{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5400476"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5400476","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Η επιρροή των αξιολογήσεων στην εκπαιδευτική πρακτική των νηπιαγωγών","abstract":"Η διαγνωστική αξιολόγηση των παιδιών προσχολικής ηλικίας αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς εκπαιδευτικής έρευνας. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ως ένα εργαλείο που συμβάλλει στην ισότιμη κατανομή εκπαιδευτικών πόρων, ενώ από την άλλη κρίνεται ως μέσο που ενδέχεται να ενισχύει τη διάκριση και την ετικετοποίηση των παιδιών. Πέραν τούτου, η διαδικασία της αξιολόγησης δεν περιορίζεται μόνο στους επίσημους φορείς διάγνωσης, αλλά συνδέεται άμεσα με την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη και τη συμβολή των νηπιαγωγών. Οι στάσεις και οι εμπειρίες των νηπιαγωγών διαμορφώνονται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά και επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και αξιοποιούν τη διαγνωστική αξιολόγηση. Καθώς οι νηπιαγωγοί αποτελούν βασικούς φορείς εφαρμογής της αξιολόγησης στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη, καθίσταται σαφές ότι οι αντιλήψεις τους μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ερμηνεία των διαγνωστικών δεδομένων όσο και τις παιδαγωγικές παρεμβάσεις που ακολουθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η αποτελεσματική εφαρμογή της διαγνωστικής αξιολόγησης προϋποθέτει τη διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και άλλων ειδικοτήτων, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών για την ουσιαστική υποστήριξη του παιδιού. Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση των στάσεων και αντιλήψεων των νηπιαγωγών σχετικά με τη διαδικασία της διαγνωστικής αξιολόγησης, καθώς και ο βαθμός στον οποίο επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν την εκπαιδευτική τους πρακτική πριν ή μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση. Παράλληλα, διερευνώνται οι εμπειρίες των νηπιαγωγών αναφορικά με τη συνεργασία τους με τις διεπιστημονικές ομάδες αξιολόγησης. Η έρευνα είναι ποιοτική και αξιοποιεί τη συνέντευξη ως βασικό μεθοδολογικό εργαλείο συλλογής δεδομένων. Για τη διεξαγωγή ης έρευνας δημιουργήθηκε οδηγός ημιδομημένης συνέντευξης, οργανωμένος σε πέντε θεματικούς άξονες και δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν δέκα νηπιαγωγοί με εύρος ως προς την εκπαιδευτική τους εμπειρία. Οι συνεντεύξεις αναλύθηκαν μέσω της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου, με στόχο τον εντοπισμό βασικών θεμάτων μέσα από τη συστηματική κωδικοποίηση των δεδομένων. Η ανάλυση ανέδειξε τέσσερα υπερθέματα: (α) τις απόψεις των νηπιαγωγών σχετικά με την αξιολόγηση των νηπίων από τους φορείς αξιολόγησης, (β) τις δράσεις στις οποίες προβαίνουν οι νηπιαγωγοί σε σχέση με τη διαδικασία παραπομπής των νηπίων για αξιολόγηση, (γ) τη διαφοροποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και (δ) τη συνεργασία μεταξύ των νηπιαγωγών και των φορέων αξιολόγησης. Τα υπερθέματα οργανώθηκαν περαιτέρω σε θέματα και υποθέματα. Σύμφωνα με τις συμμετέχουσες η αξιολόγηση είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που μπορεί να εξυπηρετήσει πολλαπλούς σκοπούς, όπως η πρόσβαση του παιδιού σε υπηρεσίες, η ενημέρωση της οικογένειας σχετικά με την αναπτυξιακή εικόνα και τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού τους και η παροχή παράλληλης στήριξης προς όφελος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, του παιδιού και της νηπιαγωγού. Επιπλέον οι συμμετέχουσες ανέδειξαν τη σημασία που αποδίδουν στη διαφοροποίηση εκπαιδευτικής πρακτικής όχι μόνο πριν αλλά και μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση, θεωρώντας την ως μία από τις ουσιαστικές μεθόδους ένταξης όλου του μαθητικού πληθυσμού στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ακόμα, εξέφρασαν θετικές στάσεις σχετικά με την εμπλοκή των ιδίων στη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος των παιδιών και παρατηρώντας τα στις αυθόρμητες καθημερινές τους δραστηριότητες, έχουν διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη και χρήσιμη εικόνα που έχει νόημα να μοιραστεί με τους φορείς αξιολόγησης. Τέλος, ως ιδιαιτέρως σημαντική ανέδειξαν οι νηπιαγωγοί την ανάγκη κατάρτισής τους τόσο σε ζητήματα διαχείρισης των αξιολογήσεων όσο και σε ζητήματα συνεργασίας με επαγγελματίες άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται στη διαγνωστική διαδικασία, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, να βελτιωθεί η ποιότητα της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και