{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402454"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5402454","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Σύγχρονα δεδομένα του ρόλου της καρδιαγγειακής απεικόνισης στη διαστρωμάτωση κινδύνου στη μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια","abstract":"Η διατατική μυοκαρδιοπάθεια (DCM) και η μη διατατική μυοκαρδιοπάθεια της αριστερής κοιλίας (NDLVC) αποτελούν σημαντικά αίτια καρδιακής ανεπάρκειας και αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (SCD). Η κλασική διαστρωμάτωση κινδύνου βασίστηκε ιστορικά στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF), ωστόσο αυξανόμενα δεδομένα δείχνουν ότι η αποκλειστική χρήση του LVEF αποτυγχάνει να αναγνωρίσει σημαντικό ποσοστό ασθενών με αυξημένο αρρυθμιολογικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε πρώιμα στάδια της νόσου. Η καρδιακή μαγνητική τομογραφία (CMR) έχει αναδειχθεί ως βασικό εργαλείο στη σύγχρονη διαστρωμάτωση κινδύνου, κυρίως μέσω της απεικόνισης όψιμης ενίσχυσης γαδολινίου (LGE), η οποία αντικατοπτρίζει μυοκαρδιακή ίνωση. Η παρουσία, η κατανομή και η έκταση της LGE σχετίζονται στενά με την εμφάνιση κακοήθων κοιλιακών αρρυθμιών και SCD, ανεξάρτητα από το LVEF, ακόμη και σε ασθενείς με διατηρημένη ή ήπια μειωμένη συστολική λειτουργία. Παράλληλα, νεότερες τεχνικές CMR, όπως το T1 mapping και ο υπολογισμός του εξωκυττάριου όγκου (ECV), επιτρέπουν την ανίχνευση διάχυτης ίνωσης και συμβάλλουν στην αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου πριν από την εγκατάσταση έκδηλης δυσλειτουργίας. Η ηχωκαρδιογραφία, με δείκτες όπως το global longitudinal strain (GLS), προσφέρει συμπληρωματική προγνωστική πληροφορία. Η ενσωμάτωση της γενετικής ανάλυσης έχει μεταβάλει ουσιαστικά την προσέγγιση της πρόληψης του SCD. Μεταλλάξεις σε γονίδια όπως LMNA, DSP, FLNC, PLN και RBM20 συνδέονται με ιδιαίτερα αρρυθμιογόνους φαινότυπους, συχνά ανεξάρτητα από το LVEF, καθιστώντας αναγκαία μια εξατομικευμένη, γονιδιο-καθοδηγούμενη στρατηγική. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη αναδύεται ως ισχυρό εργαλείο σύνθεσης απεικονιστικών, ηλεκτροφυσιολογικών και γενετικών δεδομένων. Συνολικά, τα σύγχρονα δεδομένα υποστηρίζουν ένα πολυπαραμετρικό μοντέλο “EF-plus” για τη βελτιστοποίηση της πρόληψης του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.","abstract_html":"Η διατατική μυοκαρδιοπάθεια (DCM) και η μη διατατική μυοκαρδιοπάθεια της αριστερής κοιλίας (NDLVC) αποτελούν σημαντικά αίτια καρδιακής ανεπάρκειας και αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (SCD). Η κλασική διαστρωμάτωση κινδύνου βασίστηκε ιστορικά στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF), ωστόσο αυξανόμενα δεδομένα δείχνουν ότι η αποκλειστική χρήση του LVEF αποτυγχάνει να αναγνωρίσει σημαντικό ποσοστό ασθενών με αυξημένο αρρυθμιολογικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε πρώιμα στάδια της νόσου. Η καρδιακή μαγνητική τομογραφία (CMR) έχει αναδειχθεί ως βασικό εργαλείο στη σύγχρονη διαστρωμάτωση κινδύνου, κυρίως μέσω της απεικόνισης όψιμης ενίσχυσης γαδολινίου (LGE), η οποία αντικατοπτρίζει μυοκαρδιακή ίνωση. Η παρουσία, η κατανομή και η έκταση της LGE σχετίζονται στενά με την εμφάνιση κακοήθων κοιλιακών αρρυθμιών και SCD, ανεξάρτητα από το LVEF, ακόμη και σε ασθενείς με διατηρημένη ή ήπια μειωμένη συστολική λειτουργία. Παράλληλα, νεότερες τεχνικές CMR, όπως το T1 mapping και ο υπολογισμός του εξωκυττάριου όγκου (ECV), επιτρέπουν την ανίχνευση διάχυτης ίνωσης και συμβάλλουν στην αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου πριν από την εγκατάσταση έκδηλης δυσλειτουργίας. Η ηχωκαρδιογραφία, με δείκτες όπως το global longitudinal strain (GLS), προσφέρει συμπληρωματική προγνωστική πληροφορία. Η ενσωμάτωση της γενετικής ανάλυσης έχει μεταβάλει ουσιαστικά την προσέγγιση της πρόληψης του SCD. Μεταλλάξεις σε γονίδια όπως LMNA, DSP, FLNC, PLN και RBM20 συνδέονται με ιδιαίτερα αρρυθμιογόνους φαινότυπους, συχνά ανεξάρτητα από το LVEF, καθιστώντας αναγκαία μια εξατομικευμένη, γονιδιο-καθοδηγούμενη στρατηγική. