{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5373828"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5373828","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Οι ανάγκες και τα κίνητρα των ενήλικων ασκούμενων σε προγράμματα φυσικής δραστηριότητας","abstract":"Η φυσική δραστηριότητα αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για τη διατήρηση και προαγωγή της υγείας, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Παρά τις αναγνωρισμένες ωφέλειές της, μεγάλα τμήματα του ενήλικου πληθυσμού δυσκολεύονται να εντάξουν την άσκηση στη ζωή τους ή να τη διατηρήσουν μακροπρόθεσμα, γεγονός που εγείρει το ερώτημα για τα κίνητρα που ωθούν τα άτομα να ξεκινήσουν και να συνεχίσουν να ασκούνται, καθώς και για τους παράγοντες που διαφοροποιούν αυτή την απόφαση. Η διερεύνηση των κινήτρων καθίσταται επομένως ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς μπορεί να καθοδηγήσει την ανάπτυξη στοχευμένων και αποτελεσματικών προγραμμάτων άσκησης για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει τους παράγοντες που καθοδηγούν και ενισχύουν τη συμμετοχή στην άσκηση, εστιάζοντας σε κίνητρα όπως η δεξιοτεχνία, η διασκέδαση, η βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης, η ενίσχυση της εμφάνισης, η ικανοποίηση κοινωνικών προσδοκιών, η αίσθηση δέσμευσης και ο ανταγωνισμός, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και ο σωματικός γραμματισμός συμβάλλουν στη διαμόρφωσή τους. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναδεικνύει ότι τα εσωτερικά κίνητρα (π.χ. απόλαυση, αυτονομία, αίσθηση ικανότητας) συνδέονται περισσότερο με τη μακροχρόνια προσκόλληση και τη θετική εμπειρία από την άσκηση, σε αντίθεση με τα εξωτερικά (π.χ. εμφάνιση, κοινωνική πίεση), που ενισχύουν κυρίως την έναρξη αλλά όχι τη συνέχιση. Παράλληλα, τα κίνητρα επηρεάζονται και από κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες, καθώς διαφορετικές ηλικιακές, μορφωτικές και επαγγελματικές ομάδες προτιμούν διαφορετικά είδη κινητοποίησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων και πολιτικών προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες. Στην έρευνα συμμετείχαν 104 ενήλικες από την Αττική (28 άνδρες και 76 γυναίκες), ηλικίας κάτω των 50 ετών (Ν=37) και άνω των 50 ετών (Ν=67). Τα κίνητρα μετρήθηκαν μέσω του έγκυρου και αξιόπιστου ερωτηματολογίου PALMS (Physical Activity and Leisure Motivation Scale), που αξιολογεί οκτώ διαστάσεις παρακίνησης: δεξιοτεχνία, διασκέδαση, φυσική κατάσταση, ψυχολογική κατάσταση, εμφάνιση, δέσμευση, ανταγωνισμός και προσδοκίες. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με t-test ανεξάρτητων δειγμάτων (SPSS 24) με επίπεδο σημαντικότητας p&lt;0.05, επιτρέποντας τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών υποομάδων. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα κυρίαρχα κίνητρα για την έναρξη της άσκησης είναι κυρίως εσωτερικού χαρακτήρα, με την κατοχή δεξιοτήτων, τη διασκέδαση, καθώς και τη βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης να αναδεικνύονται ως οι σημαντικότεροι παράγοντες. Αντίθετα, εξωτερικά κίνητρα, όπως η εμφάνιση, οι προσδοκίες των άλλων και ο ανταγωνισμός, αξιολογήθηκαν ως μέτρια σημαντικά και φαίνεται να διαδραματίζουν υποστηρικτικό αλλά όχι πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα, καταγράφηκαν έμφυλες διαφοροποιήσεις, με τις γυναίκες να επηρεάζονται από ένα πιο σύνθετο και αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο κινήτρων, ενώ στους άνδρες η κατοχή δεξιοτήτων, η διασκέδαση και η αίσθηση πρόκλησης είχαν πιο κεντρική σημασία. Η ηλικία και ο σωματικός γραμματισμός παρουσίασαν περιορισμένη αλλά ουσιαστική επίδραση, κυρίως σε ψυχολογικές διαστάσεις της παρακίνησης, ενώ το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα δεν φάνηκε να διαφοροποιούν σημαντικά τα κίνητρα. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει τη σημασία της εσωτερικής και ταυτοποιημένης παρακίνησης για την έναρξη της φυσικής δραστηριότητας και υπογραμμίζει την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων άσκησης που ενισχύουν την αντιλαμβανόμενη δεξιότητα, την απόλαυση και τη θετική ψυχολογική εμπειρία. Παρεμβάσεις που προάγουν την αυτονομία, τη σταδιακή ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ευεξία φαίνεται να αποτελούν πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διατήρηση της άσκησης και τη βελτίωση της δημόσιας υγείας.","abstract_html":"Η φυσική δραστηριότητα αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για τη διατήρηση και προαγωγή της υγείας, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Παρά τις αναγνωρισμένες ωφέλειές της, μεγάλα τμήματα του ενήλικου πληθυσμού δυσκολεύονται να εντάξουν την άσκηση στη ζωή τους ή να τη διατηρήσουν μακροπρόθεσμα, γεγονός που εγείρει το ερώτημα για τα κίνητρα που ωθούν τα άτομα να ξεκινήσουν και να συνεχίσουν να ασκούνται, καθώς και για τους παράγοντες που διαφοροποιούν αυτή την απόφαση. Η διερεύνηση των κινήτρων καθίσταται επομένως ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς μπορεί να καθοδηγήσει την ανάπτυξη στοχευμένων και αποτελεσματικών προγραμμάτων άσκησης για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει τους παράγοντες που καθοδηγούν και ενισχύουν τη συμμετοχή στην άσκηση, εστιάζοντας σε κίνητρα όπως η δεξιοτεχνία, η διασκέδαση, η βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης, η ενίσχυση της εμφάνισης, η ικανοποίηση κοινωνικών προσδοκιών, η αίσθηση δέσμευσης και ο ανταγωνισμός, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και ο σωματικός γραμματισμός συμβάλλουν στη διαμόρφωσή τους. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναδεικνύει ότι τα εσωτερικά κίνητρα (π.χ. απόλαυση, αυτονομία, αίσθηση ικανότητας) συνδέονται περισσότερο με τη μακροχρόνια προσκόλληση και τη θετική εμπειρία από την άσκηση, σε αντίθεση με τα εξωτερικά (π.χ. εμφάνιση, κοινωνική πίεση), που ενισχύουν κυρίως την έναρξη αλλά όχι τη συνέχιση. Παράλληλα, τα κίνητρα επηρεάζονται και από κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες, καθώς διαφορετικές ηλικιακές, μορφωτικές και επαγγελματικές ομάδες προτιμούν διαφορετικά είδη κινητοποίησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων και πολιτικών προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες. Στην έρευνα συμμετείχαν 104 ενήλικες από την Αττική (28 άνδρες και 76 γυναίκες), ηλικίας κάτω των 50 ετών (Ν=37) και άνω των 50 ετών (Ν=67). Τα κίνητρα μετρήθηκαν μέσω του έγκυρου και αξιόπιστου ερωτηματολογίου PALMS (Physical Activity and Leisure Motivation Scale), που αξιολογεί οκτώ διαστάσεις παρακίνησης: δεξιοτεχνία, διασκέδαση, φυσική κατάσταση, ψυχολογική κατάσταση, εμφάνιση, δέσμευση, ανταγωνισμός και προσδοκίες. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με t-test ανεξάρτητων δειγμάτων (SPSS 24) με επίπεδο σημαντικότητας p&amp;lt;0.05, επιτρέποντας τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών υποομάδων. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα κυρίαρχα κίνητρα για την έναρξη της άσκησης είναι κυρίως εσωτερικού χαρακτήρα, με την κατοχή δεξιοτήτων, τη διασκέδαση, καθώς και τη βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης να αναδεικνύονται ως οι σημαντικότεροι παράγοντες. Αντίθετα, εξωτερικά κίνητρα, όπως η εμφάνιση, οι προσδοκίες των άλλων και ο ανταγωνισμός, αξιολογήθηκαν ως μέτρια σημαντικά και φαίνεται να διαδραματίζουν υποστηρικτικό αλλά όχι πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα, καταγράφηκαν έμφυλες διαφοροποιήσεις, με τις γυναίκες να επηρεάζονται από ένα πιο σύνθετο και αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο κινήτρων, ενώ στους άνδρες η κατοχή δεξιοτήτων, η διασκέδαση και η αίσθηση πρόκλησης είχαν πιο κεντρική σημασία. Η ηλικία και ο σωματικός γραμματισμός παρουσίασαν περιορισμένη αλλά ουσιαστική επίδραση, κυρίως σε ψυχολογικές διαστάσεις της παρακίνησης, ενώ το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα δεν φάνηκε να διαφοροποιούν σημαντικά τα κίνητρα. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει τη σημασία της εσωτερικής και ταυτοποιημένης παρακίνησης για την έναρξη της φυσικής δραστηριότητας και υπογραμμίζει την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων άσκησης που ενισχύουν την αντιλαμβανόμενη δεξιότητα, την απόλαυση και τη θετική ψυχολογική εμπειρία. Παρεμβάσεις που προάγουν την αυτονομία, τη σταδιακή ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ευεξία φαίνεται να αποτελούν πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διατήρηση της άσκησης και τη βελτίωση της δημόσιας υγείας.","abstract_has_math":false,"creators":["Τζιαποπούλου Ευαγγελία","Tziapopoulou Evangelia"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:17Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5373828"],"render_values":[{"text":"uoadl:5373828","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373828","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Τζιαποπούλου Ευαγγελία","Tziapopoulou Evangelia"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5373828","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373828"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η φυσική δραστηριότητα αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για τη διατήρηση και προαγωγή της υγείας, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Παρά τις αναγνωρισμένες ωφέλειές της, μεγάλα τμήματα του ενήλικου πληθυσμού δυσκολεύονται να εντάξουν την άσκηση στη ζωή τους ή να τη διατηρήσουν μακροπρόθεσμα, γεγονός που εγείρει το ερώτημα για τα κίνητρα που ωθούν τα άτομα να ξεκινήσουν και να συνεχίσουν να ασκούνται, καθώς και για τους παράγοντες που διαφοροποιούν αυτή την απόφαση. Η διερεύνηση των κινήτρων καθίσταται επομένως ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς μπορεί να καθοδηγήσει την ανάπτυξη στοχευμένων και αποτελεσματικών προγραμμάτων άσκησης για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει τους παράγοντες που καθοδηγούν και ενισχύουν τη συμμετοχή στην άσκηση, εστιάζοντας σε κίνητρα όπως η δεξιοτεχνία, η διασκέδαση, η βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης, η ενίσχυση της εμφάνισης, η ικανοποίηση κοινωνικών προσδοκιών, η αίσθηση δέσμευσης και ο ανταγωνισμός, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και ο σωματικός γραμματισμός συμβάλλουν στη διαμόρφωσή τους. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναδεικνύει ότι τα εσωτερικά κίνητρα (π.χ. απόλαυση, αυτονομία, αίσθηση ικανότητας) συνδέονται περισσότερο με τη μακροχρόνια προσκόλληση και τη θετική εμπειρία από την άσκηση, σε αντίθεση με τα εξωτερικά (π.χ. εμφάνιση, κοινωνική πίεση), που ενισχύουν κυρίως την έναρξη αλλά όχι τη συνέχιση. Παράλληλα, τα κίνητρα επηρεάζονται και από κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες, καθώς διαφορετικές ηλικιακές, μορφωτικές και επαγγελματικές ομάδες προτιμούν διαφορετικά είδη κινητοποίησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων και πολιτικών προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες. Στην έρευνα συμμετείχαν 104 ενήλικες από την Αττική (28 άνδρες και 76 γυναίκες), ηλικίας κάτω των 50 ετών (Ν=37) και άνω των 50 ετών (Ν=67). Τα κίνητρα μετρήθηκαν μέσω του έγκυρου και αξιόπιστου ερωτηματολογίου PALMS (Physical Activity and Leisure Motivation Scale), που αξιολογεί οκτώ διαστάσεις παρακίνησης: δεξιοτεχνία, διασκέδαση, φυσική κατάσταση, ψυχολογική κατάσταση, εμφάνιση, δέσμευση, ανταγωνισμός και προσδοκίες. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με t-test ανεξάρτητων δειγμάτων (SPSS 24) με επίπεδο σημαντικότητας p&lt;0.05, επιτρέποντας τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών υποομάδων. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα κυρίαρχα κίνητρα για την έναρξη της άσκησης είναι κυρίως εσωτερικού χαρακτήρα, με την κατοχή δεξιοτήτων, τη διασκέδαση, καθώς και τη βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης να αναδεικνύονται ως οι σημαντικότεροι παράγοντες. Αντίθετα, εξωτερικά κίνητρα, όπως η εμφάνιση, οι προσδοκίες των άλλων και ο ανταγωνισμός, αξιολογήθηκαν ως μέτρια σημαντικά και φαίνεται να διαδραματίζουν υποστηρικτικό αλλά όχι πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα, καταγράφηκαν έμφυλες διαφοροποιήσεις, με τις γυναίκες να επηρεάζονται από ένα πιο σύνθετο και αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο κινήτρων, ενώ στους άνδρες η κατοχή δεξιοτήτων, η διασκέδαση και η αίσθηση πρόκλησης είχαν πιο κεντρική σημασία. Η ηλικία και ο σωματικός γραμματισμός παρουσίασαν περιορισμένη αλλά ουσιαστική επίδραση, κυρίως σε ψυχολογικές διαστάσεις της παρακίνησης, ενώ το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα δεν φάνηκε να διαφοροποιούν σημαντικά τα κίνητρα. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει τη σημασία της εσωτερικής και ταυτοποιημένης παρακίνησης για την έναρξη της φυσικής δραστηριότητας και υπογραμμίζει την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων άσκησης που ενισχύουν την αντιλαμβανόμενη δεξιότητα, την απόλαυση και τη θετική ψυχολογική εμπειρία. Παρεμβάσεις που προάγουν την αυτονομία, τη σταδιακή ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ευεξία φαίνεται να αποτελούν πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διατήρηση της άσκησης και τη βελτίωση της δημόσιας υγείας.","Physical activity is a fundamental factor for maintaining and promoting health, both physically and psychologically. Despite its well-documented benefits, large segments of the adult population struggle to integrate exercise into their daily lives or maintain it over the long term. This raises questions about the motivations that drive individuals to initiate and continue exercising, as well as the factors that differentiate these decisions. Investigating exercise motives is therefore particularly critical, as it can guide the development of targeted and effective exercise programs for diverse social groups. The present study aims to examine the factors that guide and enhance participation in physical activity, focusing on motivations such as skill development, enjoyment, improvement of physical and psychological condition, enhancement of appearance, fulfillment of social expectations, sense of commitment, and competition. It also explores how factors such as gender, age, educational level, and physical literacy contribute to shaping these motivations. A review of the literature highlights that intrinsic motives (e.g., enjoyment, autonomy, sense of competence) are more strongly associated with long-term adherence and positive exercise experiences, whereas extrinsic motives (e.g., appearance, social pressure) primarily support initiation rather than continuation. Additionally, motivations are influenced by sociocultural factors, as different age, educational, and occupational groups prefer different types of motivation, emphasizing the need for program and policy designs tailored to specific social contexts. The study included 104 adults from the Attica region (28 men and 76 women), aged below 50 years (N = 37) and above 50 years (N = 67). Motivations were measured using the valid and reliable Physical Activity and Leisure Motivation Scale (PALMS), which assesses eight dimensions: skill development, enjoyment, physical condition, psychological condition, appearance, commitment, competition, and expectations. Statistical analysis was conducted using independent samples t-tests (SPSS 24) with a significance level of p &lt; 0.05, allowing comparisons across different subgroups. Results showed that the dominant motives for initiating exercise were primarily intrinsic, with skill development, enjoyment, and improvement of physical and psychological condition emerging as the most significant factors. In contrast, extrinsic motives, such as appearance, social expectations, and competition, were rated as moderately important, playing a supportive but not central role. Gender differences were observed: women were influenced by a more complex and interconnected set of motives, whereas for men, skill development, enjoyment, and the sense of challenge were more central. Age and physical literacy had a limited but meaningful impact, mainly on psychological dimensions of motivation, while educational level and occupation did not significantly differentiate motives. In conclusion, this study confirms the importance of intrinsic and identified motivation for initiating physical activity and highlights the need to design exercise programs that enhance perceived competence, enjoyment, and positive psychological experience. Interventions that promote autonomy, gradual skill development, and well-being appear to be the most effective strategies for sustaining exercise participation and improving public health."