{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5400973"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5400973","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Παθολογοανατομική ανταπόκριση οστεοσαρκώματος σε χημειοθεραπεία και το όφελος της προσθήκης mifamurtide στην επιβίωση","abstract":"Το οστεοσάρκωμα αποτελεί μια επιθετική μορφή πρωτοπαθούς κακοήθους όγκου των οστών, που προσβάλλει κατά κύριο λόγο άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η ανάπτυξη προ-εγχειρητικής (νεο-επικουρικής) και μετεγχειρητικής (επικουρικής) χημειοθεραπευτικής αγωγής έχει αυξήσει σημαντικά το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με μη μεταστατικό οστεοσάρκωμα τις τελευταίες δεκαετίες, το οποίο μπορεί να ξεπεράσει το 70% έπειτα από 6 έτη από την εφαρμογή της θεραπείας, ωστόσο το ποσοστό στους ασθενείς με μεταστατικό όγκο παραμένει χαμηλό. Το πιο ευρέως διαδεδομένο χημειοθεραπευτικό σχήμα, ως νέο-επικουρική αλλά και ως επικουρική αγωγή, περιλαμβάνει τη χορήγηση μεθοτρεξάτης (Μ), δοξορουβικίνης (Α) και σισπλατίνης (Ρ). Σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει χαμηλή ιστολογική απόκριση στην νεο-επικουρική αγωγή, τείνουν να προστίθενται επιπλέον, οι ουσίες ιφωσφαμίδη (Ι) και ετοποσίδη (Ε). Η παθολογοανατομική απόκριση στη νεο-επικουρική θεραπεία αξιολογείται με βάση το ποσοστό νέκρωσης του όγκου, όπως αυτό προσδιορίζεται έπειτα από την χειρουργική αφαίρεσή του. Οι κλίμακες Huvos (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως IV) και Salzer-Kuntschik (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως VI) χρησιμοποιούνται συχνά από τους παθολογοανατόμους για την κατάταξη των όγκων, με ποσοστό νέκρωσης του καρκινικού ιστού &gt;90% να υποδεικνύει, και στις δυο μεθόδους, καλή απόκριση. Η απόκριση στην νέο-επικουρική χημειοθεραπεία παρουσιάζει θετική συσχέτιση, υψηλού βαθμού, με τους κύριους δείκτες επιβίωσης των ασθενών σε βάθος χρόνου, έπειτα από την θεραπεία: το ποσοστό συνολικής επιβίωσης και το ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη ή επανεμφάνιση της νόσου. Κλινικές μελέτες αξιολόγησης της παθολογοανατομικής απόκρισης του οστεοσαρκώματος έναντι των κοινών χημειοθεραπευτικών σχημάτων, έχουν δείξει πως τουλάχιστον το ήμισυ του συνόλου των οστεοσαρκωμάτων εμφανίζουν χαμηλή απόκριση στην νεο-επικουρική θεραπεία, η οποία συσχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα επανεμφάνισης της νόσου. Η σύγκριση της προστατευτικής επίδρασης των σχημάτων ΑΡ, ΜΑΡ και ΜΑΡΙ ανέδειξε το τετραπλό σχήμα ως αποτελεσματικότερο ως προς την μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης και του κινδύνου θανάτου από τη νόσο έως και 20%-30%, συγκριτικά με τα άλλα δύο. Η μιφαμουρτίδη είναι ένα παράγωγο του μουραμυλικού διπεπτιδίου των βακτηρίων, το οποίο έχει εγκριθεί για χορήγηση, σε λιποσωμική μορφή, ως ανοσοδιεγερτική ουσία έναντι του οστεοσαρκώματος. Η επίδραση της προσθήκης της στα επικουρικά χημειοθεραπευτικά σχήματα έχει μελετηθεί σε σημαντικό βαθμό από την έγκρισή της, το 2009, έως τώρα. Συνολικά, διαπιστώνεται σημαντικό όφελος από την χρήση της ένωσης, τόσο ως προς τα ποσοστά και το συνολικό χρόνο επιβίωσης, όσο και ως προς την βελτιωμένη ποιότητα ζωής, ιδιαίτερα στους ασθενείς με μεταστάσεις στους πνεύμονες, για τους οποίους η κοινή χημειοθεραπευτική αγωγή κρίνεται συχνά αναποτελεσματική σε βάθος χρόνου.","abstract_html":"Το οστεοσάρκωμα αποτελεί μια επιθετική μορφή πρωτοπαθούς κακοήθους όγκου των οστών, που προσβάλλει κατά κύριο λόγο άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η