{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402878"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402878","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Παγκρεατικές και ηπατικές επιδράσεις των GLP-1 αναλόγων και αγωνιστών υποδοχέων: βιβλιογραφική ανασκόπηση της ασφάλειας και των πιθανών μηχανισμών","abstract":"Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 και η παχυσαρκία αποτελούν 2 από τις σημαντικότερες μεταβολικές διαταραχές της σύγχρονης εποχής, με πυρήνα της παθογένεσης την ινσουλινοαντίσταση και τη χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Στο πλαίσιο αυτό οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 έχουν αναδειχθεί ως μια ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία φαρμάκων. Το γαστρεντερικό GLP-1 συμμετέχει φυσιολογικά στη ρύθμιση της γλυκόζης μέσω ενίσχυσης της γλυκοζοεξαρτώμενης έκκρισης ινσουλίνης, καταστολής της έκκρισης γλυκαγόνης, επιβράδυνσης της γαστρικής κένωσης και μείωσης της όρεξης. Οι GLP-1RAs αξιοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς, προσφέροντας σημαντική βελτίωση στον γλυκαιμικό έλεγχο, μείωση του σωματικού βάρος και ευνοϊκή επίδραση στο καρδιομεταβολικό προφίλ, ωστόσο οι εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κυρίως γαστρεντερικά συμπτώματα. Σε κλινικό επίπεδο, αναφορικά με το πάγκρεας, οι GLP-1RAs φαίνεται να έχουν ευνοϊκή επίδραση στη λειτουργία και βιωσιμότητα των β-κυττάρων, ενισχύοντας τη γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας τη μεταβολική τους καταπόνηση με μείωση της γλυκοτοξικότητας, της λιποτοξικότητας και του στρες ενδοπλασματικού δικτύου. Παρόλα αυτά, έχουν καταγραφεί σε κλινικές μελέτες σπάνιες περιπτώσεις παγκρεατίτιδας, με μη πλήρως αποσαφηνισμένους μηχανισμούς, και περιστατικά παγκρεατικής νεοπλασίας τα οποία είναι μεμονωμένα και δεν εξάγουν μια στατιστικά σημαντική σχέση. Η συνολική βιβλιογραφία δεν τεκμηριώνει ισχυρή αιτιώδη σχέση, οι ευνοϊκές επιδράσεις φαίνεται να είναι ισχυρότερες των πιθανών κινδύνων, ωστόσο αποδεικνύεται η ανάγκη για προσεκτική παρακολούθηση. Σε ηπατικό επίπεδο, οι GLP-1RAs παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω της σχέσης τους με τη μεταβολική δυσλειτουργία που σχετίζεται με τη MASLD/MASH και το HCC. Οι σύγχρονες μελέτες αποδεικνύουν μείωση της συσσώρευσης του ηπατικού λίπους, της φλεγμονής και πιθανότατα της εξέλιξης προς ίνωση και κίρρωση, κυρίως μέσω έμμεσων μεταβολικών μηχανισμών όπως η απώλεια βάρους, η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και η ρύθμιση των μονοπατιών φλεγμονής. Επιπρόσθετα, αρκετές μελέτες κοορτής και μετα-αναλύσεις υποστηρίζουν πιθανή μείωση του κινδύνου HCC σε ασθενείς με ΣΔτ2 και MASLD. Συμπληρωματικά, έχει αναδειχθεί και η κατάσταση της φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης που σχετίζεται με ιδιοσυγκρασιακούς μηχανισμούς και δεν αναιρεί το συνολικό ευνοϊκό προφίλ των GLP-1RAs. Συνολικά, οι GLP-1RAs αποτελούν μια θεραπευτική κατηγορία με πολυεπίπεδη δράση στον μεταβολισμό, το πάγκρεας και το ήπαρ, προσφέροντας σημαντικά οφέλη σε ασθενείς με ΣΔτ2 και παχυσαρκία, αλλά και πιθανές επεκτάσεις σε ηπατοπάθειες και ενδεχομένως παγκρεατίτιδα ή και επιβάρυνση προς νεοπλασματική κατεύθυνση, γεγονός που δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη μακροχρόνια ασφάλεια, τους μηχανισμούς σπανίων ανεπιθύμητων ενεργειών και την εξατομίκευση της θεραπείας.","abstract_html":"Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 και η παχυσαρκία αποτελούν 2 από τις σημαντικότερες μεταβολικές διαταραχές της σύγχρονης εποχής, με πυρήνα της παθογένεσης την ινσουλινοαντίσταση και τη χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Στο πλαίσιο αυτό οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 έχουν αναδειχθεί ως μια ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία φαρμάκων. Το γαστρεντερικό GLP-1 συμμετέχει φυσιολογικά στη ρύθμιση της γλυκόζης μέσω ενίσχυσης