να διασφαλιστεί η ουσιαστική υποστήριξη των παιδιών. Στα συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζεται ότι οι νηπιαγωγοί αναγνωρίζουν τη σημασία της διαγνωστικής αξιολόγησης κυρίως ως μέσο υποστήριξης του παιδιού, ωστόσο η αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, εκφράζουν μια διττή στάση απέναντί της, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τη συγχέουν με την παιδαγωγική αξιολόγηση, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της επιμόρφωσης και της διεπιστημονικής συνεργασίας. Τα ευρήματα της έρευνας ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ορισμένων περιορισμών, όπως το περιορισμένο δείγμα, η πιθανή επίδραση της σχέσης ερευνήτριας–συμμετεχουσών και η εννοιολογική ασάφεια γύρω από τον όρο “αξιολόγηση”, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν πεδία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Τέλος, παρατίθενται οι βιβλιογραφικές αναφορές από όλες εκείνες τις πηγές, που αξιοποιήθηκαν κατά την εκπόνηση της εργασίας.","abstract_html":"Η διαγνωστική αξιολόγηση των παιδιών προσχολικής ηλικίας αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς εκπαιδευτικής έρευνας. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ως ένα εργαλείο που συμβάλλει στην ισότιμη κατανομή εκπαιδευτικών πόρων, ενώ από την άλλη κρίνεται ως μέσο που ενδέχεται να ενισχύει τη διάκριση και την ετικετοποίηση των παιδιών. Πέραν τούτου, η διαδικασία της αξιολόγησης δεν περιορίζεται μόνο στους επίσημους φορείς διάγνωσης, αλλά συνδέεται άμεσα με την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη και τη συμβολή των νηπιαγωγών. Οι στάσεις και οι εμπειρίες των νηπιαγωγών διαμορφώνονται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά και επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και αξιοποιούν τη διαγνωστική αξιολόγηση. Καθώς οι νηπιαγωγοί αποτελούν βασικούς φορείς εφαρμογής της αξιολόγησης στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη, καθίσταται σαφές ότι οι αντιλήψεις τους μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ερμηνεία των διαγνωστικών δεδομένων όσο και τις παιδαγωγικές παρεμβάσεις που ακολουθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η αποτελεσματική εφαρμογή της διαγνωστικής αξιολόγησης προϋποθέτει τη διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και άλλων ειδικοτήτων, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών για την ουσιαστική υποστήριξη του παιδιού. Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση των στάσεων και αντιλήψεων των νηπιαγωγών σχετικά με τη διαδικασία της διαγνωστικής αξιολόγησης, καθώς και ο βαθμός στον οποίο επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν την εκπαιδευτική τους πρακτική πριν ή μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση. Παράλληλα, διερευνώνται οι εμπειρίες των νηπιαγωγών αναφορικά με τη συνεργασία τους με τις διεπιστημονικές ομάδες αξιολόγησης. Η έρευνα είναι ποιοτική και αξιοποιεί τη συνέντευξη ως βασικό μεθοδολογικό εργαλείο συλλογής δεδομένων. Για τη διεξαγωγή ης έρευνας δημιουργήθηκε οδηγός ημιδομημένης συνέντευξης, οργανωμένος σε πέντε θεματικούς άξονες και δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν δέκα νηπιαγωγοί με εύρος ως προς την εκπαιδευτική τους εμπειρία. Οι συνεντεύξεις αναλύθηκαν μέσω της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου, με στόχο τον εντοπισμό βασικών θεμάτων μέσα από τη συστηματική κωδικοποίηση των δεδομένων. Η ανάλυση ανέδειξε τέσσερα υπερθέματα: (α) τις απόψεις των νηπιαγωγών σχετικά με την αξιολόγηση των νηπίων από τους φορείς αξιολόγησης, (β) τις δράσεις στις οποίες προβαίνουν οι νηπιαγωγοί σε σχέση με τη διαδικασία παραπομπής των νηπίων για αξιολόγηση, (γ) τη διαφοροποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και (δ) τη συνεργασία μεταξύ των νηπιαγωγών και των φορέων αξιολόγησης. Τα υπερθέματα οργανώθηκαν περαιτέρω σε θέματα και υποθέματα. Σύμφωνα με τις συμμετέχουσες η αξιολόγηση είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που μπορεί να εξυπηρετήσει πολλαπλούς σκοπούς, όπως η πρόσβαση του παιδιού σε υπηρεσίες, η ενημέρωση της οικογένειας σχετικά με την αναπτυξιακή εικόνα και τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού τους και η παροχή παράλληλης στήριξης προς όφελος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, του παιδιού και της νηπιαγωγού. Επιπλέον οι συμμετέχουσες ανέδειξαν τη σημασία που αποδίδουν στη διαφοροποίηση εκπαιδευτικής πρακτικής όχι μόνο πριν αλλά και μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση, θεωρώντας την ως μία από τις ουσιαστικές μεθόδους ένταξης όλου