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη αναδύεται ως ισχυρό εργαλείο σύνθεσης απεικονιστικών, ηλεκτροφυσιολογικών και γενετικών δεδομένων. Συνολικά, τα σύγχρονα δεδομένα υποστηρίζουν ένα πολυπαραμετρικό μοντέλο “EF-plus” για τη βελτιστοποίηση της πρόληψης του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.","abstract_has_math":false,"creators":["Αντωνίου Χρήστος","Antoniou Christos"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:32Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5402454"],"render_values":[{"text":"uoadl:5402454","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402454","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Αντωνίου Χρήστος","Antoniou Christos"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5402454","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402454"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η διατατική μυοκαρδιοπάθεια (DCM) και η μη διατατική μυοκαρδιοπάθεια της αριστερής κοιλίας (NDLVC) αποτελούν σημαντικά αίτια καρδιακής ανεπάρκειας και αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (SCD). Η κλασική διαστρωμάτωση κινδύνου βασίστηκε ιστορικά στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF), ωστόσο αυξανόμενα δεδομένα δείχνουν ότι η αποκλειστική χρήση του LVEF αποτυγχάνει να αναγνωρίσει σημαντικό ποσοστό ασθενών με αυξημένο αρρυθμιολογικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε πρώιμα στάδια της νόσου. Η καρδιακή μαγνητική τομογραφία (CMR) έχει αναδειχθεί ως βασικό εργαλείο στη σύγχρονη διαστρωμάτωση κινδύνου, κυρίως μέσω της απεικόνισης όψιμης ενίσχυσης γαδολινίου (LGE), η οποία αντικατοπτρίζει μυοκαρδιακή ίνωση. Η παρουσία, η κατανομή και η έκταση της LGE σχετίζονται στενά με την εμφάνιση κακοήθων κοιλιακών αρρυθμιών και SCD, ανεξάρτητα από το LVEF, ακόμη και σε ασθενείς με διατηρημένη ή ήπια μειωμένη συστολική λειτουργία. Παράλληλα, νεότερες τεχνικές CMR, όπως το T1 mapping και ο υπολογισμός του εξωκυττάριου όγκου (ECV), επιτρέπουν την ανίχνευση διάχυτης ίνωσης και συμβάλλουν στην αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου πριν από την εγκατάσταση έκδηλης δυσλειτουργίας. Η ηχωκαρδιογραφία, με δείκτες όπως το global longitudinal strain (GLS), προσφέρει συμπληρωματική προγνωστική πληροφορία. Η ενσωμάτωση της γενετικής ανάλυσης έχει μεταβάλει ουσιαστικά την προσέγγιση της πρόληψης του SCD. Μεταλλάξεις σε γονίδια όπως LMNA, DSP, FLNC, PLN και RBM20 συνδέονται με ιδιαίτερα αρρυθμιογόνους φαινότυπους, συχνά ανεξάρτητα από το LVEF, καθιστώντας αναγκαία μια εξατομικευμένη, γονιδιο-καθοδηγούμενη στρατηγική. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη αναδύεται ως ισχυρό εργαλείο σύνθεσης απεικονιστικών, ηλεκτροφυσιολογικών και γενετικών δεδομένων. Συνολικά, τα σύγχρονα δεδομένα υποστηρίζουν ένα πολυπαραμετρικό μοντέλο “EF-plus” για τη βελτιστοποίηση της πρόληψης του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.","Dilated cardiomyopathy (DCM) and non-dilated left ventricular cardiomyopathy (NDLVC) represent major causes of heart failure and sudden cardiac death (SCD). Risk stratification has traditionally relied on left ventricular ejection fraction (LVEF); however, growing evidence indicates that LVEF alone fails to identify a substantial proportion of patients at increased arrhythmic risk, particularly in early disease stages. Cardiac magnetic resonance (CMR) has emerged as a cornerstone in contemporary risk assessment, primarily through late gadolinium enhancement (LGE), which reflects myocardial fibrosis. The presence, distribution, and extent of LGE are strongly associated with malignant ventricular arrhythmias and SCD, independent of LVEF, even in patients with preserved or mildly reduced systolic function. Advanced CMR techniques, including native T1 mapping and extracellular volume (ECV) quantification, enable detection of diffuse myocardial fibrosis and provide incremental prognostic information. Echocardiographic parameters such as global longitudinal strain (GLS) further refine early risk assessment. Genetic testing has reshaped clinical management by identifying high-risk genotypes— such as LMNA, DSP, FLNC, PLN, and RBM20—often associated with severe arrhythmic phenotypes regardless of LVEF. In parallel, artificial intelligence applications in cardiac imaging offer novel approaches for integrating imaging, electrophysiologic, and genetic data. Collectively, these advances support a multiparametric “EF-plus” strategy aimed at improving individualized prevention of sudden cardiac death."