της γλυκοζοεξαρτώμενης έκκρισης ινσουλίνης, καταστολής της έκκρισης γλυκαγόνης, επιβράδυνσης της γαστρικής κένωσης και μείωσης της όρεξης. Οι GLP-1RAs αξιοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς, προσφέροντας σημαντική βελτίωση στον γλυκαιμικό έλεγχο, μείωση του σωματικού βάρος και ευνοϊκή επίδραση στο καρδιομεταβολικό προφίλ, ωστόσο οι εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κυρίως γαστρεντερικά συμπτώματα. Σε κλινικό επίπεδο, αναφορικά με το πάγκρεας, οι GLP-1RAs φαίνεται να έχουν ευνοϊκή επίδραση στη λειτουργία και βιωσιμότητα των β-κυττάρων, ενισχύοντας τη γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας τη μεταβολική τους καταπόνηση με μείωση της γλυκοτοξικότητας, της λιποτοξικότητας και του στρες ενδοπλασματικού δικτύου. Παρόλα αυτά, έχουν καταγραφεί σε κλινικές μελέτες σπάνιες περιπτώσεις παγκρεατίτιδας, με μη πλήρως αποσαφηνισμένους μηχανισμούς, και περιστατικά παγκρεατικής νεοπλασίας τα οποία είναι μεμονωμένα και δεν εξάγουν μια στατιστικά σημαντική σχέση. Η συνολική βιβλιογραφία δεν τεκμηριώνει ισχυρή αιτιώδη σχέση, οι ευνοϊκές επιδράσεις φαίνεται να είναι ισχυρότερες των πιθανών κινδύνων, ωστόσο αποδεικνύεται η ανάγκη για προσεκτική παρακολούθηση. Σε ηπατικό επίπεδο, οι GLP-1RAs παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω της σχέσης τους με τη μεταβολική δυσλειτουργία που σχετίζεται με τη MASLD/MASH και το HCC. Οι σύγχρονες μελέτες αποδεικνύουν μείωση της συσσώρευσης του ηπατικού λίπους, της φλεγμονής και πιθανότατα της εξέλιξης προς ίνωση και κίρρωση, κυρίως μέσω έμμεσων μεταβολικών μηχανισμών όπως η απώλεια βάρους, η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και η ρύθμιση των μονοπατιών φλεγμονής. Επιπρόσθετα, αρκετές μελέτες κοορτής και μετα-αναλύσεις υποστηρίζουν πιθανή μείωση του κινδύνου HCC σε ασθενείς με ΣΔτ2 και MASLD. Συμπληρωματικά, έχει αναδειχθεί και η κατάσταση της φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης που σχετίζεται με ιδιοσυγκρασιακούς μηχανισμούς και δεν αναιρεί το συνολικό ευνοϊκό προφίλ των GLP-1RAs. Συνολικά, οι GLP-1RAs αποτελούν μια θεραπευτική κατηγορία με πολυεπίπεδη δράση στον μεταβολισμό, το πάγκρεας και το ήπαρ, προσφέροντας σημαντικά οφέλη σε ασθενείς με ΣΔτ2 και παχυσαρκία, αλλά και πιθανές επεκτάσεις σε ηπατοπάθειες και ενδεχομένως παγκρεατίτιδα ή και επιβάρυνση προς νεοπλασματική κατεύθυνση, γεγονός που δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη μακροχρόνια ασφάλεια, τους μηχανισμούς σπανίων ανεπιθύμητων ενεργειών και την εξατομίκευση της θεραπείας.","abstract_has_math":false,"creators":["Μπαλαλά Χρυσούλα","Balala Chrysoula"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:34Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5402878"],"render_values":[{"text":"uoadl:5402878","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402878","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Μπαλαλά Χρυσούλα","Balala Chrysoula"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5402878","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402878"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 και η παχυσαρκία αποτελούν 2 από τις σημαντικότερες μεταβολικές διαταραχές της σύγχρονης εποχής, με πυρήνα της παθογένεσης την ινσουλινοαντίσταση και τη χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Στο πλαίσιο αυτό οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 έχουν αναδειχθεί ως μια ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία φαρμάκων. Το γαστρεντερικό GLP-1 συμμετέχει φυσιολογικά στη ρύθμιση της γλυκόζης μέσω ενίσχυσης της γλυκοζοεξαρτώμενης έκκρισης ινσουλίνης, καταστολής της έκκρισης γλυκαγόνης, επιβράδυνσης της γαστρικής κένωσης και μείωσης της όρεξης. Οι GLP-1RAs αξιοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς, προσφέροντας σημαντική βελτίωση στον γλυκαιμικό έλεγχο, μείωση του σωματικού βάρος και ευνοϊκή επίδραση στο καρδιομεταβολικό προφίλ, ωστόσο