{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5374015"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5374015","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Διατροφική προσέγγιση κύησης","abstract":"Η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προώθηση της μητρικής και εμβρυϊκής υγείας και απαιτεί εξειδικευμένη, εξατομικευμένη καθοδήγηση. Καθώς η κύηση επιφέρει δομικές και μεταβολικές προσαρμογές, οι διαιτητικές ανάγκες διαφοροποιούνται ανάλογα με τον προεγκυμονακό δείκτη μάζας σώματος, την παρουσία συννοσηροτήτων και την πορεία της εγκυμοσύνης. Η έμφαση πρέπει να δίδεται στην ποιότητα της τροφής: μια διατροφή πλούσια σε πλήρη δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, άπαχες πρωτεΐνες και υγιεινά λιπαρά υποστηρίζει βέλτιστη ανάπτυξη και ελαχιστοποιεί φλεγμονώδεις διεργασίες. Η ενεργειακή πρόσληψη πρέπει να προσαρμόζεται σταδιακά και με κριτήριο τις ατομικές ανάγκες, αποφεύγοντας τόσο την ανεπαρκή όσο και την υπερβολική αύξηση βάρους, καθώς και οι δύο συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικών επιπλοκών. Σε επίπεδο μακροθρεπτικών, η ικανοποιητική πρόσληψη πρωτεϊνών είναι απαραίτητη για την υποστήριξη της ανάπτυξης ιστών, ενώ οι υδατάνθρακες θα πρέπει να προέρχονται κυρίως από σύνθετες πηγές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη για τη σταθεροποίηση της γλυκόζης. Τα λιπαρά οξέα, ιδίως τα ω-3 (DHA), παίζουν σημαντικό ρόλο στη νευροαναπτυξιακή ωρίμανση και η επάρκειά τους πρέπει να διασφαλίζεται μέσω της διατροφής ή συμπληρωμάτων όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν τα μικροθρεπτικά: ο σίδηρος και το ιώδιο είναι κρίσιμα για τη μεταφορά οξυγόνου και τη θυροειδική λειτουργία αντίστοιχα, ενώ το φολικό οξύ αποδεδειγμένα μειώνει τον κίνδυνο νευρικής σωλήνωσης. Η βιταμίνη D και το ασβέστιο πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση, ειδικά σε περιβάλλοντα με χαμηλή ηλιακή έκθεση ή περιορισμένη πρόσληψη γαλακτοκομικών. Οι κλινικές καταστάσεις όπως ο διαβήτης κύησης, η παχυσαρκία και η υπερέμεση απαιτούν προσαρμοσμένες διατροφικές στρατηγικές που προτεραιοποιούν τη σταθεροποίηση της γλυκόζης, τη βελτίωση της ποιότητας τροφής και την αποφυγή σημαντικής απώλειας θρεπτικών στοιχείων. Η αξιολόγηση της σωματικής σύστασης στηρίζεται σε συνδυασμό πρακτικών και πιο εξειδικευμένων μεθόδων, και η τυποποίηση πρωτοκόλλων βελτιώνει την αξιοπιστία των δεδομένων. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, η πρώιμη διατροφική εκτίμηση, η εκπαίδευση των εγκύων και η πρόσβαση σε προγεννητική φροντίδα είναι καθοριστικές για τη μείωση ανισοτήτων και την προαγωγή θετικών εκβάσεων. Τέλος, απαιτείται περαιτέρω έρευνα με καλά σχεδιασμένες παρεμβάσεις για να αποσαφηνιστούν οι βέλτιστες στρατηγικές πρόσληψης και συμπλήρωσης σε διαφορετικές υποομάδες ώστε να υποστηριχθεί μια πραγματικά εξατομικευμένη προσέγγιση στη θρέψη της εγκύου. Η συνεργασία με εξειδικευμένο διαιτολόγο βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.","abstract_html":"Η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προώθηση της μητρικής και εμβρυϊκής υγείας και απαιτεί εξειδικευμένη, εξατομικευμένη καθοδήγηση. Καθώς η κύηση επιφέρει δομικές και μεταβολικές προσαρμογές, οι διαιτητικές ανάγκες διαφοροποιούνται ανάλογα με τον προεγκυμονακό δείκτη μάζας σώματος, την παρουσία συννοσηροτήτων και την πορεία της εγκυμοσύνης. Η έμφαση πρέπει να δίδεται στην ποιότητα της τροφής: μια διατροφή πλούσια σε πλήρη δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, άπαχες πρωτεΐνες και υγιεινά λιπαρά υποστηρίζει βέλτιστη ανάπτυξη και ελαχιστοποιεί φλεγμονώδεις διεργασίες. Η ενεργειακή πρόσληψη πρέπει να προσαρμόζεται σταδιακά και με κριτήριο τις ατομικές ανάγκες, αποφεύγοντας τόσο την ανεπαρκή όσο και την υπερβολική αύξηση βάρους, καθώς και οι δύο συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικών επιπλοκών. Σε επίπεδο μακροθρεπτικών, η ικανοποιητική πρόσληψη πρωτεϊνών είναι απαραίτητη για την υποστήριξη της ανάπτυξης ιστών, ενώ οι υδατάνθρακες θα πρέπει να προέρχονται κυρίως από σύνθετες πηγές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη για τη σταθεροποίηση της γλυκόζης. Τα λιπαρά οξέα, ιδίως τα ω-3 (DHA), παίζουν σημαντικό ρόλο στη