{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5401182"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5401182","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Διαχείριση Εναερίων Μέσων από το Πυροσβεστικό Σώμα κατά τις επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης. Αξιολόγηση Επιχειρησιακής Αποτελεσματικότητας και Στρατηγικές Βελτιστοποίησης διαχείρισης υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης.","abstract":"Η κλιματική κρίση έχει εισαγάγει τον πλανήτη στην εποχή του «Πυρόκαινου», μετατρέποντας τις δασικές πυρκαγιές από έναν φυσικό μηχανισμό αναγέννησης των δασών σε μια ακραία υπαρξιακή απειλή. Στην Ελλάδα και την ευρύτερη Μεσόγειο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι παρατεταμένοι καύσωνες δημιουργούν τις λεγόμενες «πυρκαγιές έκτης γενιάς» (mega-fires), οι οποίες αναπτύσσουν δικά τους μικροκλίματα και εκλύουν ασύλληπτη θερμική ενέργεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραδοσιακή αεροπυρόσβεση φτάνει συχνά στα αεροδυναμικά της όρια, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την άνωση και την απόδοση των κινητήρων (φαινόμενο Υψομέτρου Πυκνότητας), περιορίζοντας δραματικά το ωφέλιμο φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν τα αεροσκάφη. Ως απάντηση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο κρατικός μηχανισμός αναγκάστηκε να μεταβεί από την παθητική καταστολή στην προληπτική διαχείριση, υιοθετώντας το νέο επιχειρησιακό δόγμα της «Ενεργού Μάχης». Το μοντέλο αυτό αυτοματοποιεί τις εντολές άμεσης απογείωσης (scramble) και βασίζεται στην προληπτική διασπορά έμφορτων μέσων κοντά στις ζώνες υψηλού κινδύνου, επιτυγχάνοντας εντυπωσιακούς χρόνους απόκρισης, όπως ο μέσος χρόνος-ρεκόρ των 14 λεπτών και 12 δευτερολέπτων για την πρώτη προσβολή που καταγράφηκε το 2025. Παράλληλα, θεσμοθετούνται αυστηρότερα μέτρα στο έδαφος, όπως ο έγκαιρος καθαρισμός των οικοπέδων (έως τις 15 Ιουνίου) και η χρήση της προδιαγεγραμμένης καύσης. Κεντρικό πυλώνα αυτού του μετασχηματισμού αποτελεί το εξοπλιστικό πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», ύψους άνω των 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στοχεύει στον ριζικό τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της πολιτικής προστασίας. Μέσω αυτού, δρομολογείται η σταδιακή αντικατάσταση των γηρασμένων Canadair CL-215 με επτά υπερσύγχρονα αμφίβια αεροσκάφη DHC-515, καθώς και η προμήθεια νέων ελικοπτέρων μεσαίου τύπου (H215). Η μεγαλύτερη καινοτομία, ωστόσο, είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού οικοσυστήματος επιτήρησης (C4I), με δεκάδες drones και ειδικά αεροσκάφη ISR, που μεταδίδουν ζωντανή εικόνα στο κέντρο επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), προσφέροντας μια Κοινή Επιχειρησιακή Εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Σε επιχειρησιακό και οικονομοτεχνικό επίπεδο, η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη για βελτιστοποίηση του μείγματος του εναέριου στόλου (Mixed Fleet Optimization). Εισάγοντας τον αυστηρό δείκτη Κόστους ανά Παραδοτέο Λίτρο (CPDL), αποδεικνύεται ότι η χρήση βαρέων αεροσκαφών για την προσβολή μικρών εστιών σε μεγάλες αποστάσεις είναι οικονομικά και τακτικά ασύμφορη. Αντίθετα, τα μικρότερα και πιο ευέλικτα αεροσκάφη (όπως τα Air Tractors) υπερτερούν συντριπτικά στην παράκτια ζώνη και στην πρώτη προσβολή, ενώ τα βαρέα ελικόπτερα είναι απολύτως αναντικατάστατα σε δύσβατες ηπειρωτικές περιοχές και στην προστασία περιαστικών υποδομών (point protection). Επιπρόσθετα, η κλίμακα των σύγχρονων πυρκαγιών καθιστά τη διεθνή συνεργασία επιβεβλημένη, με την Ελλάδα να αναβαθμίζεται σε στρατηγικό κόμβο του ευρωπαϊκού μηχανισμού rescEU, φιλοξενώντας εναέρια μέσα και πυροσβέστες από άλλες χώρες για την παροχή άμεσης διασυνοριακής