οι εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κυρίως γαστρεντερικά συμπτώματα. Σε κλινικό επίπεδο, αναφορικά με το πάγκρεας, οι GLP-1RAs φαίνεται να έχουν ευνοϊκή επίδραση στη λειτουργία και βιωσιμότητα των β-κυττάρων, ενισχύοντας τη γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας τη μεταβολική τους καταπόνηση με μείωση της γλυκοτοξικότητας, της λιποτοξικότητας και του στρες ενδοπλασματικού δικτύου. Παρόλα αυτά, έχουν καταγραφεί σε κλινικές μελέτες σπάνιες περιπτώσεις παγκρεατίτιδας, με μη πλήρως αποσαφηνισμένους μηχανισμούς, και περιστατικά παγκρεατικής νεοπλασίας τα οποία είναι μεμονωμένα και δεν εξάγουν μια στατιστικά σημαντική σχέση. Η συνολική βιβλιογραφία δεν τεκμηριώνει ισχυρή αιτιώδη σχέση, οι ευνοϊκές επιδράσεις φαίνεται να είναι ισχυρότερες των πιθανών κινδύνων, ωστόσο αποδεικνύεται η ανάγκη για προσεκτική παρακολούθηση. Σε ηπατικό επίπεδο, οι GLP-1RAs παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω της σχέσης τους με τη μεταβολική δυσλειτουργία που σχετίζεται με τη MASLD/MASH και το HCC. Οι σύγχρονες μελέτες αποδεικνύουν μείωση της συσσώρευσης του ηπατικού λίπους, της φλεγμονής και πιθανότατα της εξέλιξης προς ίνωση και κίρρωση, κυρίως μέσω έμμεσων μεταβολικών μηχανισμών όπως η απώλεια βάρους, η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και η ρύθμιση των μονοπατιών φλεγμονής. Επιπρόσθετα, αρκετές μελέτες κοορτής και μετα-αναλύσεις υποστηρίζουν πιθανή μείωση του κινδύνου HCC σε ασθενείς με ΣΔτ2 και MASLD. Συμπληρωματικά, έχει αναδειχθεί και η κατάσταση της φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης που σχετίζεται με ιδιοσυγκρασιακούς μηχανισμούς και δεν αναιρεί το συνολικό ευνοϊκό προφίλ των GLP-1RAs. Συνολικά, οι GLP-1RAs αποτελούν μια θεραπευτική κατηγορία με πολυεπίπεδη δράση στον μεταβολισμό, το πάγκρεας και το ήπαρ, προσφέροντας σημαντικά οφέλη σε ασθενείς με ΣΔτ2 και παχυσαρκία, αλλά και πιθανές επεκτάσεις σε ηπατοπάθειες και ενδεχομένως παγκρεατίτιδα ή και επιβάρυνση προς νεοπλασματική κατεύθυνση, γεγονός που δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη μακροχρόνια ασφάλεια, τους μηχανισμούς σπανίων ανεπιθύμητων ενεργειών και την εξατομίκευση της θεραπείας.","Type 2 DM and obesity constitute two of the most important metabolic disorders of the modern era, with insulin resistance and chronic low-grade inflammation forming the core of their pathogenesis. In this context, glucagon-like peptide-1 receptor agonists (GLP-1RAs) have emerged as a particularly important class of pharmacological agents. Gastrointestinal GLP-1 physiologically contributes to glucose regulation by enhancing glucose-dependent insulin secretion, suppressing glucagon release, delaying gastric emptying, and reducing appetite. GLP-1RAs exploit these mechanisms, providing significant improvement in glycaemic control, reduction in body weight, and favorable effects on the cardiometabolic profile; however, the reported adverse effects primarily include gastrointestinalsymptoms At the clinical level, with regard to the pancreas, GLP-1RAs appear to exert beneficial effects on the function and viability of β-cells by enhancing glucosedependent insulin secretion and reducing metabolic stress through attenuation of glucotoxicity, lipotoxicity, and endoplasmic reticulum stress. Nevertheless, rare cases of pancreatitis have been reported in clinical studies, with mechanisms that are not fully elucidated, as well as isolated cases of pancreatic neoplasia, which do not establish a statistically significant association. The overall body of literature does not substantiate a strong causal association, while the beneficial effects appear to outweigh the potential risks, nevertheless, there is evident need for careful clinical monitoring. At the hepatic level, GLP-1RAs are of particular interest due to their association with metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease (MASLD/MASH) and