα και για τις δύο ομάδες να είναι οπτικά πανομοιότυπα. Η ένταση του πόνου αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας την Αριθμητική Κλίμακα Αξιολόγησης (NRS) πριν από την έγχυση των σημείων πυροδότησης, καθώς και στις 72 ώρες, μία εβδομάδα και δύο εβδομάδες μετά την έγχυση. Αποτελέσματα Και οι δύο ομάδες παρουσίασαν μείωση των βαθμολογιών του πόνου μετά τη θεραπεία. Ωστόσο, η ομάδα Α εμφάνισε σημαντικά μεγαλύτερη αναλγητική βελτίωση σε όλα τα χρονικά σημεία παρακολούθησης, σύμφωνα με τις βαθμολογίες της κλίμακας NRS, σε σύγκριση με την ομάδα Β (p&amp;lt;0,001 στις 72 ώρες και στη μία εβδομάδα μετά την έγχυση και p=0,003 στις δύο εβδομάδες μετά την έγχυση). Συμπεράσματα Η προσθήκη ονδανσετρόνης στη ροπιβακαΐνη μπορεί να ανταγωνίζεται την αναλγητική της αποτελεσματικότητα. Αυτή η επίδραση θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση, καθώς η ονδανσετρόνη μπορεί να τροποποιεί τη μετάδοση των αλγαισθητικών σημάτων μέσω του ανταγωνισμού των υποδοχέων 5-HT₃ και να παρεμβαίνει στη δράση των τοπικών αναισθητικών που εξαρτάται από τους διαύλους νατρίου.","abstract_has_math":false,"creators":["Τριανταφύλλου Κωνσταντίνα","Triantafyllou Konstantina"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:34Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5402898"],"render_values":[{"text":"uoadl:5402898","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402898","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Τριανταφύλλου Κωνσταντίνα","Triantafyllou Konstantina"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5402898","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402898"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Σκοπός Το Μυοπεριτονιακό Σύνδρομο (MPS) αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες χρόνιου μυοσκελετικού πόνου και χαρακτηρίζεται από εντοπισμένη δυσφορία στους μυς, την περιτονία και τους γύρω μαλακούς ιστούς. Οι εγχύσεις τοπικού αναισθητικού στα σημεία πυροδότησης (trigger points) χρησιμοποιούνται συχνά για τη θεραπεία αυτού του συνδρόμου. Η ονδανσετρόνη, ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5-HT₃ υποδοχέων, με ευρεία χρήση κυρίως ως αντιεμετικό, έχει φανεί ότι διαθέτει αναλγητικές δράσεις. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα εγχύσεων ροπιβακαΐνης ως μονοθεραπεία συγκριτικά με το συνδυασμό ροπιβακαΐνης και ονδανσετρόνης σε trigger points σε ασθενείς με σύνδρομο μυοπεριτονιακού πόνου (MPS). Υλικό και Μέθοδος Σαράντα άτομα με κλινική διάγνωση μυοπεριτονιακού συνδρόμου (MPS) με κλινικά επώδυνα σημεία πυροδότησης (trigger points) στους οσφυϊκούς παρασπονδυλικούς μυς, τον τετράγωνο οσφυϊκό και τους γλουτιαίους μυς, τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: η ομάδα Α έλαβε εγχύσεις μόνο με ροπιβακαΐνη 0,2%, ενώ η ομάδα Β έλαβε εγχύσεις με ροπιβακαΐνη 0,2% σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη. Σε κάθε trigger point έγινε έγχυση με 3 ml του αντίστοιχου διαλύματος, με τα διαλύματα και για τις δύο ομάδες να είναι οπτικά πανομοιότυπα. Η ένταση του πόνου αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας την Αριθμητική Κλίμακα Αξιολόγησης (NRS) πριν από την έγχυση των σημείων πυροδότησης, καθώς και στις 72 ώρες, μία εβδομάδα και δύο εβδομάδες μετά την έγχυση. Αποτελέσματα Και οι δύο ομάδες παρουσίασαν μείωση των βαθμολογιών του πόνου μετά τη θεραπεία. Ωστόσο, η ομάδα Α εμφάνισε σημαντικά μεγαλύτερη αναλγητική βελτίωση σε όλα τα χρονικά σημεία παρακολούθησης, σύμφωνα με τις βαθμολογίες της κλίμακας NRS, σε σύγκριση με την ομάδα Β (p&lt;0,001 στις 72 ώρες και στη μία εβδομάδα μετά την έγχυση και p=0,003 στις δύο εβδομάδες μετά την έγχυση). Συμπεράσματα Η προσθήκη ονδανσετρόνης στη