του μαθητικού πληθυσμού στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ακόμα, εξέφρασαν θετικές στάσεις σχετικά με την εμπλοκή των ιδίων στη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος των παιδιών και παρατηρώντας τα στις αυθόρμητες καθημερινές τους δραστηριότητες, έχουν διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη και χρήσιμη εικόνα που έχει νόημα να μοιραστεί με τους φορείς αξιολόγησης. Τέλος, ως ιδιαιτέρως σημαντική ανέδειξαν οι νηπιαγωγοί την ανάγκη κατάρτισής τους τόσο σε ζητήματα διαχείρισης των αξιολογήσεων όσο και σε ζητήματα συνεργασίας με επαγγελματίες άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται στη διαγνωστική διαδικασία, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, να βελτιωθεί η ποιότητα της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και να διασφαλιστεί η ουσιαστική υποστήριξη των παιδιών. Στα συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζεται ότι οι νηπιαγωγοί αναγνωρίζουν τη σημασία της διαγνωστικής αξιολόγησης κυρίως ως μέσο υποστήριξης του παιδιού, ωστόσο η αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, εκφράζουν μια διττή στάση απέναντί της, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τη συγχέουν με την παιδαγωγική αξιολόγηση, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της επιμόρφωσης και της διεπιστημονικής συνεργασίας. Τα ευρήματα της έρευνας ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ορισμένων περιορισμών, όπως το περιορισμένο δείγμα, η πιθανή επίδραση της σχέσης ερευνήτριας–συμμετεχουσών και η εννοιολογική ασάφεια γύρω από τον όρο “αξιολόγηση”, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν πεδία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Τέλος, παρατίθενται οι βιβλιογραφικές αναφορές από όλες εκείνες τις πηγές, που αξιοποιήθηκαν κατά την εκπόνηση της εργασίας.","abstract_has_math":false,"creators":["ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ ΘΕΑΝΩ","SGOUROMALLI THEANO"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:24Z","subjects":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5400476"],"render_values":[{"text":"uoadl:5400476","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400476","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ ΘΕΑΝΩ","SGOUROMALLI THEANO"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5400476","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400476"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η διαγνωστική αξιολόγηση των παιδιών προσχολικής ηλικίας αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς εκπαιδευτικής έρευνας. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ως ένα εργαλείο που συμβάλλει στην ισότιμη κατανομή εκπαιδευτικών πόρων, ενώ από την άλλη κρίνεται ως μέσο που ενδέχεται να ενισχύει τη διάκριση και την ετικετοποίηση των παιδιών. Πέραν τούτου, η διαδικασία της αξιολόγησης δεν περιορίζεται μόνο στους επίσημους φορείς διάγνωσης, αλλά συνδέεται άμεσα με την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη και τη συμβολή των νηπιαγωγών. Οι στάσεις και οι εμπειρίες των νηπιαγωγών διαμορφώνονται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά και επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και αξιοποιούν τη διαγνωστική αξιολόγηση. Καθώς οι νηπιαγωγοί αποτελούν βασικούς φορείς εφαρμογής της αξιολόγησης στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη, καθίσταται σαφές ότι οι αντιλήψεις τους μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ερμηνεία των διαγνωστικών δεδομένων όσο και τις παιδαγωγικές παρεμβάσεις που ακολουθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η αποτελεσματική εφαρμογή της διαγνωστικής αξιολόγησης προϋποθέτει τη διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και άλλων ειδικοτήτων, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών για την ουσιαστική υποστήριξη του παιδιού. Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση των στάσεων και αντιλήψεων των νηπιαγωγών σχετικά με τη διαδικασία της διαγνωστικής αξιολόγησης, καθώς και ο βαθμός στον οποίο επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν την εκπαιδευτική τους πρακτική πριν ή μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση. Παράλληλα, διερευνώνται οι εμπειρίες των νηπιαγωγών αναφορικά με τη συνεργασία τους με τις διεπιστημονικές ομάδες αξιολόγησης. Η έρευνα είναι ποιοτική και αξιοποιεί τη συνέντευξη ως βασικό μεθοδολογικό εργαλείο συλλογής δεδομένων. Για τη διεξαγωγή ης έρευνας δημιουργήθηκε οδηγός ημιδομημένης συνέντευξης, οργανωμένος σε πέντε θεματικούς άξονες και δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν δέκα νηπιαγωγοί με εύρος ως προς την εκπαιδευτική τους εμπειρία. Οι συνεντεύξεις αναλύθηκαν μέσω της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου, με στόχο τον εντοπισμό βασικών θεμάτων μέσα από τη συστηματική κωδικοποίηση των δεδομένων. Η ανάλυση ανέδειξε τέσσερα υπερθέματα: (α) τις απόψεις των νηπιαγωγών σχετικά με την αξιολόγηση των νηπίων από τους φορείς αξιολόγησης, (β) τις δράσεις στις οποίες προβαίνουν οι νηπιαγωγοί σε σχέση με τη διαδικασία παραπομπής των νηπίων για αξιολόγηση, (γ) τη διαφοροποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και (δ) τη συνεργασία μεταξύ των νηπιαγωγών και των φορέων αξιολόγησης. Τα υπερθέματα οργανώθηκαν περαιτέρω σε θέματα και υποθέματα. Σύμφωνα με τις συμμετέχουσες η αξιολόγηση είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που μπορεί να εξυπηρετήσει πολλαπλούς σκοπούς, όπως η πρόσβαση του παιδιού σε υπηρεσίες, η ενημέρωση της οικογένειας σχετικά με την αναπτυξιακή εικόνα και τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού τους και η παροχή παράλληλης στήριξης προς όφελος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, του παιδιού και της νηπιαγωγού. Επιπλέον οι συμμετέχουσες ανέδειξαν τη σημασία που αποδίδουν στη διαφοροποίηση εκπαιδευτικής πρακτικής όχι μόνο πριν αλλά και μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση, θεωρώντας την ως μία από τις ουσιαστικές μεθόδους ένταξης όλου του μαθητικού πληθυσμού στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ακόμα, εξέφρασαν θετικές στάσεις σχετικά με την εμπλοκή των ιδίων στη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος των παιδιών και παρατηρώντας τα στις αυθόρμητες καθημερινές τους δραστηριότητες, έχουν διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη και χρήσιμη εικόνα που έχει νόημα να μοιραστεί με τους φορείς αξιολόγησης. Τέλος, ως ιδιαιτέρως σημαντική ανέδειξαν οι νηπιαγωγοί την ανάγκη κατάρτισής τους τόσο σε ζητήματα διαχείρισης των αξιολογήσεων όσο και σε ζητήματα συνεργασίας με επαγγελματίες άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται στη διαγνωστική διαδικασία, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, να βελτιωθεί η ποιότητα της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και να διασφαλιστεί η ουσιαστική υποστήριξη των παιδιών. Στα συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζεται ότι οι νηπιαγωγοί αναγνωρίζουν τη σημασία της διαγνωστικής αξιολόγησης κυρίως ως μέσο υποστήριξης του παιδιού, ωστόσο η αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, εκφράζουν μια διττή στάση απέναντί της, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τη συγχέουν με την παιδαγωγική αξιολόγηση, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της επιμόρφωσης και της διεπιστημονικής συνεργασίας. Τα ευρήματα της έρευνας ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ορισμένων περιορισμών, όπως το περιορισμένο δείγμα, η πιθανή επίδραση της σχέσης ερευνήτριας–συμμετεχουσών και η εννοιολογική ασάφεια γύρω από τον όρο “αξιολόγηση”, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν πεδία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Τέλος, παρατίθενται οι βιβλιογραφικές αναφορές από όλες εκείνες τις πηγές, που αξιοποιήθηκαν κατά την εκπόνηση της εργασίας.","Diagnostic assessment in early childhood education constitutes a multidimensional issue that lies at the center of international educational research. On the one hand, it is recognized as a tool that contributes to the equitable allocation of educational resources, while on the other hand it is criticized as a practice that may reinforce discrimination and labeling of children. Moreover, the process of assessment is not limited to formal diagnostic institutions but is closely connected to everyday educational practice and the role of preschool teachers. Teachers’ attitudes and experiences are shaped through their continuous interaction with children and significantly influence the way they perceive and utilize diagnostic assessment. As preschool teachers are key agents in the implementation of assessment within daily educational practice, it becomes evident that their perceptions may affect both the interpretation of diagnostic data and the pedagogical interventions that follow. In this context, the effective implementation of diagnostic assessment presupposes interdisciplinary collaboration among educators and other professionals, aiming at the exchange of information for the meaningful support of the child. The aim of this thesis is to explore preschool teachers’ attitudes and perceptions regarding the process of diagnostic assessment, as