αλληλεγγύης. Εντούτοις, όπως τονίζεται στη διατριβή, η αεροπυρόσβεση από μόνη της δεν επαρκεί εάν δεν συνοδεύεται από την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Πυρκαγιών (IFM). Εθνικά προγράμματα όπως το «Anti-NERO» είναι κρίσιμα, καθώς εστιάζουν στη μείωση της καύσιμης ύλης στα δάση, προκειμένου οι ρίψεις νερού από αέρος να μπορούν πράγματι να διαπεράσουν το φύλλωμα και να είναι αποτελεσματικές. Συμπερασματικά, η διαχείριση των εναέριων μέσων δασοπυρόσβεσης περνά οριστικά από τη σφαίρα του εμπειρικού ηρωισμού σε μια διαδικασία αυστηρής τεχνοκρατικής iii διαχείρισης. Η μελλοντική ανθεκτικότητα του εθνικού συστήματος εξαρτάται από τον συνδυασμό μιας κάθετης, ψηφιοποιημένης διοίκησης, της ταχύτατης αρχικής προσβολής βάσει επιστημονικής πρόγνωσης, και της στενής συνέργειας εναέριων και επίγειων δυνάμεων, διατηρώντας πάντα ως ύψιστη προτεραιότητα την πρόληψη και την ασφάλεια των πτήσεων.","abstract_html":"Η κλιματική κρίση έχει εισαγάγει τον πλανήτη στην εποχή του «Πυρόκαινου», μετατρέποντας τις δασικές πυρκαγιές από έναν φυσικό μηχανισμό αναγέννησης των δασών σε μια ακραία υπαρξιακή απειλή. Στην Ελλάδα και την ευρύτερη Μεσόγειο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι παρατεταμένοι καύσωνες δημιουργούν τις λεγόμενες «πυρκαγιές έκτης γενιάς» (mega-fires), οι οποίες αναπτύσσουν δικά τους μικροκλίματα και εκλύουν ασύλληπτη θερμική ενέργεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραδοσιακή αεροπυρόσβεση φτάνει συχνά στα αεροδυναμικά της όρια, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την άνωση και την απόδοση των κινητήρων (φαινόμενο Υψομέτρου Πυκνότητας), περιορίζοντας δραματικά το ωφέλιμο φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν τα αεροσκάφη. Ως απάντηση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο κρατικός μηχανισμός αναγκάστηκε να μεταβεί από την παθητική καταστολή στην προληπτική διαχείριση, υιοθετώντας το νέο επιχειρησιακό δόγμα της «Ενεργού Μάχης». Το μοντέλο αυτό αυτοματοποιεί τις εντολές άμεσης απογείωσης (scramble) και βασίζεται στην προληπτική διασπορά έμφορτων μέσων κοντά στις ζώνες υψηλού κινδύνου, επιτυγχάνοντας εντυπωσιακούς χρόνους απόκρισης, όπως ο μέσος χρόνος-ρεκόρ των 14 λεπτών και 12 δευτερολέπτων για την πρώτη προσβολή που καταγράφηκε το 2025. Παράλληλα, θεσμοθετούνται αυστηρότερα μέτρα στο έδαφος, όπως ο έγκαιρος καθαρισμός των οικοπέδων (έως τις 15 Ιουνίου) και η χρήση της προδιαγεγραμμένης καύσης. Κεντρικό πυλώνα αυτού του μετασχηματισμού αποτελεί το εξοπλιστικό πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», ύψους άνω των 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στοχεύει στον ριζικό τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της πολιτικής προστασίας. Μέσω αυτού, δρομολογείται η σταδιακή αντικατάσταση των γηρασμένων Canadair CL-215 με επτά υπερσύγχρονα αμφίβια αεροσκάφη DHC-515, καθώς και η προμήθεια νέων ελικοπτέρων μεσαίου τύπου (H215). Η μεγαλύτερη καινοτομία, ωστόσο, είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού οικοσυστήματος επιτήρησης (C4I), με δεκάδες drones και ειδικά αεροσκάφη ISR, που μεταδίδουν ζωντανή εικόνα στο κέντρο επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), προσφέροντας μια Κοινή Επιχειρησιακή Εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Σε επιχειρησιακό και οικονομοτεχνικό επίπεδο, η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη για βελτιστοποίηση του μείγματος του εναέριου στόλου (Mixed Fleet Optimization). Εισάγοντας τον αυστηρό δείκτη Κόστους ανά Παραδοτέο Λίτρο (CPDL), αποδεικνύεται ότι η χρήση βαρέων αεροσκαφών για την προσβολή μικρών εστιών σε μεγάλες αποστάσεις είναι οικονομικά και τακτικά ασύμφορη. Αντίθετα, τα μικρότερα και πιο ευέλικτα αεροσκάφη (όπως τα Air Tractors) υπερτερούν συντριπτικά στην