ροπιβακαΐνη μπορεί να ανταγωνίζεται την αναλγητική της αποτελεσματικότητα. Αυτή η επίδραση θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση, καθώς η ονδανσετρόνη μπορεί να τροποποιεί τη μετάδοση των αλγαισθητικών σημάτων μέσω του ανταγωνισμού των υποδοχέων 5-HT₃ και να παρεμβαίνει στη δράση των τοπικών αναισθητικών που εξαρτάται από τους διαύλους νατρίου.","Purpose A common cause of chronic musculoskeletal pain, myofascial pain syndrome (MPS), is characterized by localized discomfort in the muscles, fascia, or surrounding soft tissues. Local anesthetic injections into trigger points are frequently used for the treatment of this syndrome. Ondansetron, a selective 5-HT₃ receptor antagonist widely used primarily as an antiemetic, has been shown to exhibit antinociceptive properties. The aim of the present study was to evaluate the effectiveness of ropivacaine injections as monotherapy compared with the combination of ropivacaine and ondansetron administered at trigger points in patients with myofascial pain syndrome (MPS). Materials and Methods Forty individuals with a clinical diagnosis of myofascial pain syndrome (MPS) and clinical tender trigger points in the lumbar paraspinal muscles, quadratus lumborum, and gluteal muscles were randomized into two groups: group A received injections containing only 0.2% ropivacaine, whereas group B received injections with 0.2% ropivacaine combined with ondansetron. Each trigger point was injected with 3 ml of the respective solution and the solutions used for each group were visually identical. Pain intensity was assessed using the Numeric Rating Scale (NRS) prior to the injections, as well as at 72 hours, one week, and two weeks post-injection. Results Both groups demonstrated a reduction in pain scores following treatment. However, group A exhibited significantly greater analgesic improvement at all follow-up time points, according to NRS scores, compared to group B (p&lt;0.001 at 72 hours and one week post-injection, and p=0.003 at two weeks post-injection). Conclusions The addition of ondansetron to ropivacaine may antagonize its analgesic efficacy. This effect could be explained by a pharmacodynamic interaction, as ondansetron may modulate nociceptive neurotransmission through 5-HT₃ receptor antagonism and interfere with sodium channel-mediated local anesthetic action."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Η επίδραση της ονδανσετρόνης στη θεραπεία του μυοπεριτονιακού συνδρόμου. Μια κλινική τυχαιοποιημένη μελέτη"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Τριανταφύλλου Κωνσταντίνα","Triantafyllou Konstantina"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Σκοπός Το Μυοπεριτονιακό Σύνδρομο (MPS) αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες χρόνιου μυοσκελετικού πόνου και χαρακτηρίζεται από εντοπισμένη δυσφορία στους μυς, την περιτονία και τους γύρω μαλακούς ιστούς. Οι εγχύσεις τοπικού αναισθητικού στα σημεία πυροδότησης (trigger points) χρησιμοποιούνται συχνά για τη θεραπεία αυτού του συνδρόμου. Η ονδανσετρόνη, ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των 5-HT₃ υποδοχέων, με ευρεία χρήση κυρίως ως αντιεμετικό, έχει φανεί ότι διαθέτει αναλγητικές δράσεις. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα εγχύσεων ροπιβακαΐνης ως μονοθεραπεία συγκριτικά με το συνδυασμό ροπιβακαΐνης και ονδανσετρόνης σε trigger points σε ασθενείς με σύνδρομο μυοπεριτονιακού πόνου (MPS). Υλικό και Μέθοδος Σαράντα άτομα με κλινική διάγνωση μυοπεριτονιακού συνδρόμου (MPS) με κλινικά επώδυνα σημεία πυροδότησης (trigger points) στους οσφυϊκούς παρασπονδυλικούς μυς, τον τετράγωνο οσφυϊκό και τους γλουτιαίους μυς, τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες: η ομάδα Α έλαβε εγχύσεις μόνο με ροπιβακαΐνη 0,2%, ενώ η ομάδα Β έλαβε εγχύσεις με ροπιβακαΐνη 0,2% σε συνδυασμό με ονδανσετρόνη. Σε κάθε trigger point έγινε έγχυση με 3 ml του αντίστοιχου διαλύματος, με τα διαλύματα και για τις δύο ομάδες να είναι οπτικά πανομοιότυπα. Η ένταση του πόνου αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας την Αριθμητική Κλίμακα Αξιολόγησης (NRS) πριν από την έγχυση των σημείων πυροδότησης, καθώς και στις 72 ώρες, μία εβδομάδα και δύο εβδομάδες μετά την έγχυση. Αποτελέσματα Και οι δύο ομάδες παρουσίασαν μείωση των βαθμολογιών του πόνου μετά τη θεραπεία. Ωστόσο, η ομάδα Α εμφάνισε σημαντικά μεγαλύτερη αναλγητική βελτίωση σε όλα τα χρονικά σημεία παρακολούθησης, σύμφωνα με τις βαθμολογίες της κλίμακας NRS, σε σύγκριση με την ομάδα Β (p&lt;0,001 στις 72 ώρες και στη μία εβδομάδα μετά την έγχυση και p=0,003 στις δύο εβδομάδες μετά την έγχυση). Συμπεράσματα Η προσθήκη ονδανσετρόνης στη ροπιβακαΐνη μπορεί να ανταγωνίζεται την αναλγητική της αποτελεσματικότητα. Αυτή η επίδραση θα μπορούσε να εξηγηθεί από μια φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση, καθώς η ονδανσετρόνη μπορεί να τροποποιεί τη μετάδοση των αλγαισθητικών σημάτων μέσω του ανταγωνισμού των υποδοχέων 5-HT₃ και να παρεμβαίνει στη δράση των τοπικών αναισθητικών που εξαρτάται από τους διαύλους νατρίου.","Purpose A common cause of chronic musculoskeletal pain, myofascial pain syndrome (MPS), is characterized by localized discomfort in the muscles, fascia, or surrounding soft tissues. Local anesthetic injections into trigger points are frequently used for the treatment of this syndrome. Ondansetron, a selective 5-HT₃ receptor antagonist widely used primarily as an antiemetic, has been shown to exhibit antinociceptive properties. The aim of the present study was to evaluate the effectiveness of ropivacaine injections as monotherapy compared with the combination of ropivacaine and ondansetron administered at trigger points in patients with myofascial pain syndrome (MPS). Materials and Methods Forty individuals with a clinical diagnosis of myofascial pain syndrome (MPS) and clinical tender trigger points in the lumbar paraspinal muscles, quadratus lumborum, and gluteal muscles were randomized into two groups: group A received injections containing only 0.2% ropivacaine, whereas group B received injections with 0.2% ropivacaine combined with ondansetron. Each trigger point was injected with 3 ml of the respective solution and the solutions used for each group were visually identical. Pain intensity was assessed using the Numeric Rating Scale (NRS) prior to the injections, as well as at 72 hours, one week, and two weeks post-injection. Results Both groups demonstrated a reduction in pain scores following treatment. However, group A exhibited significantly greater analgesic improvement at all follow-up time points, according to NRS scores, compared to group B (p&lt;0.001 at 72 hours and one week post-injection, and p=0.003 at two weeks post-injection). Conclusions The addition of ondansetron to ropivacaine may antagonize its analgesic efficacy. This effect could be explained by a pharmacodynamic interaction, as ondansetron may modulate nociceptive neurotransmission through 5-HT₃ receptor antagonism and interfere with sodium channel-mediated local anesthetic action."],"dc:identifier":["uoadl:5402898","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402898"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Η επίδραση της ονδανσετρόνης στη θεραπεία του μυοπεριτονιακού συνδρόμου. Μια κλινική τυχαιοποιημένη μελέτη"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:34Z"}