νευροαναπτυξιακή ωρίμανση και η επάρκειά τους πρέπει να διασφαλίζεται μέσω της διατροφής ή συμπληρωμάτων όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν τα μικροθρεπτικά: ο σίδηρος και το ιώδιο είναι κρίσιμα για τη μεταφορά οξυγόνου και τη θυροειδική λειτουργία αντίστοιχα, ενώ το φολικό οξύ αποδεδειγμένα μειώνει τον κίνδυνο νευρικής σωλήνωσης. Η βιταμίνη D και το ασβέστιο πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση, ειδικά σε περιβάλλοντα με χαμηλή ηλιακή έκθεση ή περιορισμένη πρόσληψη γαλακτοκομικών. Οι κλινικές καταστάσεις όπως ο διαβήτης κύησης, η παχυσαρκία και η υπερέμεση απαιτούν προσαρμοσμένες διατροφικές στρατηγικές που προτεραιοποιούν τη σταθεροποίηση της γλυκόζης, τη βελτίωση της ποιότητας τροφής και την αποφυγή σημαντικής απώλειας θρεπτικών στοιχείων. Η αξιολόγηση της σωματικής σύστασης στηρίζεται σε συνδυασμό πρακτικών και πιο εξειδικευμένων μεθόδων, και η τυποποίηση πρωτοκόλλων βελτιώνει την αξιοπιστία των δεδομένων. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, η πρώιμη διατροφική εκτίμηση, η εκπαίδευση των εγκύων και η πρόσβαση σε προγεννητική φροντίδα είναι καθοριστικές για τη μείωση ανισοτήτων και την προαγωγή θετικών εκβάσεων. Τέλος, απαιτείται περαιτέρω έρευνα με καλά σχεδιασμένες παρεμβάσεις για να αποσαφηνιστούν οι βέλτιστες στρατηγικές πρόσληψης και συμπλήρωσης σε διαφορετικές υποομάδες ώστε να υποστηριχθεί μια πραγματικά εξατομικευμένη προσέγγιση στη θρέψη της εγκύου. Η συνεργασία με εξειδικευμένο διαιτολόγο βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.","abstract_has_math":false,"creators":["Τσιάβου Κωνσταντίνα","Tsiavou Konstantina"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:17Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5374015"],"render_values":[{"text":"uoadl:5374015","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5374015","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Τσιάβου Κωνσταντίνα","Tsiavou Konstantina"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5374015","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5374015"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προώθηση της μητρικής και εμβρυϊκής υγείας και απαιτεί εξειδικευμένη, εξατομικευμένη καθοδήγηση. Καθώς η κύηση επιφέρει δομικές και μεταβολικές προσαρμογές, οι διαιτητικές ανάγκες διαφοροποιούνται ανάλογα με τον προεγκυμονακό δείκτη μάζας σώματος, την παρουσία συννοσηροτήτων και την πορεία της εγκυμοσύνης. Η έμφαση πρέπει να δίδεται στην ποιότητα της τροφής: μια διατροφή πλούσια σε πλήρη δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, άπαχες πρωτεΐνες και υγιεινά λιπαρά υποστηρίζει βέλτιστη ανάπτυξη και ελαχιστοποιεί φλεγμονώδεις διεργασίες. Η ενεργειακή πρόσληψη πρέπει να προσαρμόζεται σταδιακά και με κριτήριο τις ατομικές ανάγκες, αποφεύγοντας τόσο την ανεπαρκή όσο και την υπερβολική αύξηση βάρους, καθώς και οι δύο συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικών επιπλοκών. Σε επίπεδο μακροθρεπτικών, η ικανοποιητική πρόσληψη πρωτεϊνών είναι απαραίτητη για την υποστήριξη της ανάπτυξης ιστών, ενώ οι υδατάνθρακες θα πρέπει να προέρχονται κυρίως από σύνθετες πηγές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη για τη σταθεροποίηση της γλυκόζης. Τα λιπαρά οξέα, ιδίως τα ω-3 (DHA), παίζουν σημαντικό ρόλο στη νευροαναπτυξιακή ωρίμανση και η επάρκειά τους πρέπει να διασφαλίζεται μέσω της διατροφής ή συμπληρωμάτων όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν τα μικροθρεπτικά: ο σίδηρος και το ιώδιο είναι κρίσιμα για τη μεταφορά οξυγόνου και τη θυροειδική λειτουργία αντίστοιχα, ενώ το φολικό οξύ αποδεδειγμένα μειώνει τον κίνδυνο νευρικής σωλήνωσης. Η βιταμίνη D και το ασβέστιο πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση, ειδικά σε περιβάλλοντα με χαμηλή ηλιακή έκθεση ή περιορισμένη πρόσληψη γαλακτοκομικών. Οι κλινικές καταστάσεις όπως ο διαβήτης κύησης, η παχυσαρκία και η υπερέμεση απαιτούν προσαρμοσμένες διατροφικές στρατηγικές που προτεραιοποιούν τη σταθεροποίηση της γλυκόζης, τη βελτίωση της ποιότητας τροφής και την αποφυγή σημαντικής απώλειας θρεπτικών στοιχείων. Η αξιολόγηση της σωματικής σύστασης στηρίζεται σε συνδυασμό πρακτικών και πιο εξειδικευμένων μεθόδων, και η τυποποίηση πρωτοκόλλων βελτιώνει την αξιοπιστία των δεδομένων. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, η πρώιμη διατροφική εκτίμηση, η εκπαίδευση των εγκύων και η πρόσβαση σε προγεννητική φροντίδα είναι καθοριστικές για τη μείωση ανισοτήτων και την προαγωγή θετικών εκβάσεων. Τέλος, απαιτείται περαιτέρω έρευνα με καλά σχεδιασμένες παρεμβάσεις για να αποσαφηνιστούν οι βέλτιστες στρατηγικές πρόσληψης και συμπλήρωσης σε διαφορετικές υποομάδες ώστε να υποστηριχθεί μια πραγματικά εξατομικευμένη προσέγγιση στη θρέψη της εγκύου. Η συνεργασία με εξειδικευμένο διαιτολόγο βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.","Nutrition during pregnancy plays a central role in promoting maternal and fetal health and requires specialized, individualized guidance. As pregnancy induces structural and metabolic adaptations, dietary needs vary according to preconception body mass index, the presence of comorbidities, and the course of gestation. Emphasis should be placed on diet quality: a diet rich in whole grains, fruits, vegetables, lean proteins and healthy fats supports optimal development and minimizes inflammatory processes. Energy intake should be adjusted gradually and based on individual needs, avoiding both insufficient and excessive weight gain, since both are associated with increased risk of perinatal complications. Regarding macronutrients, adequate protein intake is necessary to support tissue growth, while carbohydrates should primarily come from complex, low-glycemic sources to stabilize glucose. Fatty acids, especially omega-3s (DHA), play a significant role in neurodevelopmental maturation and their adequacy should be ensured through diet or supplements when needed. Particular attention should be paid to micronutrients: iron and iodine are critical for oxygen transport and thyroid function respectively, while folic acid has been proven to reduce the risk of neural tube defects. Vitamin D and calcium should be evaluated case by case, especially in settings with low sun exposure or limited dairy intake. Clinical conditions such as gestational diabetes, obesity and hyperemesis require tailored dietary strategies that prioritize glucose stabilization, improved diet quality and avoidance of significant nutrient loss. Assessment of body composition relies on a combination of practical and more specialized methods, and protocol standardization improves data reliability. At the public health level, early nutritional assessment, education of pregnant women and access to prenatal care are decisive for reducing inequalities and promoting positive outcomes. Finally, further well-designed intervention research is needed to clarify optimal intake and supplementation strategies across subgroups to support truly individualized nutrition in pregnancy. Collaboration with a specialized dietitian improves intervention effectiveness."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Διατροφική προσέγγιση κύησης"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Τσιάβου Κωνσταντίνα","Tsiavou Konstantina"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η διατροφή κατά την εγκυμοσύνη διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προώθηση της μητρικής και εμβρυϊκής υγείας και απαιτεί εξειδικευμένη, εξατομικευμένη καθοδήγηση. Καθώς η κύηση επιφέρει δομικές και μεταβολικές προσαρμογές, οι διαιτητικές ανάγκες διαφοροποιούνται ανάλογα με τον προεγκυμονακό δείκτη μάζας σώματος, την παρουσία συννοσηροτήτων και την πορεία της εγκυμοσύνης. Η έμφαση πρέπει να δίδεται στην ποιότητα της τροφής: μια διατροφή πλούσια σε πλήρη δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, άπαχες πρωτεΐνες και υγιεινά λιπαρά υποστηρίζει βέλτιστη ανάπτυξη και ελαχιστοποιεί φλεγμονώδεις διεργασίες. Η ενεργειακή πρόσληψη πρέπει να προσαρμόζεται σταδιακά και με κριτήριο τις ατομικές ανάγκες, αποφεύγοντας τόσο την ανεπαρκή όσο και την υπερβολική αύξηση βάρους, καθώς και οι δύο συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικών επιπλοκών. Σε επίπεδο μακροθρεπτικών, η ικανοποιητική πρόσληψη πρωτεϊνών είναι απαραίτητη για την υποστήριξη της ανάπτυξης ιστών, ενώ οι υδατάνθρακες θα πρέπει να προέρχονται κυρίως από σύνθετες πηγές