ανάπτυξη προ-εγχειρητικής (νεο-επικουρικής) και μετεγχειρητικής (επικουρικής) χημειοθεραπευτικής αγωγής έχει αυξήσει σημαντικά το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με μη μεταστατικό οστεοσάρκωμα τις τελευταίες δεκαετίες, το οποίο μπορεί να ξεπεράσει το 70% έπειτα από 6 έτη από την εφαρμογή της θεραπείας, ωστόσο το ποσοστό στους ασθενείς με μεταστατικό όγκο παραμένει χαμηλό. Το πιο ευρέως διαδεδομένο χημειοθεραπευτικό σχήμα, ως νέο-επικουρική αλλά και ως επικουρική αγωγή, περιλαμβάνει τη χορήγηση μεθοτρεξάτης (Μ), δοξορουβικίνης (Α) και σισπλατίνης (Ρ). Σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει χαμηλή ιστολογική απόκριση στην νεο-επικουρική αγωγή, τείνουν να προστίθενται επιπλέον, οι ουσίες ιφωσφαμίδη (Ι) και ετοποσίδη (Ε). Η παθολογοανατομική απόκριση στη νεο-επικουρική θεραπεία αξιολογείται με βάση το ποσοστό νέκρωσης του όγκου, όπως αυτό προσδιορίζεται έπειτα από την χειρουργική αφαίρεσή του. Οι κλίμακες Huvos (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως IV) και Salzer-Kuntschik (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως VI) χρησιμοποιούνται συχνά από τους παθολογοανατόμους για την κατάταξη των όγκων, με ποσοστό νέκρωσης του καρκινικού ιστού &amp;gt;90% να υποδεικνύει, και στις δυο μεθόδους, καλή απόκριση. Η απόκριση στην νέο-επικουρική χημειοθεραπεία παρουσιάζει θετική συσχέτιση, υψηλού βαθμού, με τους κύριους δείκτες επιβίωσης των ασθενών σε βάθος χρόνου, έπειτα από την θεραπεία: το ποσοστό συνολικής επιβίωσης και το ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη ή επανεμφάνιση της νόσου. Κλινικές μελέτες αξιολόγησης της παθολογοανατομικής απόκρισης του οστεοσαρκώματος έναντι των κοινών χημειοθεραπευτικών σχημάτων, έχουν δείξει πως τουλάχιστον το ήμισυ του συνόλου των οστεοσαρκωμάτων εμφανίζουν χαμηλή απόκριση στην νεο-επικουρική θεραπεία, η οποία συσχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα επανεμφάνισης της νόσου. Η σύγκριση της προστατευτικής επίδρασης των σχημάτων ΑΡ, ΜΑΡ και ΜΑΡΙ ανέδειξε το τετραπλό σχήμα ως αποτελεσματικότερο ως προς την μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης και του κινδύνου θανάτου από τη νόσο έως και 20%-30%, συγκριτικά με τα άλλα δύο. Η μιφαμουρτίδη είναι ένα παράγωγο του μουραμυλικού διπεπτιδίου των βακτηρίων, το οποίο έχει εγκριθεί για χορήγηση, σε λιποσωμική μορφή, ως ανοσοδιεγερτική ουσία έναντι του οστεοσαρκώματος. Η επίδραση της προσθήκης της στα επικουρικά χημειοθεραπευτικά σχήματα έχει μελετηθεί σε σημαντικό βαθμό από την έγκρισή της, το 2009, έως τώρα. Συνολικά, διαπιστώνεται σημαντικό όφελος από την χρήση της ένωσης, τόσο ως προς τα ποσοστά και το συνολικό χρόνο επιβίωσης, όσο και ως προς την βελτιωμένη ποιότητα ζωής, ιδιαίτερα στους ασθενείς με μεταστάσεις στους πνεύμονες, για τους οποίους η κοινή χημειοθεραπευτική αγωγή κρίνεται συχνά αναποτελεσματική σε βάθος χρόνου.","abstract_has_math":false,"creators":["Μάγγου Ελπίδα","Mangou Elpida"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:26Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5400973"],"render_values":[{"text":"uoadl:5400973","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400973","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Μάγγου Ελπίδα","Mangou Elpida"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5400973","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400973"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Το οστεοσάρκωμα αποτελεί μια επιθετική μορφή πρωτοπαθούς κακοήθους όγκου των οστών, που προσβάλλει κατά