{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5401044"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5401044","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Από τη γιαγιά στη μητέρα και στην κόρη: διαγενεακές και συστημικές συνιστώσες της σχέσης μητέρας–κόρης και η σύνδεσή τους με τις διατροφικές διαταραχές","abstract":"Εισαγωγή: Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο φαινόμενο, στενά συνδεδεμένο με τον δεσμό προσκόλλησης και τη γενικότερη λειτουργικότητα της οικογένειας. Εντούτοις, οι μελέτες που διερευνούν τη διαγενεακή μεταβίβαση και τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης παραμένουν αρκετά περιορισμένες, μολονότι η συγκεκριμένη εστίαση προσφέρει μια εξαιρετικά πολύτιμη συστημική οπτική. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερευνά την κατανόηση της μεταβίβασης διατροφικών δυσλειτουργικών μοτίβων μεταξύ των γενεών, εστιάζοντας στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης. Παράλληλα, εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στις διατροφικές διαταραχές και της γενικότερης οικογενειακής λειτουργικότητας, καθώς και του είδους του γονεϊκού δεσμού (έλεγχος και φροντίδα). Μεθοδολογία: Συγχρονική μελέτη πραγματοποιήθηκε από τις 22 Νοεμβρίου 2025 έως 20 Φεβρουαρίου 2026 σε δείγμα 278 (Μ.Ο.=26,41,SD=4,64), αποτελούμενο αποκλειστικά από γυναίκες. Για την ανίχνευση συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών χορηγήθηκε το εργαλείο Στάσεων προς τη Διατροφή (Eating Attitudes Test - EAT-26), το εργαλείο Γονικού Δεσμού (Parental Bonding Instrument - PBI) το οποίο προσαρμόστηκε δύο φορές. Αρχικά, αξιοποιήθηκε για την αποτύπωση της σχέσης της συμμετέχουσας με τη μητέρα της, και στη συνέχεια, δόθηκε εκ νέου κατάλληλα προσαρμοσμένο για την ανίχνευση του δεσμού με τη γιαγιά. Τέλος χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Αξιολόγησης Προσαρμοστικότητας και Συνοχής (Family Adaptability and Cohesion Evaluation Scales IV-FACES-IV) για την ανίχνευση της οικογενειακής λειτουργίας. Αποτελέσματα: Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν τέσσερα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε ότι το 34,2% των συμμετεχουσών βρισκόταν σε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διαταραχών πρόσληψης τροφής. Ο «Αυταρχικός Έλεγχος» (χαμηλή φροντίδα, υψηλή υπερπροστασία) συνδέθηκε ισχυρά με την παθολογία, καθώς το 59,4% όσων είχαν βιώσει τέτοιου είδους ανατροφή από τη μητέρα τους και το 51,3% από τη γιαγιά τους, παρουσίαζαν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών. Αναφορικά με το οικογενειακό σύστημα, όσο πιο «Μη Ισορροπημένο» και άκαμπτο ήταν, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες ανάπτυξης συμπτωμάτων, με τις γυναίκες αυτές να καταγράφουν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα σκορ κινδύνου εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα μέλη ισορροπημένων οικογενειών (p &lt; ,001). Ωστόσο, το τελικό συνδυαστικό μοντέλο πολυπαραγοντικής γραμμικής παλινδρόμησης ανέδειξε ότι η υπερπροστασία της γιαγιάς (p = ,006) και η υπερπροστασία της μητέρας (p = ,016) αποτελούν τους ισχυρότερους προβλεπτικούς παράγοντες, επισκιάζοντας την προγνωστική αξία της τωρινής οικογενειακής επικοινωνίας και ικανοποίησης. Τέλος, καταγράφηκε ισχυρή θετική συσχέτιση στην ασκούμενη υπερπροστασία μεταξύ μητέρας και γιαγιάς (rs = ,568, p &lt; ,001), υποδεικνύοντας τη μεταβίβαση του καταπιεστικού ελέγχου –και κατ&apos; επέκταση του διατροφικού κινδύνου– από γενιά σε γενιά Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη εστιάζει στον ρόλο της διαγενεακής μεταβίβασης στις διατροφικές διαταραχές. Τα ευρήματα παρέχουν ενδείξεις ότι η συμπτωματολογία των διαταραχών πρόσληψης τροφής διαθέτει ισχυρές διαγενεακές καταβολές και τροφοδοτείται από δυσλειτουργικά οικογενειακά μοτίβα, όπως η ακαμψία και η αυταρχική υπερπροστασία, τα οποία κληρονομούνται από τη γιαγιά στη μητέρα. Καθίσταται, επομένως αναγκαίο