hepatocellular carcinoma (HCC). Contemporary studies demonstrate a reduction in hepatic fat accumulation, inflammation, and potentially disease progression toward fibrosis and cirrhosis, mainly through indirect metabolic mechanisms such as weight loss, improved insulin sensitivity, and modulation of inflammatory pathways. Furthermore, several cohort studies and meta-analyses support a possible reduction in HCC risk among patients with type 2 diabetes and MASLD. In addition, drug-induced liver injury has been identified, primarily associated with idiosyncratic mechanisms, which does not negate the overall favorable safety profile of GLP-1RAs. Overall, GLP-1RAs represent a therapeutic class with multi-level effects on metabolism, the pancreas, and the liver, offering significant benefits in patients with type 2 diabetes and obesity, as well as potential applications in liver diseases and possibly pancreatitis or even a shift toward neoplastic processes, although this has not been fully clarified. Nevertheless, further research is required to evaluate long-term safety, elucidate the mechanisms of rare adverse effects, and optimize individualized treatment strategies."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Παγκρεατικές και ηπατικές επιδράσεις των GLP-1 αναλόγων και αγωνιστών υποδοχέων: βιβλιογραφική ανασκόπηση της ασφάλειας και των πιθανών μηχανισμών"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Μπαλαλά Χρυσούλα","Balala Chrysoula"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 και η παχυσαρκία αποτελούν 2 από τις σημαντικότερες μεταβολικές διαταραχές της σύγχρονης εποχής, με πυρήνα της παθογένεσης την ινσουλινοαντίσταση και τη χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Στο πλαίσιο αυτό οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 έχουν αναδειχθεί ως μια ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία φαρμάκων. Το γαστρεντερικό GLP-1 συμμετέχει φυσιολογικά στη ρύθμιση της γλυκόζης μέσω ενίσχυσης της γλυκοζοεξαρτώμενης έκκρισης ινσουλίνης, καταστολής της έκκρισης γλυκαγόνης, επιβράδυνσης της γαστρικής κένωσης και μείωσης της όρεξης. Οι GLP-1RAs αξιοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς, προσφέροντας σημαντική βελτίωση στον γλυκαιμικό έλεγχο, μείωση του σωματικού βάρος και ευνοϊκή επίδραση στο καρδιομεταβολικό προφίλ, ωστόσο οι εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κυρίως γαστρεντερικά συμπτώματα. Σε κλινικό επίπεδο, αναφορικά με το πάγκρεας, οι GLP-1RAs φαίνεται να έχουν ευνοϊκή επίδραση στη λειτουργία και βιωσιμότητα των β-κυττάρων, ενισχύοντας τη γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης και μειώνοντας τη μεταβολική τους καταπόνηση με μείωση της γλυκοτοξικότητας, της λιποτοξικότητας και του στρες ενδοπλασματικού δικτύου. Παρόλα αυτά, έχουν καταγραφεί σε κλινικές μελέτες σπάνιες περιπτώσεις παγκρεατίτιδας, με μη πλήρως αποσαφηνισμένους μηχανισμούς, και περιστατικά παγκρεατικής νεοπλασίας τα οποία είναι μεμονωμένα και δεν εξάγουν μια στατιστικά σημαντική σχέση. Η συνολική βιβλιογραφία δεν τεκμηριώνει ισχυρή αιτιώδη σχέση, οι ευνοϊκές επιδράσεις φαίνεται να είναι ισχυρότερες των πιθανών κινδύνων, ωστόσο αποδεικνύεται η ανάγκη για προσεκτική παρακολούθηση. Σε ηπατικό επίπεδο, οι GLP-1RAs παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω της σχέσης τους με τη μεταβολική δυσλειτουργία που σχετίζεται με τη MASLD/MASH και το HCC. Οι σύγχρονες μελέτες αποδεικνύουν μείωση της συσσώρευσης του ηπατικού λίπους, της φλεγμονής και πιθανότατα της εξέλιξης προς ίνωση και κίρρωση, κυρίως μέσω έμμεσων μεταβολικών μηχανισμών όπως η απώλεια βάρους, η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και η ρύθμιση των μονοπατιών φλεγμονής. Επιπρόσθετα, αρκετές μελέτες κοορτής και μετα-αναλύσεις υποστηρίζουν πιθανή μείωση του κινδύνου HCC σε ασθενείς με ΣΔτ2 και MASLD. Συμπληρωματικά, έχει αναδειχθεί και η κατάσταση της φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης που σχετίζεται με ιδιοσυγκρασιακούς μηχανισμούς και δεν αναιρεί το συνολικό ευνοϊκό προφίλ των GLP-1RAs. Συνολικά, οι GLP-1RAs αποτελούν μια θεραπευτική κατηγορία με πολυεπίπεδη δράση στον μεταβολισμό, το πάγκρεας και το ήπαρ, προσφέροντας σημαντικά οφέλη σε ασθενείς με ΣΔτ2 και παχυσαρκία, αλλά και πιθανές επεκτάσεις σε ηπατοπάθειες και ενδεχομένως παγκρεατίτιδα ή και επιβάρυνση προς νεοπλασματική κατεύθυνση, γεγονός που δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη μακροχρόνια ασφάλεια, τους μηχανισμούς σπανίων ανεπιθύμητων ενεργειών και την εξατομίκευση της θεραπείας.","Type 2 DM and obesity constitute two of the most important metabolic disorders of the modern era, with insulin resistance and chronic low-grade inflammation forming the core of their pathogenesis. In this context, glucagon-like peptide-1 receptor agonists (GLP-1RAs) have emerged as a particularly important class of pharmacological agents. Gastrointestinal GLP-1 physiologically contributes to glucose regulation by enhancing glucose-dependent insulin secretion, suppressing glucagon release, delaying gastric emptying, and reducing appetite. GLP-1RAs exploit these mechanisms, providing significant improvement in glycaemic control, reduction in body weight, and favorable effects on the cardiometabolic profile; however, the reported adverse effects primarily include gastrointestinalsymptoms At the clinical level, with regard to the pancreas, GLP-1RAs appear to exert beneficial effects on the function and viability of β-cells by enhancing glucosedependent insulin secretion and reducing metabolic stress through attenuation of glucotoxicity, lipotoxicity, and endoplasmic reticulum stress. Nevertheless, rare cases of pancreatitis have been reported in clinical studies, with mechanisms that are not fully elucidated, as well as isolated cases of pancreatic neoplasia, which do not establish a statistically significant association. The overall body of literature does not substantiate a strong causal association, while the beneficial effects appear to outweigh the potential risks, nevertheless, there is evident need for careful clinical monitoring. At the hepatic level, GLP-1RAs are of particular interest due to their association with metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease (MASLD/MASH) and hepatocellular carcinoma (HCC). Contemporary studies demonstrate a reduction in hepatic fat accumulation, inflammation, and potentially disease progression toward fibrosis and cirrhosis, mainly through indirect metabolic mechanisms such as weight loss, improved insulin sensitivity, and modulation of inflammatory pathways. Furthermore, several cohort studies and meta-analyses support a possible reduction in HCC risk among patients with type 2 diabetes and MASLD. In addition, drug-induced liver injury has been identified, primarily associated with idiosyncratic mechanisms, which does not negate the overall favorable safety profile of GLP-1RAs. Overall, GLP-1RAs represent a therapeutic class with multi-level effects on metabolism, the pancreas, and the liver, offering significant benefits in patients with type 2 diabetes and obesity, as well as potential applications in liver diseases and possibly pancreatitis or even a shift toward neoplastic processes, although this has not been fully clarified. Nevertheless, further research is required to evaluate long-term safety, elucidate the mechanisms of rare adverse effects, and optimize individualized treatment strategies."],"dc:identifier":["uoadl:5402878","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402878"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Παγκρεατικές και ηπατικές επιδράσεις των GLP-1 αναλόγων και αγωνιστών υποδοχέων: βιβλιογραφική ανασκόπηση της ασφάλειας και των πιθανών μηχανισμών"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:34Z"}