κύριο λόγο άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η ανάπτυξη προ-εγχειρητικής (νεο-επικουρικής) και μετεγχειρητικής (επικουρικής) χημειοθεραπευτικής αγωγής έχει αυξήσει σημαντικά το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με μη μεταστατικό οστεοσάρκωμα τις τελευταίες δεκαετίες, το οποίο μπορεί να ξεπεράσει το 70% έπειτα από 6 έτη από την εφαρμογή της θεραπείας, ωστόσο το ποσοστό στους ασθενείς με μεταστατικό όγκο παραμένει χαμηλό. Το πιο ευρέως διαδεδομένο χημειοθεραπευτικό σχήμα, ως νέο-επικουρική αλλά και ως επικουρική αγωγή, περιλαμβάνει τη χορήγηση μεθοτρεξάτης (Μ), δοξορουβικίνης (Α) και σισπλατίνης (Ρ). Σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει χαμηλή ιστολογική απόκριση στην νεο-επικουρική αγωγή, τείνουν να προστίθενται επιπλέον, οι ουσίες ιφωσφαμίδη (Ι) και ετοποσίδη (Ε). Η παθολογοανατομική απόκριση στη νεο-επικουρική θεραπεία αξιολογείται με βάση το ποσοστό νέκρωσης του όγκου, όπως αυτό προσδιορίζεται έπειτα από την χειρουργική αφαίρεσή του. Οι κλίμακες Huvos (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως IV) και Salzer-Kuntschik (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως VI) χρησιμοποιούνται συχνά από τους παθολογοανατόμους για την κατάταξη των όγκων, με ποσοστό νέκρωσης του καρκινικού ιστού &gt;90% να υποδεικνύει, και στις δυο μεθόδους, καλή απόκριση. Η απόκριση στην νέο-επικουρική χημειοθεραπεία παρουσιάζει θετική συσχέτιση, υψηλού βαθμού, με τους κύριους δείκτες επιβίωσης των ασθενών σε βάθος χρόνου, έπειτα από την θεραπεία: το ποσοστό συνολικής επιβίωσης και το ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη ή επανεμφάνιση της νόσου. Κλινικές μελέτες αξιολόγησης της παθολογοανατομικής απόκρισης του οστεοσαρκώματος έναντι των κοινών χημειοθεραπευτικών σχημάτων, έχουν δείξει πως τουλάχιστον το ήμισυ του συνόλου των οστεοσαρκωμάτων εμφανίζουν χαμηλή απόκριση στην νεο-επικουρική θεραπεία, η οποία συσχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα επανεμφάνισης της νόσου. Η σύγκριση της προστατευτικής επίδρασης των σχημάτων ΑΡ, ΜΑΡ και ΜΑΡΙ ανέδειξε το τετραπλό σχήμα ως αποτελεσματικότερο ως προς την μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης και του κινδύνου θανάτου από τη νόσο έως και 20%-30%, συγκριτικά με τα άλλα δύο. Η μιφαμουρτίδη είναι ένα παράγωγο του μουραμυλικού διπεπτιδίου των βακτηρίων, το οποίο έχει εγκριθεί για χορήγηση, σε λιποσωμική μορφή, ως ανοσοδιεγερτική ουσία έναντι του οστεοσαρκώματος. Η επίδραση της προσθήκης της στα επικουρικά χημειοθεραπευτικά σχήματα έχει μελετηθεί σε σημαντικό βαθμό από την έγκρισή της, το 2009, έως τώρα. Συνολικά, διαπιστώνεται σημαντικό όφελος από την χρήση της ένωσης, τόσο ως προς τα ποσοστά και το συνολικό χρόνο επιβίωσης, όσο και ως προς την βελτιωμένη ποιότητα ζωής, ιδιαίτερα στους ασθενείς με μεταστάσεις στους πνεύμονες, για τους οποίους η κοινή χημειοθεραπευτική αγωγή κρίνεται συχνά αναποτελεσματική σε βάθος χρόνου.","Osteosarcoma constitutes an aggressive type of primary bone sarcoma that affects, most frequently, children and adolescents. In recent decades, the development of pre-operative (neo-adjuvant) and post-operative (adjuvant) chemotherapeutic treatment has significantly increased the overall survival rate of patients with non-metastatic osteosarcoma, which can exceed 70% after 6 years of treatment, but survival in patients with metastatic tumours remains low. The most widely used chemotherapeutic regimen, both as neoadjuvant and as adjuvant treatment, includes the administration of methotrexate (M), doxorubicin (A) and cisplatin (P). In patients who have shown a poor histological response to neoadjuvant treatment, the substances ifosfamide (I) and etoposide (E) tend to be added in the regimen. Response to neoadjuvant therapy is routinely evaluated by determining the percentage of tumour necrosis after surgical removal. The Huvos (grade I to IV histological response) and Salzer-Kuntschik (grade I to VI histological response) scales are frequently used to classify tumours: tumour-necrosis rate of &gt;90% indicates, in both scales, a good response. Response to neoadjuvant chemotherapy shows a high degree of positive correlation with the main indicators of patient survival over time after treatment: overall survival rate (OS) and progression-free survival rate (PFS). Mifamurtide is a derivative of the bacterial compound muramyl-dipeptide, which has been approved for administration, in liposomal form, as an immunostimulant against osteosarcoma. The effect of adding mifamurtide to adjuvant chemotherapy regimens has been studied to a significant extent, since its approval in 2009. Overall, a significant benefit is derived from the use of the mifamurtide, both in terms of survival rates (%) and survival time (months), and in terms of improved quality of life, particularly in patients with lung metastases, for whom standard chemotherapy treatment is proven ineffective over time."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Παθολογοανατομική ανταπόκριση οστεοσαρκώματος σε χημειοθεραπεία και το όφελος της προσθήκης mifamurtide στην επιβίωση"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Μάγγου Ελπίδα","Mangou Elpida"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Το οστεοσάρκωμα αποτελεί μια επιθετική μορφή πρωτοπαθούς κακοήθους όγκου των οστών, που προσβάλλει κατά κύριο λόγο άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η ανάπτυξη προ-εγχειρητικής (νεο-επικουρικής) και μετεγχειρητικής (επικουρικής) χημειοθεραπευτικής αγωγής έχει αυξήσει σημαντικά το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με μη μεταστατικό οστεοσάρκωμα τις τελευταίες δεκαετίες, το οποίο μπορεί να ξεπεράσει το 70% έπειτα από 6 έτη από την εφαρμογή της θεραπείας, ωστόσο το ποσοστό στους ασθενείς με μεταστατικό όγκο παραμένει χαμηλό. Το πιο ευρέως διαδεδομένο χημειοθεραπευτικό σχήμα, ως νέο-επικουρική αλλά και ως επικουρική αγωγή, περιλαμβάνει τη χορήγηση μεθοτρεξάτης (Μ), δοξορουβικίνης (Α) και σισπλατίνης (Ρ). Σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει χαμηλή ιστολογική απόκριση στην νεο-επικουρική αγωγή, τείνουν να προστίθενται επιπλέον, οι ουσίες ιφωσφαμίδη (Ι) και ετοποσίδη (Ε). Η παθολογοανατομική απόκριση στη νεο-επικουρική θεραπεία αξιολογείται με βάση το ποσοστό νέκρωσης του όγκου, όπως αυτό προσδιορίζεται έπειτα από την χειρουργική αφαίρεσή του. Οι κλίμακες Huvos (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως IV) και Salzer-Kuntschik (ιστολογική απόκριση βαθμού Ι έως VI) χρησιμοποιούνται συχνά από τους παθολογοανατόμους για την κατάταξη των όγκων, με ποσοστό νέκρωσης του καρκινικού ιστού &gt;90% να υποδεικνύει, και στις δυο μεθόδους, καλή απόκριση. Η απόκριση στην νέο-επικουρική χημειοθεραπεία παρουσιάζει θετική συσχέτιση, υψηλού βαθμού, με τους κύριους δείκτες επιβίωσης των ασθενών σε βάθος χρόνου, έπειτα από την θεραπεία: το ποσοστό συνολικής επιβίωσης και το ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη ή επανεμφάνιση της νόσου. Κλινικές μελέτες αξιολόγησης της παθολογοανατομικής απόκρισης του οστεοσαρκώματος