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Σύγχρονα δεδομένα του ρόλου της καρδιαγγειακής απεικόνισης στη διαστρωμάτωση κινδύνου στη μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Αντωνίου Χρήστος","Antoniou Christos"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η διατατική μυοκαρδιοπάθεια (DCM) και η μη διατατική μυοκαρδιοπάθεια της αριστερής κοιλίας (NDLVC) αποτελούν σημαντικά αίτια καρδιακής ανεπάρκειας και αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (SCD). Η κλασική διαστρωμάτωση κινδύνου βασίστηκε ιστορικά στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF), ωστόσο αυξανόμενα δεδομένα δείχνουν ότι η αποκλειστική χρήση του LVEF αποτυγχάνει να αναγνωρίσει σημαντικό ποσοστό ασθενών με αυξημένο αρρυθμιολογικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε πρώιμα στάδια της νόσου. Η καρδιακή μαγνητική τομογραφία (CMR) έχει αναδειχθεί ως βασικό εργαλείο στη σύγχρονη διαστρωμάτωση κινδύνου, κυρίως μέσω της απεικόνισης όψιμης ενίσχυσης γαδολινίου (LGE), η οποία αντικατοπτρίζει μυοκαρδιακή ίνωση. Η παρουσία, η κατανομή και η έκταση της LGE σχετίζονται στενά με την εμφάνιση κακοήθων κοιλιακών αρρυθμιών και SCD, ανεξάρτητα από το LVEF, ακόμη και σε ασθενείς με διατηρημένη ή ήπια μειωμένη συστολική λειτουργία. Παράλληλα, νεότερες τεχνικές CMR, όπως το T1 mapping και ο υπολογισμός του εξωκυττάριου όγκου (ECV), επιτρέπουν την ανίχνευση διάχυτης ίνωσης και συμβάλλουν στην αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου πριν από την εγκατάσταση έκδηλης δυσλειτουργίας. Η ηχωκαρδιογραφία, με δείκτες όπως το global longitudinal strain (GLS), προσφέρει συμπληρωματική προγνωστική πληροφορία. Η ενσωμάτωση της γενετικής ανάλυσης έχει μεταβάλει ουσιαστικά την προσέγγιση της πρόληψης του SCD. Μεταλλάξεις σε γονίδια όπως LMNA, DSP, FLNC, PLN και RBM20 συνδέονται με ιδιαίτερα αρρυθμιογόνους φαινότυπους, συχνά ανεξάρτητα από το LVEF, καθιστώντας αναγκαία μια εξατομικευμένη, γονιδιο-καθοδηγούμενη στρατηγική. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη αναδύεται ως ισχυρό εργαλείο σύνθεσης απεικονιστικών, ηλεκτροφυσιολογικών και γενετικών δεδομένων. Συνολικά, τα σύγχρονα δεδομένα υποστηρίζουν ένα πολυπαραμετρικό μοντέλο “EF-plus” για τη βελτιστοποίηση της πρόληψης του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.","Dilated cardiomyopathy (DCM) and non-dilated left ventricular cardiomyopathy (NDLVC) represent major causes of heart failure and sudden cardiac death (SCD). Risk stratification has traditionally relied on left ventricular ejection fraction (LVEF); however, growing evidence indicates that LVEF alone fails to identify a substantial proportion of patients at increased arrhythmic risk, particularly in early disease stages. Cardiac magnetic resonance (CMR) has emerged as a cornerstone in contemporary risk assessment, primarily through late gadolinium enhancement (LGE), which reflects myocardial fibrosis. The presence, distribution, and extent of LGE are strongly associated with malignant ventricular arrhythmias and SCD, independent of LVEF, even in patients with preserved or mildly reduced systolic function. Advanced CMR techniques, including native T1 mapping and extracellular volume (ECV) quantification, enable detection of diffuse myocardial fibrosis and provide incremental prognostic information. Echocardiographic parameters such as global longitudinal strain (GLS) further refine early risk assessment. Genetic testing has reshaped clinical management by identifying high-risk genotypes— such as LMNA, DSP, FLNC, PLN, and RBM20—often associated with severe arrhythmic phenotypes regardless of LVEF. In parallel, artificial intelligence applications in cardiac imaging offer novel approaches for integrating imaging, electrophysiologic, and genetic data. Collectively, these advances support a multiparametric “EF-plus” strategy aimed at improving individualized prevention of sudden cardiac death."],"dc:identifier":["uoadl:5402454","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5402454"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Σύγχρονα δεδομένα του ρόλου της καρδιαγγειακής απεικόνισης στη διαστρωμάτωση κινδύνου στη μη ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:32Z"}