{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5400860"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5400860","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Ο ρόλος της διαθωρακικής υπερηχογραφίας και της μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς στη διάγνωση της Υπερτροφικής Μυοκαρδιοπάθειας κορυφής","abstract":"Η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια κορυφής (Apical Hypertrophic Cardiomyopathy, ApHCM) αποτελεί διακριτό φαινότυπο της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, με ιδιαίτερη ανατομική κατανομή και συχνά διαφορετική κλινική πορεία σε σύγκριση με τις άλλες μορφές της νόσου. Η εντοπισμένη υπερτροφία της κορυφής της αριστερής κοιλίας μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη διαστολική ενδοτικότητα, ενδοκοιλιακή απόφραξη, ανεύρυσμα κορυφής και κίνδυνο αρρυθμιών, καθιστώντας τη σωστή και έγκαιρη διάγνωση καθοριστική για την επιτυχή διαχείριση του ασθενούς. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η αξιολόγηση του ρόλου της διαθωρακικής υπερηχογραφίας (TTE) και της καρδιακής μαγνητικής τομογραφίας (CMR) στη διάγνωση, την ταξινόμηση και την προγνωστική εκτίμηση της ApHCM, με αναφορά στα πλεονεκτήματα, τις αδυναμίες και τη συμπληρωματική τους δράση. Η εργασία βασίστηκε σε εκτενή ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντηρίων οδηγιών της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC/AHA), καθώς και πρόσφατων μελετών που αξιολόγησαν την ευαισθησία και ειδικότητα των απεικονιστικών τεχνικών. Εξετάστηκαν τα διαγνωστικά κριτήρια της HCM και ειδικότερα της ApHCM, η μορφολογική ταξινόμηση σε αμιγή, μικτή και σχετική μορφή, η συμβολή του ΗΚΓ, η απεικονιστική απόδοση του TTE με και χωρίς χρήση παραγόντων ηχοαντίθεσης και ο ρόλος της CMR στην απεικόνιση του πάχους της κορυφής, στη διάγνωση ίνωσης μέσω LGE και στην ανίχνευση ανευρυσμάτων κορυφής. Επιπλέον, αναλύθηκαν δεδομένα σχετικά με την παρουσία ενδοκοιλιακής απόφραξης, την αξιολόγηση ισχαιμίας και τον ρόλο της CMR στην αναγνώριση πρώιμων μορφών της νόσου που συχνά διαφεύγουν του TTE. Τα ευρήματα της ανασκόπησης κατέδειξαν ότι το TTE αποτελεί την εξέταση πρώτης γραμμής, προσφέροντας άμεσα διαθέσιμες πληροφορίες για τη λειτουργικότητα και τη μορφολογία της αριστερής κοιλίας, ωστόσο η απεικόνιση της κορυφής συχνά περιορίζεται από το ακουστικό παράθυρο. Η χρήση παραγόντων αντίθεσης βελτιώνει σημαντικά την απεικόνιση, αλλά η CMR παραμένει η μέθοδος αναφοράς για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, την ακριβή μέτρηση πάχους και την αναγνώριση ίνωσης και ανευρυσμάτων, παρέχοντας πληροφορίες κρίσιμες για τον καθορισμό κινδύνου και την κλινική διαχείριση. Συνολικά, η συνδυαστική προσέγγιση TTE–CMR αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο και αξιόπιστο τρόπο διάγνωσης και παρακολούθησης ασθενών με ApHCM.","abstract_html":"Η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια κορυφής (Apical Hypertrophic Cardiomyopathy, ApHCM) αποτελεί διακριτό φαινότυπο της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, με ιδιαίτερη ανατομική κατανομή και συχνά διαφορετική κλινική πορεία σε σύγκριση με τις άλλες μορφές της νόσου. Η εντοπισμένη υπερτροφία της κορυφής της αριστερής κοιλίας μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη διαστολική ενδοτικότητα, ενδοκοιλιακή απόφραξη, ανεύρυσμα κορυφής και κίνδυνο αρρυθμιών, καθιστώντας τη σωστή και έγκαιρη διάγνωση καθοριστική για την επιτυχή διαχείριση του ασθενούς. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η αξιολόγηση του ρόλου της διαθωρακικής υπερηχογραφίας (TTE) και της καρδιακής μαγνητικής τομογραφίας (CMR) στη διάγνωση, την ταξινόμηση και την προγνωστική εκτίμηση της ApHCM, με αναφορά στα πλεονεκτήματα, τις αδυναμίες και τη συμπληρωματική τους δράση. Η εργασία βασίστηκε σε εκτενή ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντηρίων οδηγιών της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC/AHA), καθώς και πρόσφατων μελετών που αξιολόγησαν την ευαισθησία και ειδικότητα των απεικονιστικών τεχνικών. Εξετάστηκαν τα διαγνωστικά κριτήρια της HCM και ειδικότερα της ApHCM, η μορφολογική ταξινόμηση σε αμιγή, μικτή και σχετική μορφή, η συμβολή του ΗΚΓ, η απεικονιστική απόδοση του TTE με και χωρίς χρήση παραγόντων ηχοαντίθεσης και ο ρόλος της CMR στην απεικόνιση του πάχους της κορυφής, στη διάγνωση ίνωσης μέσω LGE και στην ανίχνευση ανευρυσμάτων κορυφής. Επιπλέον, αναλύθηκαν δεδομένα σχετικά με την παρουσία ενδοκοιλιακής απόφραξης, την αξιολόγηση ισχαιμίας και τον ρόλο της CMR στην αναγνώριση πρώιμων μορφών της νόσου που συχνά διαφεύγουν του TTE. Τα ευρήματα της ανασκόπησης κατέδειξαν ότι το TTE αποτελεί την εξέταση πρώτης γραμμής, προσφέροντας άμεσα διαθέσιμες πληροφορίες για τη λειτουργικότητα και τη μορφολογία της αριστερής κοιλίας, ωστόσο η απεικόνιση της κορυφής συχνά περιορίζεται από το ακουστικό παράθυρο. Η χρήση παραγόντων αντίθεσης βελτιώνει σημαντικά την απεικόνιση, αλλά η CMR παραμένει η μέθοδος αναφοράς για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, την ακριβή μέτρηση πάχους και την αναγνώριση ίνωσης και ανευρυσμάτων, παρέχοντας πληροφορίες κρίσιμες για τον καθορισμό κινδύνου και την κλινική διαχείριση. Συνολικά, η συνδυαστική προσέγγιση TTE–CMR αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο και αξιόπιστο τρόπο διάγνωσης και παρακολούθησης ασθενών με ApHCM.","abstract_has_math":false,"creators":["Δημάρη Χαρά","Dimari Chara"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:26Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5400860"],"render_values":[{"text":"uoadl:5400860","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400860","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Δημάρη Χαρά","Dimari Chara"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5400860","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400860"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια κορυφής (Apical Hypertrophic Cardiomyopathy, ApHCM) αποτελεί διακριτό φαινότυπο της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, με ιδιαίτερη ανατομική κατανομή και συχνά διαφορετική κλινική πορεία σε σύγκριση με τις άλλες μορφές της νόσου. Η εντοπισμένη υπερτροφία της κορυφής της αριστερής κοιλίας μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη διαστολική ενδοτικότητα, ενδοκοιλιακή απόφραξη, ανεύρυσμα κορυφής και κίνδυνο αρρυθμιών, καθιστώντας τη σωστή και έγκαιρη διάγνωση καθοριστική για την επιτυχή διαχείριση του ασθενούς. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η αξιολόγηση του ρόλου της διαθωρακικής υπερηχογραφίας (TTE) και της καρδιακής μαγνητικής τομογραφίας (CMR) στη διάγνωση, την ταξινόμηση και την προγνωστική εκτίμηση της ApHCM, με αναφορά στα πλεονεκτήματα, τις αδυναμίες και τη συμπληρωματική τους δράση. Η εργασία βασίστηκε σε εκτενή ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντηρίων οδηγιών της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC/AHA), καθώς και πρόσφατων μελετών που αξιολόγησαν την ευαισθησία και ειδικότητα των απεικονιστικών τεχνικών. Εξετάστηκαν τα διαγνωστικά κριτήρια της HCM και ειδικότερα της ApHCM, η μορφολογική ταξινόμηση σε αμιγή, μικτή και σχετική μορφή, η συμβολή του ΗΚΓ, η απεικονιστική απόδοση του TTE με και χωρίς χρήση παραγόντων ηχοαντίθεσης και ο ρόλος της CMR στην απεικόνιση του πάχους της κορυφής, στη διάγνωση ίνωσης μέσω LGE και στην ανίχνευση ανευρυσμάτων κορυφής. Επιπλέον, αναλύθηκαν δεδομένα σχετικά με την παρουσία ενδοκοιλιακής απόφραξης, την αξιολόγηση ισχαιμίας και τον ρόλο της CMR στην αναγνώριση πρώιμων μορφών της νόσου που συχνά διαφεύγουν του TTE. Τα ευρήματα της ανασκόπησης κατέδειξαν ότι το TTE αποτελεί την εξέταση πρώτης γραμμής, προσφέροντας άμεσα διαθέσιμες πληροφορίες για τη λειτουργικότητα και τη μορφολογία της αριστερής κοιλίας, ωστόσο η απεικόνιση της κορυφής συχνά περιορίζεται από το ακουστικό παράθυρο. Η χρήση παραγόντων αντίθεσης βελτιώνει σημαντικά την απεικόνιση, αλλά η CMR παραμένει η μέθοδος αναφοράς για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, την ακριβή μέτρηση πάχους και την αναγνώριση ίνωσης και ανευρυσμάτων, παρέχοντας πληροφορίες