έναντι των κοινών χημειοθεραπευτικών σχημάτων, έχουν δείξει πως τουλάχιστον το ήμισυ του συνόλου των οστεοσαρκωμάτων εμφανίζουν χαμηλή απόκριση στην νεο-επικουρική θεραπεία, η οποία συσχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα επανεμφάνισης της νόσου. Η σύγκριση της προστατευτικής επίδρασης των σχημάτων ΑΡ, ΜΑΡ και ΜΑΡΙ ανέδειξε το τετραπλό σχήμα ως αποτελεσματικότερο ως προς την μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης και του κινδύνου θανάτου από τη νόσο έως και 20%-30%, συγκριτικά με τα άλλα δύο. Η μιφαμουρτίδη είναι ένα παράγωγο του μουραμυλικού διπεπτιδίου των βακτηρίων, το οποίο έχει εγκριθεί για χορήγηση, σε λιποσωμική μορφή, ως ανοσοδιεγερτική ουσία έναντι του οστεοσαρκώματος. Η επίδραση της προσθήκης της στα επικουρικά χημειοθεραπευτικά σχήματα έχει μελετηθεί σε σημαντικό βαθμό από την έγκρισή της, το 2009, έως τώρα. Συνολικά, διαπιστώνεται σημαντικό όφελος από την χρήση της ένωσης, τόσο ως προς τα ποσοστά και το συνολικό χρόνο επιβίωσης, όσο και ως προς την βελτιωμένη ποιότητα ζωής, ιδιαίτερα στους ασθενείς με μεταστάσεις στους πνεύμονες, για τους οποίους η κοινή χημειοθεραπευτική αγωγή κρίνεται συχνά αναποτελεσματική σε βάθος χρόνου.","Osteosarcoma constitutes an aggressive type of primary bone sarcoma that affects, most frequently, children and adolescents. In recent decades, the development of pre-operative (neo-adjuvant) and post-operative (adjuvant) chemotherapeutic treatment has significantly increased the overall survival rate of patients with non-metastatic osteosarcoma, which can exceed 70% after 6 years of treatment, but survival in patients with metastatic tumours remains low. The most widely used chemotherapeutic regimen, both as neoadjuvant and as adjuvant treatment, includes the administration of methotrexate (M), doxorubicin (A) and cisplatin (P). In patients who have shown a poor histological response to neoadjuvant treatment, the substances ifosfamide (I) and etoposide (E) tend to be added in the regimen. Response to neoadjuvant therapy is routinely evaluated by determining the percentage of tumour necrosis after surgical removal. The Huvos (grade I to IV histological response) and Salzer-Kuntschik (grade I to VI histological response) scales are frequently used to classify tumours: tumour-necrosis rate of &gt;90% indicates, in both scales, a good response. Response to neoadjuvant chemotherapy shows a high degree of positive correlation with the main indicators of patient survival over time after treatment: overall survival rate (OS) and progression-free survival rate (PFS). Mifamurtide is a derivative of the bacterial compound muramyl-dipeptide, which has been approved for administration, in liposomal form, as an immunostimulant against osteosarcoma. The effect of adding mifamurtide to adjuvant chemotherapy regimens has been studied to a significant extent, since its approval in 2009. Overall, a significant benefit is derived from the use of the mifamurtide, both in terms of survival rates (%) and survival time (months), and in terms of improved quality of life, particularly in patients with lung metastases, for whom standard chemotherapy treatment is proven ineffective over time."],"dc:identifier":["uoadl:5400973","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400973"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Παθολογοανατομική ανταπόκριση οστεοσαρκώματος σε χημειοθεραπεία και το όφελος της προσθήκης mifamurtide στην επιβίωση"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:26Z"}