παράκτια ζώνη και στην πρώτη προσβολή, ενώ τα βαρέα ελικόπτερα είναι απολύτως αναντικατάστατα σε δύσβατες ηπειρωτικές περιοχές και στην προστασία περιαστικών υποδομών (point protection). Επιπρόσθετα, η κλίμακα των σύγχρονων πυρκαγιών καθιστά τη διεθνή συνεργασία επιβεβλημένη, με την Ελλάδα να αναβαθμίζεται σε στρατηγικό κόμβο του ευρωπαϊκού μηχανισμού rescEU, φιλοξενώντας εναέρια μέσα και πυροσβέστες από άλλες χώρες για την παροχή άμεσης διασυνοριακής αλληλεγγύης. Εντούτοις, όπως τονίζεται στη διατριβή, η αεροπυρόσβεση από μόνη της δεν επαρκεί εάν δεν συνοδεύεται από την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Πυρκαγιών (IFM). Εθνικά προγράμματα όπως το «Anti-NERO» είναι κρίσιμα, καθώς εστιάζουν στη μείωση της καύσιμης ύλης στα δάση, προκειμένου οι ρίψεις νερού από αέρος να μπορούν πράγματι να διαπεράσουν το φύλλωμα και να είναι αποτελεσματικές. Συμπερασματικά, η διαχείριση των εναέριων μέσων δασοπυρόσβεσης περνά οριστικά από τη σφαίρα του εμπειρικού ηρωισμού σε μια διαδικασία αυστηρής τεχνοκρατικής iii διαχείρισης. Η μελλοντική ανθεκτικότητα του εθνικού συστήματος εξαρτάται από τον συνδυασμό μιας κάθετης, ψηφιοποιημένης διοίκησης, της ταχύτατης αρχικής προσβολής βάσει επιστημονικής πρόγνωσης, και της στενής συνέργειας εναέριων και επίγειων δυνάμεων, διατηρώντας πάντα ως ύψιστη προτεραιότητα την πρόληψη και την ασφάλεια των πτήσεων.","abstract_has_math":false,"creators":["Μούρτος Χαράλαμπος","Mourtos Charalampos"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:28Z","subjects":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5401182"],"render_values":[{"text":"uoadl:5401182","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5401182","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Μούρτος Χαράλαμπος","Mourtos Charalampos"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Θετικές Επιστήμες","Science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5401182","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5401182"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η κλιματική κρίση έχει εισαγάγει τον πλανήτη στην εποχή του «Πυρόκαινου», μετατρέποντας τις δασικές πυρκαγιές από έναν φυσικό μηχανισμό αναγέννησης των δασών σε μια ακραία υπαρξιακή απειλή. Στην Ελλάδα και την ευρύτερη Μεσόγειο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι παρατεταμένοι καύσωνες δημιουργούν τις λεγόμενες «πυρκαγιές έκτης γενιάς» (mega-fires), οι οποίες αναπτύσσουν δικά τους μικροκλίματα και εκλύουν ασύλληπτη θερμική ενέργεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραδοσιακή αεροπυρόσβεση φτάνει συχνά στα αεροδυναμικά της όρια, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την άνωση και την απόδοση των κινητήρων (φαινόμενο Υψομέτρου Πυκνότητας), περιορίζοντας δραματικά το ωφέλιμο φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν τα αεροσκάφη. Ως απάντηση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο κρατικός μηχανισμός αναγκάστηκε να μεταβεί από την παθητική καταστολή στην προληπτική διαχείριση, υιοθετώντας το νέο επιχειρησιακό δόγμα της «Ενεργού Μάχης». Το μοντέλο αυτό αυτοματοποιεί τις εντολές άμεσης απογείωσης (scramble) και βασίζεται στην προληπτική διασπορά έμφορτων μέσων κοντά στις ζώνες υψηλού κινδύνου, επιτυγχάνοντας εντυπωσιακούς χρόνους απόκρισης, όπως ο μέσος χρόνος-ρεκόρ των 14 λεπτών και 12 δευτερολέπτων για την πρώτη προσβολή που καταγράφηκε το 2025. Παράλληλα, θεσμοθετούνται αυστηρότερα μέτρα στο έδαφος, όπως ο έγκαιρος καθαρισμός των οικοπέδων (έως τις 15 Ιουνίου) και η χρήση της προδιαγεγραμμένης καύσης. Κεντρικό πυλώνα αυτού του μετασχηματισμού αποτελεί το εξοπλιστικό πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», ύψους άνω των 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στοχεύει στον ριζικό τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της πολιτικής προστασίας. Μέσω αυτού, δρομολογείται η σταδιακή αντικατάσταση των γηρασμένων Canadair CL-215 με επτά υπερσύγχρονα αμφίβια αεροσκάφη DHC-515, καθώς και η προμήθεια νέων ελικοπτέρων μεσαίου τύπου (H215). Η μεγαλύτερη καινοτομία, ωστόσο, είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού οικοσυστήματος επιτήρησης (C4I), με δεκάδες drones και ειδικά αεροσκάφη ISR, που μεταδίδουν ζωντανή εικόνα στο κέντρο επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), προσφέροντας μια Κοινή Επιχειρησιακή Εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Σε επιχειρησιακό και οικονομοτεχνικό επίπεδο, η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη για βελτιστοποίηση του μείγματος του εναέριου στόλου (Mixed Fleet Optimization). Εισάγοντας τον αυστηρό δείκτη Κόστους ανά Παραδοτέο Λίτρο (CPDL), αποδεικνύεται ότι η χρήση βαρέων αεροσκαφών για την προσβολή μικρών εστιών σε μεγάλες αποστάσεις είναι οικονομικά και τακτικά ασύμφορη. Αντίθετα, τα μικρότερα και πιο ευέλικτα αεροσκάφη (όπως τα Air Tractors) υπερτερούν συντριπτικά στην παράκτια ζώνη και στην πρώτη προσβολή, ενώ τα βαρέα ελικόπτερα είναι απολύτως αναντικατάστατα σε δύσβατες ηπειρωτικές περιοχές και στην προστασία περιαστικών υποδομών (point protection). Επιπρόσθετα, η κλίμακα των σύγχρονων πυρκαγιών καθιστά τη διεθνή συνεργασία επιβεβλημένη, με την Ελλάδα να αναβαθμίζεται σε στρατηγικό κόμβο του ευρωπαϊκού μηχανισμού rescEU, φιλοξενώντας εναέρια μέσα και πυροσβέστες από άλλες χώρες για την παροχή άμεσης διασυνοριακής αλληλεγγύης. Εντούτοις, όπως τονίζεται στη διατριβή, η αεροπυρόσβεση από μόνη της δεν επαρκεί εάν δεν συνοδεύεται από την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Πυρκαγιών (IFM). Εθνικά προγράμματα όπως το «Anti-NERO» είναι κρίσιμα, καθώς εστιάζουν στη μείωση της καύσιμης ύλης στα δάση, προκειμένου οι ρίψεις νερού από αέρος να μπορούν πράγματι να διαπεράσουν το φύλλωμα και να είναι αποτελεσματικές. Συμπερασματικά, η διαχείριση των εναέριων μέσων δασοπυρόσβεσης περνά οριστικά από τη σφαίρα του εμπειρικού ηρωισμού σε μια διαδικασία αυστηρής τεχνοκρατικής iii διαχείρισης. Η μελλοντική ανθεκτικότητα του εθνικού συστήματος εξαρτάται από τον συνδυασμό μιας κάθετης, ψηφιοποιημένης διοίκησης, της ταχύτατης αρχικής προσβολής βάσει επιστημονικής πρόγνωσης, και της στενής συνέργειας εναέριων και επίγειων δυνάμεων, διατηρώντας πάντα ως ύψιστη προτεραιότητα την πρόληψη και την ασφάλεια των πτήσεων.","The climate crisis has ushered the planet into the &quot;Pyrocene&quot; era, transforming forest fires from a natural mechanism of ecosystem regeneration into an extreme existential threat. In Greece and the wider Mediterranean, extreme weather events and prolonged heatwaves create so-called sixth-generation &quot;mega-fires,&quot; which develop their own microclimates and release unimaginable thermal energy. Under these conditions, traditional aerial firefighting often reaches its aerodynamic limits, as high temperatures reduce lift and engine performance (the Density Altitude effect), dramatically limiting the payload that aircraft can carry. In response to this new reality, the state apparatus was forced to transition from passive suppression to proactive management, adopting the new operational doctrine of &quot;Active Battle&quot; (Ενεργή Μάχη). This model automates immediate take-off orders (scramble) and relies on the preemptive dispersion of loaded aerial assets near high-risk zones, achieving impressive response times, such as the record average of 14 minutes and 12 seconds for the initial attack recorded in 2025. At the same time, stricter ground measures are institutionalized, such as the mandatory clearing of land plots by June 15 and the