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Οι ανάγκες και τα κίνητρα των ενήλικων ασκούμενων σε προγράμματα φυσικής δραστηριότητας"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Τζιαποπούλου Ευαγγελία","Tziapopoulou Evangelia"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η φυσική δραστηριότητα αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για τη διατήρηση και προαγωγή της υγείας, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Παρά τις αναγνωρισμένες ωφέλειές της, μεγάλα τμήματα του ενήλικου πληθυσμού δυσκολεύονται να εντάξουν την άσκηση στη ζωή τους ή να τη διατηρήσουν μακροπρόθεσμα, γεγονός που εγείρει το ερώτημα για τα κίνητρα που ωθούν τα άτομα να ξεκινήσουν και να συνεχίσουν να ασκούνται, καθώς και για τους παράγοντες που διαφοροποιούν αυτή την απόφαση. Η διερεύνηση των κινήτρων καθίσταται επομένως ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς μπορεί να καθοδηγήσει την ανάπτυξη στοχευμένων και αποτελεσματικών προγραμμάτων άσκησης για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει τους παράγοντες που καθοδηγούν και ενισχύουν τη συμμετοχή στην άσκηση, εστιάζοντας σε κίνητρα όπως η δεξιοτεχνία, η διασκέδαση, η βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης, η ενίσχυση της εμφάνισης, η ικανοποίηση κοινωνικών προσδοκιών, η αίσθηση δέσμευσης και ο ανταγωνισμός, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και ο σωματικός γραμματισμός συμβάλλουν στη διαμόρφωσή τους. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναδεικνύει ότι τα εσωτερικά κίνητρα (π.χ. απόλαυση, αυτονομία, αίσθηση ικανότητας) συνδέονται περισσότερο με τη μακροχρόνια προσκόλληση και τη θετική εμπειρία από την άσκηση, σε αντίθεση με τα εξωτερικά (π.χ. εμφάνιση, κοινωνική πίεση), που ενισχύουν κυρίως την έναρξη αλλά όχι τη συνέχιση. Παράλληλα, τα κίνητρα επηρεάζονται και από κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες, καθώς διαφορετικές ηλικιακές, μορφωτικές και επαγγελματικές ομάδες προτιμούν διαφορετικά είδη κινητοποίησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων και πολιτικών προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες. Στην έρευνα συμμετείχαν 104 ενήλικες από την Αττική (28 άνδρες και 76 γυναίκες), ηλικίας κάτω των 50 ετών (Ν=37) και άνω των 50 ετών (Ν=67). Τα κίνητρα μετρήθηκαν μέσω του έγκυρου και αξιόπιστου ερωτηματολογίου PALMS (Physical Activity and Leisure Motivation Scale), που αξιολογεί οκτώ διαστάσεις παρακίνησης: δεξιοτεχνία, διασκέδαση, φυσική κατάσταση, ψυχολογική κατάσταση, εμφάνιση, δέσμευση, ανταγωνισμός και προσδοκίες. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με t-test ανεξάρτητων δειγμάτων (SPSS 24) με επίπεδο σημαντικότητας p&lt;0.05, επιτρέποντας τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών υποομάδων. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα κυρίαρχα κίνητρα για την έναρξη της άσκησης είναι κυρίως εσωτερικού χαρακτήρα, με την κατοχή δεξιοτήτων, τη διασκέδαση, καθώς και τη βελτίωση της φυσικής και ψυχολογικής κατάστασης να αναδεικνύονται ως οι σημαντικότεροι παράγοντες. Αντίθετα, εξωτερικά κίνητρα, όπως η εμφάνιση, οι προσδοκίες των άλλων και ο ανταγωνισμός, αξιολογήθηκαν ως μέτρια σημαντικά και φαίνεται να διαδραματίζουν υποστηρικτικό αλλά όχι πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα, καταγράφηκαν έμφυλες διαφοροποιήσεις, με τις γυναίκες να επηρεάζονται από ένα πιο σύνθετο και αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο κινήτρων, ενώ στους άνδρες η κατοχή δεξιοτήτων, η διασκέδαση και η αίσθηση πρόκλησης είχαν πιο κεντρική σημασία. Η ηλικία και ο σωματικός γραμματισμός παρουσίασαν περιορισμένη αλλά ουσιαστική επίδραση, κυρίως σε ψυχολογικές διαστάσεις της παρακίνησης, ενώ το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα δεν φάνηκε να διαφοροποιούν σημαντικά τα κίνητρα. Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει τη σημασία της εσωτερικής και ταυτοποιημένης παρακίνησης για την έναρξη της φυσικής δραστηριότητας και υπογραμμίζει την ανάγκη σχεδιασμού προγραμμάτων άσκησης που ενισχύουν την αντιλαμβανόμενη δεξιότητα, την απόλαυση και τη θετική ψυχολογική εμπειρία. Παρεμβάσεις που προάγουν την αυτονομία, τη σταδιακή ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ευεξία φαίνεται να αποτελούν πιο αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διατήρηση της άσκησης και τη βελτίωση της δημόσιας υγείας.","Physical activity is a fundamental factor for maintaining and promoting health, both physically and psychologically. Despite its well-documented benefits, large segments of the adult population struggle to integrate exercise into their daily lives or maintain it over the long term. This raises questions about the motivations that drive individuals to initiate and continue exercising, as well as the factors that differentiate these decisions. Investigating exercise motives is therefore particularly critical, as it can guide the development of targeted and effective exercise programs for diverse social groups. The present study aims to examine the factors that guide and enhance participation in physical activity, focusing on motivations such as skill development, enjoyment, improvement of physical and psychological condition, enhancement of appearance, fulfillment of social expectations, sense of commitment, and competition. It also explores how factors such as gender, age, educational level, and physical literacy contribute to shaping these motivations. A review of the literature highlights that intrinsic motives (e.g., enjoyment, autonomy, sense of competence) are more strongly associated with long-term adherence and positive exercise experiences, whereas extrinsic motives (e.g., appearance, social pressure) primarily support initiation rather than continuation. Additionally, motivations are influenced by sociocultural factors, as different age, educational, and occupational groups prefer different types of motivation, emphasizing the need for program and policy designs tailored to specific social contexts. The study included 104 adults from the Attica region (28 men and 76 women), aged below 50 years (N = 37) and above 50 years (N = 67). Motivations were measured using the valid and reliable Physical Activity and Leisure Motivation Scale (PALMS), which assesses eight dimensions: skill development, enjoyment, physical condition, psychological condition, appearance, commitment, competition, and expectations. Statistical analysis was conducted using independent samples t-tests (SPSS 24) with a significance level of p &lt; 0.05, allowing comparisons across different subgroups. Results showed that the dominant motives for initiating exercise were primarily intrinsic, with skill development, enjoyment, and improvement of physical and psychological condition emerging as the most significant factors. In contrast, extrinsic motives, such as appearance, social expectations, and competition, were rated as moderately important, playing a supportive but not central role. Gender differences were observed: women were influenced by a more complex and interconnected set of motives, whereas for men, skill development, enjoyment, and the sense of challenge were more central. Age and physical literacy had a limited but meaningful impact, mainly on psychological dimensions of motivation, while educational level and occupation did not significantly differentiate motives. In conclusion, this study confirms the importance of intrinsic and identified motivation for initiating physical activity and highlights the need to design exercise programs that enhance perceived competence, enjoyment, and positive psychological experience. Interventions that promote autonomy, gradual skill development, and well-being appear to be the most effective strategies for sustaining exercise participation and improving public health."],"dc:identifier":["uoadl:5373828","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373828"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Οι ανάγκες και τα κίνητρα των ενήλικων ασκούμενων σε προγράμματα φυσικής δραστηριότητας"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:17Z"}