well as the extent to which they seek to differentiate their educational practice before and after referring a child for assessment. Furthermore, the study investigates teachers’ experiences in relation to their collaboration with interdisciplinary assessment teams. The research follows a qualitative approach, utilizing interviews as the primary data collection method. For this purpose, a semi-structured interview guide was developed, organized around five thematic axes, while the sample consisted of ten preschool teachers with varying levels of professional experience. The interviews were analyzed using thematic content analysis, aiming to identify key themes through the systematic coding of the data. The analysis revealed four overarching themes: (a) preschool teachers’ views on the assessment of children by diagnostic services, (b) the actions undertaken by teachers in relation to the referral process, (c) the differentiation of educational practice, and (d) the collaboration between teachers and diagnostic services. These overarching themes were further organized into themes and subthemes. According to the participants, assessment is considered a useful tool that serves multiple purposes, such as facilitating children’s access to support services, informing families about their child’s developmental profile and educational needs, and providing parallel support for the benefit of the educational process, the child, and the teacher. In addition, participants highlighted the importance they attribute to differentiated educational practice both before and after the referral of a child for assessment, viewing it as a key approach for the inclusion of all children in the educational process. They also expressed positive attitudes towards their own involvement in the assessment process, as they are part of the child’s natural environment and, through observing children in their spontaneous daily activities, they form a comprehensive and meaningful understanding that can be shared with diagnostic services. Finally, teachers emphasized the need for further training both in managing assessment procedures and in collaborating with professionals from other disciplines involved in the diagnostic process, in order to enhance the effectiveness of interventions, improve the quality of collaboration, and ensure meaningful support for children. The findings of the study indicate that preschool teachers recognize the importance of diagnostic assessment primarily as a means of supporting the child; however, its utilization within educational practice remains limited. At the same time, teachers demonstrate an ambivalent stance, and in several cases they confuse diagnostic assessment with pedagogical assessment, highlighting the need for enhanced training and interdisciplinary collaboration. The findings should be interpreted in light of certain limitations, including the small sample size, the potential influence of the relationship between the researcher and participants, and the conceptual ambiguity surrounding the term “assessment.” At the same time, the results highlight areas that warrant further investigation. Finally, the thesis concludes with a presentation of the references used throughout the study."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Η επιρροή των αξιολογήσεων στην εκπαιδευτική πρακτική των νηπιαγωγών"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ ΘΕΑΝΩ","SGOUROMALLI THEANO"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η διαγνωστική αξιολόγηση των παιδιών προσχολικής ηλικίας αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς εκπαιδευτικής έρευνας. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ως ένα εργαλείο που συμβάλλει στην ισότιμη κατανομή εκπαιδευτικών πόρων, ενώ από την άλλη κρίνεται ως μέσο που ενδέχεται να ενισχύει τη διάκριση και την ετικετοποίηση των παιδιών. Πέραν τούτου, η διαδικασία της αξιολόγησης δεν περιορίζεται μόνο στους επίσημους φορείς διάγνωσης, αλλά συνδέεται άμεσα με την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη και τη συμβολή των νηπιαγωγών. Οι στάσεις και οι εμπειρίες των νηπιαγωγών διαμορφώνονται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά και επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και αξιοποιούν τη διαγνωστική αξιολόγηση. Καθώς οι νηπιαγωγοί αποτελούν βασικούς φορείς εφαρμογής της αξιολόγησης στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη, καθίσταται σαφές ότι οι αντιλήψεις τους μπορούν να επηρεάσουν τόσο την ερμηνεία των διαγνωστικών δεδομένων όσο και τις παιδαγωγικές παρεμβάσεις που ακολουθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η αποτελεσματική εφαρμογή της διαγνωστικής αξιολόγησης προϋποθέτει τη διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και άλλων ειδικοτήτων, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών για την ουσιαστική υποστήριξη του παιδιού. Στόχος της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διερεύνηση των στάσεων και αντιλήψεων των νηπιαγωγών σχετικά με τη διαδικασία της διαγνωστικής αξιολόγησης, καθώς και ο βαθμός στον οποίο επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν την εκπαιδευτική τους πρακτική πριν ή μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση. Παράλληλα, διερευνώνται οι εμπειρίες των νηπιαγωγών αναφορικά με τη συνεργασία τους με τις διεπιστημονικές ομάδες αξιολόγησης. Η έρευνα είναι ποιοτική και αξιοποιεί τη συνέντευξη ως βασικό μεθοδολογικό εργαλείο συλλογής δεδομένων. Για τη διεξαγωγή ης έρευνας δημιουργήθηκε οδηγός ημιδομημένης συνέντευξης, οργανωμένος σε πέντε θεματικούς άξονες και δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν δέκα νηπιαγωγοί με εύρος ως προς την εκπαιδευτική τους εμπειρία. Οι συνεντεύξεις αναλύθηκαν μέσω της θεματικής ανάλυσης περιεχομένου, με στόχο τον εντοπισμό βασικών θεμάτων μέσα από τη συστηματική κωδικοποίηση των δεδομένων. Η ανάλυση ανέδειξε τέσσερα υπερθέματα: (α) τις απόψεις των νηπιαγωγών σχετικά με την αξιολόγηση των νηπίων από τους φορείς αξιολόγησης, (β) τις δράσεις στις οποίες προβαίνουν οι νηπιαγωγοί σε σχέση με τη διαδικασία παραπομπής των νηπίων για αξιολόγηση, (γ) τη διαφοροποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και (δ) τη συνεργασία μεταξύ των νηπιαγωγών και των φορέων αξιολόγησης. Τα υπερθέματα οργανώθηκαν περαιτέρω σε θέματα και υποθέματα. Σύμφωνα με τις συμμετέχουσες η αξιολόγηση είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που μπορεί να εξυπηρετήσει πολλαπλούς σκοπούς, όπως η πρόσβαση του παιδιού σε υπηρεσίες, η ενημέρωση της οικογένειας σχετικά με την αναπτυξιακή εικόνα και τις εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού τους και η παροχή παράλληλης στήριξης προς όφελος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, του παιδιού και της νηπιαγωγού. Επιπλέον οι συμμετέχουσες ανέδειξαν τη σημασία που αποδίδουν στη διαφοροποίηση εκπαιδευτικής πρακτικής όχι μόνο πριν αλλά και μετά την παραπομπή ενός νηπίου για αξιολόγηση, θεωρώντας την ως μία από τις ουσιαστικές μεθόδους ένταξης όλου του μαθητικού πληθυσμού στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ακόμα, εξέφρασαν θετικές στάσεις σχετικά με την εμπλοκή των ιδίων στη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος των παιδιών και παρατηρώντας τα στις αυθόρμητες καθημερινές τους δραστηριότητες, έχουν διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη και χρήσιμη εικόνα που έχει νόημα να μοιραστεί με τους φορείς αξιολόγησης. Τέλος, ως ιδιαιτέρως σημαντική ανέδειξαν οι νηπιαγωγοί την ανάγκη κατάρτισής τους τόσο σε ζητήματα διαχείρισης των αξιολογήσεων όσο και σε ζητήματα συνεργασίας με επαγγελματίες άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται στη διαγνωστική διαδικασία, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, να βελτιωθεί η ποιότητα της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και να διασφαλιστεί η ουσιαστική υποστήριξη των παιδιών. Στα συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζεται ότι οι νηπιαγωγοί αναγνωρίζουν τη σημασία της διαγνωστικής αξιολόγησης κυρίως ως μέσο υποστήριξης του παιδιού, ωστόσο η αξιοποίησή της στην εκπαιδευτική πράξη παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, εκφράζουν μια διττή στάση απέναντί της, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τη συγχέουν με την παιδαγωγική αξιολόγηση, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της επιμόρφωσης και της διεπιστημονικής συνεργασίας. Τα ευρήματα της έρευνας ερμηνεύονται υπό το πρίσμα ορισμένων περιορισμών, όπως το περιορισμένο δείγμα, η πιθανή επίδραση της σχέσης ερευνήτριας–συμμετεχουσών και η εννοιολογική ασάφεια γύρω από τον όρο “αξιολόγηση”, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν πεδία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Τέλος, παρατίθενται οι βιβλιογραφικές αναφορές από όλες εκείνες τις πηγές, που αξιοποιήθηκαν κατά την εκπόνηση της εργασίας.","Diagnostic assessment in early childhood education constitutes a multidimensional issue that lies at the center of international educational research. On the one hand, it is recognized as a tool that contributes to the equitable allocation of educational resources, while on the other hand it is criticized as a practice