use of prescribed burning to reduce forest fuel. A central pillar of this transformation is the &quot;AIGIS&quot; procurement program, exceeding 2.1 billion euros, which aims at the radical technological modernization of civil protection. Through this, the gradual replacement of the aging Canadair CL-215s with seven state-of-the-art DHC 515 amphibious aircraft is underway, along with the procurement of new medium-type helicopters (H215). The greatest innovation, however, is the creation of a digital surveillance ecosystem (C4I) with dozens of drones and specialized ISR (Intelligence, Surveillance, Reconnaissance) aircraft that transmit live video to the operations center (E.S.K.E.DI.K.), providing a Common Operational Picture in real-time. On an operational and economic level, the study highlights the need for Mixed Fleet Optimization. By introducing the strict metric of Cost Per Delivered Liter (CPDL), it proves that using heavy aircraft to attack small fire outbreaks over long distances is economically and tactically inefficient. Conversely, smaller and more flexible aircraft (like Air Tractors) are overwhelmingly superior in coastal zones and for initial attacks, while heavy helicopters remain absolutely indispensable in rugged inland areas and for the protection of peri-urban infrastructure (point protection). Furthermore, the scale of modern fires makes international cooperation imperative, with Greece being upgraded to a strategic hub for the European rescEU mechanism, hosting aerial assets and firefighters from other countries to provide immediate cross-border solidarity. However, as the thesis emphasizes, aerial firefighting alone is insufficient if it is not accompanied by Integrated Fire Management (IFM). National programs like &quot;Anti-NERO&quot; are crucial, as they focus on reducing the combustible material in forests so that water dropped from the air can actually penetrate the canopy and be effective. In conclusion, the management of aerial firefighting assets is definitively moving from the realm of empirical heroism to a process of strict technocratic management. The future resilience of the national system depends on the combination of a vertical, digitized command structure, ultra-fast initial attack based on scientific forecasting, and close synergy between aerial and ground forces, always maintaining prevention and flight safety as the highest priorities."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Διαχείριση Εναερίων Μέσων από το Πυροσβεστικό Σώμα κατά τις επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης. Αξιολόγηση Επιχειρησιακής Αποτελεσματικότητας και Στρατηγικές Βελτιστοποίησης διαχείρισης υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης."]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Μούρτος Χαράλαμπος","Mourtos Charalampos"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η κλιματική κρίση έχει εισαγάγει τον πλανήτη στην εποχή του «Πυρόκαινου», μετατρέποντας τις δασικές πυρκαγιές από έναν φυσικό μηχανισμό αναγέννησης των δασών σε μια ακραία υπαρξιακή απειλή. Στην Ελλάδα και την ευρύτερη Μεσόγειο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι παρατεταμένοι καύσωνες δημιουργούν τις λεγόμενες «πυρκαγιές έκτης γενιάς» (mega-fires), οι οποίες αναπτύσσουν δικά τους μικροκλίματα και εκλύουν ασύλληπτη θερμική ενέργεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραδοσιακή αεροπυρόσβεση φτάνει συχνά στα αεροδυναμικά της όρια, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την άνωση και την απόδοση των κινητήρων (φαινόμενο Υψομέτρου Πυκνότητας), περιορίζοντας δραματικά το ωφέλιμο φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν τα αεροσκάφη. Ως απάντηση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο κρατικός μηχανισμός αναγκάστηκε να μεταβεί από την παθητική καταστολή στην προληπτική διαχείριση, υιοθετώντας το νέο επιχειρησιακό δόγμα της «Ενεργού Μάχης». Το μοντέλο αυτό αυτοματοποιεί τις εντολές άμεσης απογείωσης (scramble) και βασίζεται στην προληπτική διασπορά έμφορτων μέσων κοντά στις ζώνες υψηλού κινδύνου, επιτυγχάνοντας εντυπωσιακούς χρόνους απόκρισης, όπως ο μέσος χρόνος-ρεκόρ των 14 λεπτών και 12 δευτερολέπτων για την πρώτη προσβολή που καταγράφηκε το 2025. Παράλληλα, θεσμοθετούνται αυστηρότερα μέτρα στο έδαφος, όπως ο έγκαιρος καθαρισμός των οικοπέδων (έως τις 15 Ιουνίου) και η χρήση της προδιαγεγραμμένης καύσης. Κεντρικό πυλώνα αυτού του μετασχηματισμού αποτελεί το εξοπλιστικό πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», ύψους άνω των 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο στοχεύει στον ριζικό τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της πολιτικής προστασίας. Μέσω αυτού, δρομολογείται η σταδιακή αντικατάσταση των γηρασμένων Canadair CL-215 με επτά υπερσύγχρονα αμφίβια αεροσκάφη DHC-515, καθώς και η προμήθεια νέων ελικοπτέρων μεσαίου τύπου (H215). Η μεγαλύτερη καινοτομία, ωστόσο, είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού οικοσυστήματος επιτήρησης (C4I), με δεκάδες drones και ειδικά αεροσκάφη ISR, που μεταδίδουν ζωντανή εικόνα στο κέντρο επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε.ΔΙ.Κ.), προσφέροντας μια Κοινή Επιχειρησιακή Εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Σε επιχειρησιακό και οικονομοτεχνικό επίπεδο, η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη για βελτιστοποίηση του μείγματος του εναέριου στόλου (Mixed Fleet Optimization). Εισάγοντας τον αυστηρό δείκτη Κόστους ανά Παραδοτέο Λίτρο (CPDL), αποδεικνύεται ότι η χρήση βαρέων αεροσκαφών για την προσβολή μικρών εστιών σε μεγάλες αποστάσεις είναι οικονομικά και τακτικά ασύμφορη. Αντίθετα, τα μικρότερα και πιο ευέλικτα αεροσκάφη (όπως τα Air Tractors) υπερτερούν συντριπτικά στην παράκτια ζώνη και στην πρώτη προσβολή, ενώ τα βαρέα ελικόπτερα είναι απολύτως αναντικατάστατα σε δύσβατες ηπειρωτικές περιοχές και στην προστασία περιαστικών υποδομών (point protection). Επιπρόσθετα, η κλίμακα των σύγχρονων πυρκαγιών καθιστά τη διεθνή συνεργασία επιβεβλημένη, με την Ελλάδα να αναβαθμίζεται σε στρατηγικό κόμβο του ευρωπαϊκού μηχανισμού rescEU, φιλοξενώντας εναέρια μέσα και πυροσβέστες από άλλες χώρες για την παροχή άμεσης διασυνοριακής αλληλεγγύης. Εντούτοις, όπως τονίζεται στη διατριβή, η αεροπυρόσβεση από μόνη της δεν επαρκεί εάν δεν συνοδεύεται από την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Πυρκαγιών (IFM). Εθνικά προγράμματα όπως το «Anti-NERO» είναι κρίσιμα, καθώς εστιάζουν στη μείωση της καύσιμης ύλης στα δάση, προκειμένου οι ρίψεις νερού από αέρος να μπορούν πράγματι να διαπεράσουν το φύλλωμα και να είναι αποτελεσματικές. Συμπερασματικά, η διαχείριση των εναέριων μέσων δασοπυρόσβεσης περνά οριστικά από τη σφαίρα του εμπειρικού ηρωισμού σε μια διαδικασία αυστηρής τεχνοκρατικής iii διαχείρισης. Η μελλοντική ανθεκτικότητα του εθνικού συστήματος εξαρτάται από τον συνδυασμό μιας κάθετης, ψηφιοποιημένης διοίκησης, της ταχύτατης αρχικής προσβολής βάσει επιστημονικής πρόγνωσης, και της στενής συνέργειας εναέριων και επίγειων δυνάμεων, διατηρώντας πάντα ως ύψιστη προτεραιότητα την πρόληψη και την ασφάλεια των πτήσεων.","The climate crisis has ushered the planet into the &quot;Pyrocene&quot; era, transforming forest fires from a natural mechanism of ecosystem regeneration into an extreme existential threat. In Greece and the wider Mediterranean, extreme weather events and prolonged heatwaves create so-called sixth-generation &quot;mega-fires,&quot; which develop their own microclimates and release unimaginable thermal