για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας να υιοθετούν πιο ολιστικές παρεμβάσεις, ενσωματώνοντας το ευρύτερο οικογενειακό σύστημα και την κληρονομιά των προηγούμενων γενεών στο θεραπευτικό πλάνο, με στόχο την ουσιαστική ανακούφιση του ατόμου.","abstract_html":"Εισαγωγή: Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο φαινόμενο, στενά συνδεδεμένο με τον δεσμό προσκόλλησης και τη γενικότερη λειτουργικότητα της οικογένειας. Εντούτοις, οι μελέτες που διερευνούν τη διαγενεακή μεταβίβαση και τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης παραμένουν αρκετά περιορισμένες, μολονότι η συγκεκριμένη εστίαση προσφέρει μια εξαιρετικά πολύτιμη συστημική οπτική. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερευνά την κατανόηση της μεταβίβασης διατροφικών δυσλειτουργικών μοτίβων μεταξύ των γενεών, εστιάζοντας στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης. Παράλληλα, εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στις διατροφικές διαταραχές και της γενικότερης οικογενειακής λειτουργικότητας, καθώς και του είδους του γονεϊκού δεσμού (έλεγχος και φροντίδα). Μεθοδολογία: Συγχρονική μελέτη πραγματοποιήθηκε από τις 22 Νοεμβρίου 2025 έως 20 Φεβρουαρίου 2026 σε δείγμα 278 (Μ.Ο.=26,41,SD=4,64), αποτελούμενο αποκλειστικά από γυναίκες. Για την ανίχνευση συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών χορηγήθηκε το εργαλείο Στάσεων προς τη Διατροφή (Eating Attitudes Test - EAT-26), το εργαλείο Γονικού Δεσμού (Parental Bonding Instrument - PBI) το οποίο προσαρμόστηκε δύο φορές. Αρχικά, αξιοποιήθηκε για την αποτύπωση της σχέσης της συμμετέχουσας με τη μητέρα της, και στη συνέχεια, δόθηκε εκ νέου κατάλληλα προσαρμοσμένο για την ανίχνευση του δεσμού με τη γιαγιά. Τέλος χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Αξιολόγησης Προσαρμοστικότητας και Συνοχής (Family Adaptability and Cohesion Evaluation Scales IV-FACES-IV) για την ανίχνευση της οικογενειακής λειτουργίας. Αποτελέσματα: Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν τέσσερα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε ότι το 34,2% των συμμετεχουσών βρισκόταν σε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διαταραχών πρόσληψης τροφής. Ο «Αυταρχικός Έλεγχος» (χαμηλή φροντίδα, υψηλή υπερπροστασία) συνδέθηκε ισχυρά με την παθολογία, καθώς το 59,4% όσων είχαν βιώσει τέτοιου είδους ανατροφή από τη μητέρα τους και το 51,3% από τη γιαγιά τους, παρουσίαζαν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών. Αναφορικά με το οικογενειακό σύστημα, όσο πιο «Μη Ισορροπημένο» και άκαμπτο ήταν, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες ανάπτυξης συμπτωμάτων, με τις γυναίκες αυτές να καταγράφουν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα σκορ κινδύνου εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα μέλη ισορροπημένων οικογενειών (p &amp;lt; ,001). Ωστόσο, το τελικό συνδυαστικό μοντέλο πολυπαραγοντικής γραμμικής παλινδρόμησης ανέδειξε ότι η υπερπροστασία της γιαγιάς (p = ,006) και η υπερπροστασία της μητέρας (p = ,016) αποτελούν τους ισχυρότερους προβλεπτικούς παράγοντες, επισκιάζοντας την προγνωστική αξία της τωρινής οικογενειακής επικοινωνίας και ικανοποίησης. Τέλος, καταγράφηκε ισχυρή θετική συσχέτιση στην ασκούμενη υπερπροστασία μεταξύ μητέρας και γιαγιάς (rs = ,568, p &amp;lt; ,001), υποδεικνύοντας τη μεταβίβαση του καταπιεστικού ελέγχου –και κατ&amp;apos; επέκταση του διατροφικού κινδύνου– από γενιά σε γενιά Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη εστιάζει στον ρόλο της διαγενεακής μεταβίβασης στις διατροφικές διαταραχές. Τα ευρήματα παρέχουν ενδείξεις ότι η συμπτωματολογία των διαταραχών πρόσληψης τροφής διαθέτει ισχυρές διαγενεακές καταβολές και τροφοδοτείται από δυσλειτουργικά οικογενειακά μοτίβα, όπως η ακαμψία και η αυταρχική υπερπροστασία, τα οποία κληρονομούνται από τη γιαγιά στη μητέρα. Καθίσταται, επομένως αναγκαίο για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας να υιοθετούν πιο ολιστικές