that may reinforce discrimination and labeling of children. Moreover, the process of assessment is not limited to formal diagnostic institutions but is closely connected to everyday educational practice and the role of preschool teachers. Teachers’ attitudes and experiences are shaped through their continuous interaction with children and significantly influence the way they perceive and utilize diagnostic assessment. As preschool teachers are key agents in the implementation of assessment within daily educational practice, it becomes evident that their perceptions may affect both the interpretation of diagnostic data and the pedagogical interventions that follow. In this context, the effective implementation of diagnostic assessment presupposes interdisciplinary collaboration among educators and other professionals, aiming at the exchange of information for the meaningful support of the child. The aim of this thesis is to explore preschool teachers’ attitudes and perceptions regarding the process of diagnostic assessment, as well as the extent to which they seek to differentiate their educational practice before and after referring a child for assessment. Furthermore, the study investigates teachers’ experiences in relation to their collaboration with interdisciplinary assessment teams. The research follows a qualitative approach, utilizing interviews as the primary data collection method. For this purpose, a semi-structured interview guide was developed, organized around five thematic axes, while the sample consisted of ten preschool teachers with varying levels of professional experience. The interviews were analyzed using thematic content analysis, aiming to identify key themes through the systematic coding of the data. The analysis revealed four overarching themes: (a) preschool teachers’ views on the assessment of children by diagnostic services, (b) the actions undertaken by teachers in relation to the referral process, (c) the differentiation of educational practice, and (d) the collaboration between teachers and diagnostic services. These overarching themes were further organized into themes and subthemes. According to the participants, assessment is considered a useful tool that serves multiple purposes, such as facilitating children’s access to support services, informing families about their child’s developmental profile and educational needs, and providing parallel support for the benefit of the educational process, the child, and the teacher. In addition, participants highlighted the importance they attribute to differentiated educational practice both before and after the referral of a child for assessment, viewing it as a key approach for the inclusion of all children in the educational process. They also expressed positive attitudes towards their own involvement in the assessment process, as they are part of the child’s natural environment and, through observing children in their spontaneous daily activities, they form a comprehensive and meaningful understanding that can be shared with diagnostic services. Finally, teachers emphasized the need for further training both in managing assessment procedures and in collaborating with professionals from other disciplines involved in the diagnostic process, in order to enhance the effectiveness of interventions, improve the quality of collaboration, and ensure meaningful support for children. The findings of the study indicate that preschool teachers recognize the importance of diagnostic assessment primarily as a means of supporting the child; however, its utilization within educational practice remains limited. At the same time, teachers demonstrate an ambivalent stance, and in several cases they confuse diagnostic assessment with pedagogical assessment, highlighting the need for enhanced training and interdisciplinary collaboration. The findings should be interpreted in light of certain limitations, including the small sample size, the potential influence of the relationship between the researcher and participants, and the conceptual ambiguity surrounding the term “assessment.” At the same time, the results highlight areas that warrant further investigation. Finally, the thesis concludes with a presentation of the references used throughout the study."],"dc:identifier":["uoadl:5400476","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5400476"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"],"dc:title":["Η επιρροή των αξιολογήσεων στην εκπαιδευτική πρακτική των νηπιαγωγών"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:24Z"}