κρίσιμες για τον καθορισμό κινδύνου και την κλινική διαχείριση. Συνολικά, η συνδυαστική προσέγγιση TTE–CMR αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο και αξιόπιστο τρόπο διάγνωσης και παρακολούθησης ασθενών με ApHCM.","Apical hypertrophic cardiomyopathy (ApHCM) represents a distinct phenotype of hypertrophic cardiomyopathy, characterized by its unique anatomical distribution and frequently differing clinical course compared with other forms of the disease. The localized hypertrophy of the left ventricular apex may lead to reduced diastolic compliance, mid-ventricular obstruction, apical aneurysm formation, and an increased risk of arrhythmias, making accurate and timely diagnosis essential for optimal patient management. The aim of the present thesis is to evaluate the role of transthoracic echocardiography (TTE) and cardiovascular magnetic resonance imaging (CMR) in the diagnosis, classification, and prognostic assessment of ApHCM, with emphasis on their advantages, limitations, and complementary value. This thesis is based on an extensive review of the international literature, including the guidelines of the European and American Cardiology Societies (ESC/AHA), as well as recent studies assessing the sensitivity and specificity of imaging techniques. Diagnostic criteria for HCM, and specifically for ApHCM, were examined, along with the morphological classification into pure, mixed, and relative forms, the contribution of electrocardiography, the diagnostic performance of TTE with and without contrast agents, and the role of CMR in assessing apical wall thickness, detecting fibrosis through late gadolinium enhancement (LGE), and identifying apical aneurysms. Additional data were analyzed regarding mid-ventricular obstruction, assessment of myocardial ischemia, and the ability of CMR to detect early or subtle forms of the disease that may be missed by TTE. The findings of the review demonstrate that TTE remains the first-line imaging modality, providing readily available information on left ventricular morphology and function; however, apical visualization is often limited by acoustic window constraints. Contrast agents significantly enhance image quality, yet CMR remains the reference standard for confirming the diagnosis, accurately measuring apical wall thickness, and identifying fibrosis and aneurysms—features critical for risk stratification and clinical decision-making. Overall, the combined use of TTE and CMR constitutes the most comprehensive and reliable approach for the diagnosis and follow-up of patients with ApHCM."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Ο ρόλος της διαθωρακικής υπερηχογραφίας και της μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς στη διάγνωση της Υπερτροφικής Μυοκαρδιοπάθειας κορυφής"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Δημάρη Χαρά","Dimari Chara"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια κορυφής (Apical Hypertrophic Cardiomyopathy, ApHCM) αποτελεί διακριτό φαινότυπο της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, με ιδιαίτερη ανατομική κατανομή και συχνά διαφορετική κλινική πορεία σε σύγκριση με τις άλλες μορφές της νόσου. Η εντοπισμένη υπερτροφία της κορυφής της αριστερής κοιλίας μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη διαστολική ενδοτικότητα, ενδοκοιλιακή απόφραξη, ανεύρυσμα κορυφής και κίνδυνο αρρυθμιών, καθιστώντας τη σωστή και έγκαιρη διάγνωση καθοριστική για την επιτυχή διαχείριση του ασθενούς. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η αξιολόγηση του ρόλου της διαθωρακικής υπερηχογραφίας (TTE) και της καρδιακής μαγνητικής τομογραφίας (CMR) στη διάγνωση, την ταξινόμηση και την προγνωστική εκτίμηση της ApHCM, με αναφορά στα πλεονεκτήματα, τις αδυναμίες και τη συμπληρωματική τους δράση. Η εργασία βασίστηκε σε εκτενή ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντηρίων οδηγιών της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC/AHA), καθώς και πρόσφατων μελετών που αξιολόγησαν την ευαισθησία και ειδικότητα των απεικονιστικών τεχνικών. Εξετάστηκαν τα διαγνωστικά κριτήρια της HCM και ειδικότερα της ApHCM, η μορφολογική ταξινόμηση σε αμιγή, μικτή και σχετική μορφή, η συμβολή του ΗΚΓ, η απεικονιστική απόδοση του TTE με και χωρίς χρήση παραγόντων ηχοαντίθεσης και ο ρόλος της CMR στην απεικόνιση του πάχους της κορυφής, στη διάγνωση ίνωσης μέσω LGE και στην ανίχνευση ανευρυσμάτων κορυφής. Επιπλέον, αναλύθηκαν δεδομένα σχετικά με την παρουσία ενδοκοιλιακής απόφραξης, την αξιολόγηση ισχαιμίας και τον ρόλο της CMR στην αναγνώριση πρώιμων μορφών της νόσου που συχνά διαφεύγουν του TTE. Τα ευρήματα της ανασκόπησης κατέδειξαν ότι το TTE αποτελεί την εξέταση πρώτης γραμμής, προσφέροντας άμεσα διαθέσιμες πληροφορίες για τη λειτουργικότητα και τη μορφολογία της αριστερής κοιλίας, ωστόσο η απεικόνιση της κορυφής συχνά περιορίζεται από το ακουστικό παράθυρο. Η χρήση παραγόντων αντίθεσης βελτιώνει σημαντικά την απεικόνιση, αλλά η CMR παραμένει η μέθοδος αναφοράς για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, την ακριβή μέτρηση πάχους και την αναγνώριση ίνωσης και ανευρυσμάτων, παρέχοντας πληροφορίες κρίσιμες για τον καθορισμό κινδύνου και την κλινική διαχείριση. Συνολικά, η συνδυαστική προσέγγιση TTE–CMR αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο και αξιόπιστο τρόπο διάγνωσης και παρακολούθησης ασθενών με ApHCM.","Apical hypertrophic cardiomyopathy (ApHCM) represents a distinct phenotype of hypertrophic cardiomyopathy, characterized by its unique anatomical distribution and frequently differing clinical course compared with other forms of the disease. The localized hypertrophy of the left ventricular apex may lead to reduced diastolic compliance, mid-ventricular obstruction, apical aneurysm formation, and an increased risk of arrhythmias, making accurate and timely diagnosis essential for optimal patient management. The aim of the present thesis is to evaluate the role of transthoracic echocardiography (TTE) and cardiovascular magnetic resonance imaging (CMR) in the diagnosis, classification, and prognostic assessment of ApHCM, with emphasis on their advantages, limitations, and complementary value. This thesis is based on an extensive review of the international literature, including the guidelines of the European and American Cardiology Societies (ESC/AHA), as well as recent studies assessing the sensitivity and specificity of imaging techniques. Diagnostic criteria for HCM, and specifically for ApHCM, were examined, along with the morphological classification into pure, mixed, and relative forms, the contribution of electrocardiography, the diagnostic performance of TTE with and without contrast agents, and the role of CMR in assessing apical wall thickness, detecting fibrosis through late gadolinium enhancement (LGE), and identifying apical aneurysms. Additional data were analyzed regarding mid-ventricular obstruction, assessment of myocardial ischemia, and the ability of CMR to detect early or subtle forms of the disease that may be missed by TTE. The findings of the review demonstrate that TTE remains the first-line imaging modality, providing readily available information on left ventricular morphology and function; however, apical visualization is often limited by acoustic window constraints. Contrast agents significantly enhance image quality, yet CMR remains the reference standard for confirming the diagnosis, accurately measuring apical wall thickness, and identifying fibrosis and aneurysms—features critical for risk stratification and clinical decision-making. Overall, the combined use of TTE and CMR constitutes the most comprehensive and reliable approach for the diagnosis and follow-up of patients with ApHCM."],"dc:identifier":["uoadl:5400860","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400860"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Ο ρόλος της διαθωρακικής υπερηχογραφίας και της μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς στη διάγνωση της Υπερτροφικής Μυοκαρδιοπάθειας κορυφής"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:26Z"}