παρεμβάσεις, ενσωματώνοντας το ευρύτερο οικογενειακό σύστημα και την κληρονομιά των προηγούμενων γενεών στο θεραπευτικό πλάνο, με στόχο την ουσιαστική ανακούφιση του ατόμου.","abstract_has_math":false,"creators":["Σελά Ζωή","Sela Zoe"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:28Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5401044"],"render_values":[{"text":"uoadl:5401044","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5401044","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Σελά Ζωή","Sela Zoe"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5401044","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5401044"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Εισαγωγή: Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο φαινόμενο, στενά συνδεδεμένο με τον δεσμό προσκόλλησης και τη γενικότερη λειτουργικότητα της οικογένειας. Εντούτοις, οι μελέτες που διερευνούν τη διαγενεακή μεταβίβαση και τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης παραμένουν αρκετά περιορισμένες, μολονότι η συγκεκριμένη εστίαση προσφέρει μια εξαιρετικά πολύτιμη συστημική οπτική. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερευνά την κατανόηση της μεταβίβασης διατροφικών δυσλειτουργικών μοτίβων μεταξύ των γενεών, εστιάζοντας στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης. Παράλληλα, εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στις διατροφικές διαταραχές και της γενικότερης οικογενειακής λειτουργικότητας, καθώς και του είδους του γονεϊκού δεσμού (έλεγχος και φροντίδα). Μεθοδολογία: Συγχρονική μελέτη πραγματοποιήθηκε από τις 22 Νοεμβρίου 2025 έως 20 Φεβρουαρίου 2026 σε δείγμα 278 (Μ.Ο.=26,41,SD=4,64), αποτελούμενο αποκλειστικά από γυναίκες. Για την ανίχνευση συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών χορηγήθηκε το εργαλείο Στάσεων προς τη Διατροφή (Eating Attitudes Test - EAT-26), το εργαλείο Γονικού Δεσμού (Parental Bonding Instrument - PBI) το οποίο προσαρμόστηκε δύο φορές. Αρχικά, αξιοποιήθηκε για την αποτύπωση της σχέσης της συμμετέχουσας με τη μητέρα της, και στη συνέχεια, δόθηκε εκ νέου κατάλληλα προσαρμοσμένο για την ανίχνευση του δεσμού με τη γιαγιά. Τέλος χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Αξιολόγησης Προσαρμοστικότητας και Συνοχής (Family Adaptability and Cohesion Evaluation Scales IV-FACES-IV) για την ανίχνευση της οικογενειακής λειτουργίας. Αποτελέσματα: Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν τέσσερα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε ότι το 34,2% των συμμετεχουσών βρισκόταν σε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διαταραχών πρόσληψης τροφής. Ο «Αυταρχικός Έλεγχος» (χαμηλή φροντίδα, υψηλή υπερπροστασία) συνδέθηκε ισχυρά με την παθολογία, καθώς το 59,4% όσων είχαν βιώσει τέτοιου είδους ανατροφή από τη μητέρα τους και το 51,3% από τη γιαγιά τους, παρουσίαζαν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών. Αναφορικά με το οικογενειακό σύστημα, όσο πιο «Μη Ισορροπημένο» και άκαμπτο ήταν, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες ανάπτυξης συμπτωμάτων, με τις γυναίκες αυτές να καταγράφουν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα σκορ κινδύνου εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα μέλη ισορροπημένων οικογενειών (p &lt; ,001). Ωστόσο, το τελικό συνδυαστικό μοντέλο πολυπαραγοντικής γραμμικής παλινδρόμησης ανέδειξε ότι η υπερπροστασία της γιαγιάς (p = ,006) και η υπερπροστασία της μητέρας (p = ,016) αποτελούν τους ισχυρότερους προβλεπτικούς παράγοντες, επισκιάζοντας την προγνωστική αξία της τωρινής οικογενειακής επικοινωνίας και ικανοποίησης. Τέλος, καταγράφηκε ισχυρή θετική συσχέτιση στην ασκούμενη υπερπροστασία μεταξύ μητέρας και γιαγιάς (rs = ,568, p &lt; ,001), υποδεικνύοντας τη μεταβίβαση του καταπιεστικού ελέγχου –και κατ&apos; επέκταση του διατροφικού κινδύνου– από γενιά σε γενιά Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη εστιάζει στον ρόλο της διαγενεακής μεταβίβασης