energy. Under these conditions, traditional aerial firefighting often reaches its aerodynamic limits, as high temperatures reduce lift and engine performance (the Density Altitude effect), dramatically limiting the payload that aircraft can carry. In response to this new reality, the state apparatus was forced to transition from passive suppression to proactive management, adopting the new operational doctrine of &quot;Active Battle&quot; (Ενεργή Μάχη). This model automates immediate take-off orders (scramble) and relies on the preemptive dispersion of loaded aerial assets near high-risk zones, achieving impressive response times, such as the record average of 14 minutes and 12 seconds for the initial attack recorded in 2025. At the same time, stricter ground measures are institutionalized, such as the mandatory clearing of land plots by June 15 and the use of prescribed burning to reduce forest fuel. A central pillar of this transformation is the &quot;AIGIS&quot; procurement program, exceeding 2.1 billion euros, which aims at the radical technological modernization of civil protection. Through this, the gradual replacement of the aging Canadair CL-215s with seven state-of-the-art DHC 515 amphibious aircraft is underway, along with the procurement of new medium-type helicopters (H215). The greatest innovation, however, is the creation of a digital surveillance ecosystem (C4I) with dozens of drones and specialized ISR (Intelligence, Surveillance, Reconnaissance) aircraft that transmit live video to the operations center (E.S.K.E.DI.K.), providing a Common Operational Picture in real-time. On an operational and economic level, the study highlights the need for Mixed Fleet Optimization. By introducing the strict metric of Cost Per Delivered Liter (CPDL), it proves that using heavy aircraft to attack small fire outbreaks over long distances is economically and tactically inefficient. Conversely, smaller and more flexible aircraft (like Air Tractors) are overwhelmingly superior in coastal zones and for initial attacks, while heavy helicopters remain absolutely indispensable in rugged inland areas and for the protection of peri-urban infrastructure (point protection). Furthermore, the scale of modern fires makes international cooperation imperative, with Greece being upgraded to a strategic hub for the European rescEU mechanism, hosting aerial assets and firefighters from other countries to provide immediate cross-border solidarity. However, as the thesis emphasizes, aerial firefighting alone is insufficient if it is not accompanied by Integrated Fire Management (IFM). National programs like &quot;Anti-NERO&quot; are crucial, as they focus on reducing the combustible material in forests so that water dropped from the air can actually penetrate the canopy and be effective. In conclusion, the management of aerial firefighting assets is definitively moving from the realm of empirical heroism to a process of strict technocratic management. The future resilience of the national system depends on the combination of a vertical, digitized command structure, ultra-fast initial attack based on scientific forecasting, and close synergy between aerial and ground forces, always maintaining prevention and flight safety as the highest priorities."],"dc:identifier":["uoadl:5401182","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5401182"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"dc:title":["Διαχείριση Εναερίων Μέσων από το Πυροσβεστικό Σώμα κατά τις επιχειρήσεις αεροπυρόσβεσης. Αξιολόγηση Επιχειρησιακής Αποτελεσματικότητας και Στρατηγικές Βελτιστοποίησης διαχείρισης υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης."],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:28Z"}