με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη για τη σταθεροποίηση της γλυκόζης. Τα λιπαρά οξέα, ιδίως τα ω-3 (DHA), παίζουν σημαντικό ρόλο στη νευροαναπτυξιακή ωρίμανση και η επάρκειά τους πρέπει να διασφαλίζεται μέσω της διατροφής ή συμπληρωμάτων όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν τα μικροθρεπτικά: ο σίδηρος και το ιώδιο είναι κρίσιμα για τη μεταφορά οξυγόνου και τη θυροειδική λειτουργία αντίστοιχα, ενώ το φολικό οξύ αποδεδειγμένα μειώνει τον κίνδυνο νευρικής σωλήνωσης. Η βιταμίνη D και το ασβέστιο πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση, ειδικά σε περιβάλλοντα με χαμηλή ηλιακή έκθεση ή περιορισμένη πρόσληψη γαλακτοκομικών. Οι κλινικές καταστάσεις όπως ο διαβήτης κύησης, η παχυσαρκία και η υπερέμεση απαιτούν προσαρμοσμένες διατροφικές στρατηγικές που προτεραιοποιούν τη σταθεροποίηση της γλυκόζης, τη βελτίωση της ποιότητας τροφής και την αποφυγή σημαντικής απώλειας θρεπτικών στοιχείων. Η αξιολόγηση της σωματικής σύστασης στηρίζεται σε συνδυασμό πρακτικών και πιο εξειδικευμένων μεθόδων, και η τυποποίηση πρωτοκόλλων βελτιώνει την αξιοπιστία των δεδομένων. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, η πρώιμη διατροφική εκτίμηση, η εκπαίδευση των εγκύων και η πρόσβαση σε προγεννητική φροντίδα είναι καθοριστικές για τη μείωση ανισοτήτων και την προαγωγή θετικών εκβάσεων. Τέλος, απαιτείται περαιτέρω έρευνα με καλά σχεδιασμένες παρεμβάσεις για να αποσαφηνιστούν οι βέλτιστες στρατηγικές πρόσληψης και συμπλήρωσης σε διαφορετικές υποομάδες ώστε να υποστηριχθεί μια πραγματικά εξατομικευμένη προσέγγιση στη θρέψη της εγκύου. Η συνεργασία με εξειδικευμένο διαιτολόγο βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.","Nutrition during pregnancy plays a central role in promoting maternal and fetal health and requires specialized, individualized guidance. As pregnancy induces structural and metabolic adaptations, dietary needs vary according to preconception body mass index, the presence of comorbidities, and the course of gestation. Emphasis should be placed on diet quality: a diet rich in whole grains, fruits, vegetables, lean proteins and healthy fats supports optimal development and minimizes inflammatory processes. Energy intake should be adjusted gradually and based on individual needs, avoiding both insufficient and excessive weight gain, since both are associated with increased risk of perinatal complications. Regarding macronutrients, adequate protein intake is necessary to support tissue growth, while carbohydrates should primarily come from complex, low-glycemic sources to stabilize glucose. Fatty acids, especially omega-3s (DHA), play a significant role in neurodevelopmental maturation and their adequacy should be ensured through diet or supplements when needed. Particular attention should be paid to micronutrients: iron and iodine are critical for oxygen transport and thyroid function respectively, while folic acid has been proven to reduce the risk of neural tube defects. Vitamin D and calcium should be evaluated case by case, especially in settings with low sun exposure or limited dairy intake. Clinical conditions such as gestational diabetes, obesity and hyperemesis require tailored dietary strategies that prioritize glucose stabilization, improved diet quality and avoidance of significant nutrient loss. Assessment of body composition relies on a combination of practical and more specialized methods, and protocol standardization improves data reliability. At the public health level, early nutritional assessment, education of pregnant women and access to prenatal care are decisive for reducing inequalities and promoting positive outcomes. Finally, further well-designed intervention research is needed to clarify optimal intake and supplementation strategies across subgroups to support truly individualized nutrition in pregnancy. Collaboration with a specialized dietitian improves intervention effectiveness."],"dc:identifier":["uoadl:5374015","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5374015"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Διατροφική προσέγγιση κύησης"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:17Z"}