στις διατροφικές διαταραχές. Τα ευρήματα παρέχουν ενδείξεις ότι η συμπτωματολογία των διαταραχών πρόσληψης τροφής διαθέτει ισχυρές διαγενεακές καταβολές και τροφοδοτείται από δυσλειτουργικά οικογενειακά μοτίβα, όπως η ακαμψία και η αυταρχική υπερπροστασία, τα οποία κληρονομούνται από τη γιαγιά στη μητέρα. Καθίσταται, επομένως αναγκαίο για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας να υιοθετούν πιο ολιστικές παρεμβάσεις, ενσωματώνοντας το ευρύτερο οικογενειακό σύστημα και την κληρονομιά των προηγούμενων γενεών στο θεραπευτικό πλάνο, με στόχο την ουσιαστική ανακούφιση του ατόμου.","Introduction: Eating disorders constitute a complex and multifaceted phenomenon, closely associated with attachment bonds and overall family functioning. However, studies investigating intergenerational transmission and the dynamics developed within the grandmother-mother-daughter triad remain quite limited, although this specific focus offers a highly valuable systemic perspective. Objective: The present study aims to explore the understanding of the intergenerational transmission of dysfunctional eating patterns, focusing on the grandmother-mother-daughter triad. Concurrently, it examines the relationship between eating disorders, general family functioning, and the type of parental bonding (care and overprotection). Methodology: A cross-sectional study was conducted between November 22, 2025, and February 20, 2026, on a sample of 278 female participants (mean age = 26.41, SD = 4.64). To detect eating disorder symptoms, the Eating Attitudes Test (EAT-26) was administered, alongside the Parental Bonding Instrument (PBI), which was adapted and administered twice. Initially, it was utilized to capture the participant&apos;s relationship with her mother, and subsequently, it was readministered, suitably adapted, to assess the bond with the grandmother. Finally, the Family Adaptability and Cohesion Evaluation Scales IV (FACES-IV) was used to evaluate family functioning. Results: Participants completed four self-report questionnaires. Statistical analysis revealed that 34.2% of the participants were at a high risk of developing eating disorder symptoms. &quot;Affectionless Control&quot; (low care, high overprotection) was strongly associated with pathology, as 59.4% of the women who experienced this type of upbringing from their mother, and 51.3% from their grandmother, exhibited a high risk of developing eating disorder symptoms. Regarding the family system, the more &quot;Unbalanced&quot; and rigid it was, the higher the probability of developing symptoms, with these women recording significantly higher risk scores for developing eating disorder symptoms compared to members of balanced families (p &lt; .001). However, the final multiple linear regression model highlighted that the grandmother&apos;s overprotection (p = .006) and the mother&apos;s overprotection (p = .016) were the strongest predictive factors, overshadowing the prognostic value of current family communication and satisfaction. Finally, a strong positive correlation was recorded in the overprotection exerted by the mother and the grandmother (rs = .568, p &lt; .001), indicating the intergenerational transmission of oppressive control—and consequently, of eating disorder risk—from generation to generation. Conclusions: The present study emphasizes the role of intergenerational transmission in eating disorders. The findings provide evidence that eating disorder symptomatology has strong intergenerational roots and is fueled by dysfunctional family patterns, such as rigidity and authoritarian overprotection, which are inherited from the grandmother to the mother. Therefore, it is imperative for mental health professionals to adopt more holistic interventions, integrating the broader family system and the legacy of previous generations into the therapeutic plan, aiming at the substantial relief of the individual."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Από τη γιαγιά στη μητέρα και στην κόρη: διαγενεακές και συστημικές συνιστώσες της σχέσης μητέρας–κόρης και η σύνδεσή τους με τις διατροφικές διαταραχές"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Σελά Ζωή","Sela Zoe"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Εισαγωγή: Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο φαινόμενο, στενά συνδεδεμένο με τον δεσμό προσκόλλησης και τη γενικότερη λειτουργικότητα της οικογένειας. Εντούτοις, οι μελέτες που διερευνούν τη διαγενεακή μεταβίβαση και τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης παραμένουν αρκετά περιορισμένες, μολονότι η συγκεκριμένη εστίαση προσφέρει μια εξαιρετικά πολύτιμη συστημική οπτική. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη διερευνά την κατανόηση της μεταβίβασης διατροφικών δυσλειτουργικών μοτίβων μεταξύ των γενεών, εστιάζοντας στο τρίγωνο μητέρας-γιαγιάς-κόρης. Παράλληλα, εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στις διατροφικές διαταραχές και της γενικότερης οικογενειακής λειτουργικότητας, καθώς και του είδους του γονεϊκού δεσμού (έλεγχος και φροντίδα). Μεθοδολογία: Συγχρονική μελέτη πραγματοποιήθηκε από τις 22 Νοεμβρίου 2025 έως 20 Φεβρουαρίου 2026 σε δείγμα 278 (Μ.Ο.=26,41,SD=4,64), αποτελούμενο αποκλειστικά από γυναίκες. Για την ανίχνευση συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών χορηγήθηκε το εργαλείο Στάσεων προς τη Διατροφή (Eating Attitudes Test - EAT-26), το εργαλείο Γονικού Δεσμού (Parental Bonding Instrument - PBI) το οποίο προσαρμόστηκε δύο φορές. Αρχικά, αξιοποιήθηκε για την αποτύπωση της σχέσης της συμμετέχουσας με τη μητέρα της, και στη συνέχεια, δόθηκε εκ νέου κατάλληλα προσαρμοσμένο για την ανίχνευση του δεσμού με τη γιαγιά. Τέλος χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Αξιολόγησης Προσαρμοστικότητας και Συνοχής (Family Adaptability and Cohesion Evaluation Scales IV-FACES-IV) για την ανίχνευση της οικογενειακής λειτουργίας. Αποτελέσματα: Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν τέσσερα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε ότι το 34,2% των συμμετεχουσών βρισκόταν σε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διαταραχών πρόσληψης τροφής. Ο «Αυταρχικός Έλεγχος» (χαμηλή φροντίδα, υψηλή υπερπροστασία) συνδέθηκε ισχυρά με την παθολογία, καθώς το 59,4% όσων είχαν βιώσει τέτοιου είδους ανατροφή από τη μητέρα τους και το 51,3% από τη γιαγιά τους, παρουσίαζαν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών. Αναφορικά με το οικογενειακό σύστημα, όσο πιο «Μη Ισορροπημένο» και άκαμπτο ήταν, τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες ανάπτυξης συμπτωμάτων, με τις γυναίκες αυτές να καταγράφουν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα σκορ κινδύνου εμφάνισης συμπτωμάτων διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα μέλη ισορροπημένων οικογενειών (p &lt; ,001). Ωστόσο, το τελικό συνδυαστικό μοντέλο πολυπαραγοντικής γραμμικής παλινδρόμησης ανέδειξε ότι η υπερπροστασία της γιαγιάς (p = ,006) και η υπερπροστασία της μητέρας (p = ,016) αποτελούν τους ισχυρότερους προβλεπτικούς παράγοντες, επισκιάζοντας την προγνωστική αξία της τωρινής οικογενειακής επικοινωνίας και ικανοποίησης. Τέλος, καταγράφηκε ισχυρή θετική συσχέτιση στην ασκούμενη υπερπροστασία μεταξύ μητέρας και γιαγιάς (rs = ,568, p &lt; ,001), υποδεικνύοντας τη μεταβίβαση του καταπιεστικού ελέγχου –και κατ&apos; επέκταση του διατροφικού κινδύνου– από γενιά σε γενιά Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη εστιάζει στον ρόλο της διαγενεακής μεταβίβασης στις διατροφικές διαταραχές. Τα ευρήματα παρέχουν ενδείξεις ότι η συμπτωματολογία των διαταραχών πρόσληψης τροφής διαθέτει ισχυρές διαγενεακές καταβολές και τροφοδοτείται από δυσλειτουργικά οικογενειακά μοτίβα, όπως η ακαμψία και η αυταρχική υπερπροστασία, τα οποία κληρονομούνται από τη γιαγιά στη μητέρα. Καθίσταται, επομένως αναγκαίο για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας να υιοθετούν πιο ολιστικές παρεμβάσεις, ενσωματώνοντας το ευρύτερο οικογενειακό σύστημα και την κληρονομιά των προηγούμενων γενεών στο θεραπευτικό πλάνο, με στόχο την ουσιαστική ανακούφιση του ατόμου.","Introduction: Eating disorders constitute a complex and multifaceted phenomenon, closely associated with attachment bonds and overall family functioning. However, studies investigating intergenerational transmission and the dynamics developed within the grandmother-mother-daughter triad remain quite limited, although this specific focus offers a highly valuable systemic perspective. Objective: The present study aims to explore the understanding of the intergenerational transmission of dysfunctional eating patterns, focusing on the grandmother-mother-daughter triad. Concurrently, it examines the relationship between eating disorders, general family functioning, and the type of parental bonding (care and overprotection). Methodology: A cross-sectional study was conducted between November 22, 2025, and February 20, 2026, on a sample of 278 female participants (mean age = 26.41, SD = 4.64). To detect eating disorder symptoms, the Eating Attitudes Test (EAT-26) was administered, alongside the Parental Bonding Instrument (PBI), which was adapted and administered twice. Initially, it was utilized to capture the participant&apos;s relationship with her mother, and subsequently, it was readministered, suitably adapted, to assess the bond with the grandmother. Finally, the Family Adaptability and Cohesion Evaluation Scales IV (FACES-IV) was used to evaluate family functioning. Results: Participants completed four self-report questionnaires. Statistical analysis revealed that 34.2% of the participants were at a high risk of developing eating disorder symptoms. &quot;Affectionless Control&quot; (low care, high overprotection) was strongly associated with pathology, as 59.4% of the women who experienced this type of upbringing from their mother, and 51.3% from their grandmother, exhibited a high risk of developing eating disorder symptoms. Regarding the family system, the more &quot;Unbalanced&quot; and rigid it was, the higher the probability of developing symptoms, with these women recording significantly higher risk scores for developing eating disorder symptoms compared to members of balanced families (p &lt; .001). However, the final multiple linear regression model highlighted that the grandmother&apos;s overprotection (p = .006) and the mother&apos;s overprotection (p = .016) were the strongest predictive factors, overshadowing the prognostic value of current family communication and satisfaction. Finally, a strong positive correlation was recorded in the overprotection exerted by the mother and the grandmother (rs = .568, p &lt; .001), indicating the intergenerational transmission of oppressive control—and consequently, of eating disorder risk—from generation to generation. Conclusions: The present study emphasizes the role of intergenerational transmission in eating disorders. The findings provide evidence that eating disorder symptomatology has strong intergenerational roots and is fueled by dysfunctional family patterns, such as rigidity and authoritarian overprotection, which are inherited from the grandmother to the mother. Therefore, it is imperative for mental health professionals to adopt more holistic interventions, integrating the broader family system and the legacy of previous generations into the therapeutic plan, aiming at the substantial relief of the individual."],"dc:identifier":["uoadl:5401044","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5401044"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Από τη γιαγιά στη μητέρα και στην κόρη: διαγενεακές και συστημικές συνιστώσες της σχέσης μητέρας–κόρης και η σύνδεσή τους με τις διατροφικές διαταραχές"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:28Z"}