{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5373130"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5373130","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Ρύθμιση δοσολογικών σχημάτων νεότερων αντιβιοτικών σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση","abstract":"Εισαγωγή: Η αυξανόμενη συχνότητα πολυανθεκτικών παθογόνων, σε συνδυασμό με τις έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές που παρατηρούνται σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση, καθιστούν τη βελτιστοποίηση της αντιμικροβιακής θεραπείας ιδιαίτερα απαιτητική. Παθοφυσιολογικές καταστάσεις όπως η σήψη, η συστηματική φλεγμονώδης απόκριση, η αυξημένη νεφρική κάθαρση, η οξεία νεφρική βλάβη και η εφαρμογή εξωσωματικών τεχνικών υποστήριξης επηρεάζουν σημαντικά την κατανομή και την κάθαρση των αντιβιοτικών, οδηγώντας συχνά σε αδυναμία επίτευξης των επιθυμητών φαρμακοκινητικο-φαρμακοδυναμικών στόχων. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση κατάλληλων δοσολογικών σχημάτων για τις δραστικές ουσίες μεροπενέμη και τη λινεζολίδη σε διαφορετικούς τύπους βαρέως πασχόντων ασθενών, με στόχο τη βελτιστοποίηση της έκθεσης στο φάρμακο και της κλινικής αποτελεσματικότητας. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές προσομοιώσεις σε εικονικούς πληθυσμούς νοσηλευόμενων ασθενών (ασθενείς γενικής νοσηλείας, ασθενείς ΜΕΘ, ασθενείς με αυξημένη νεφρική κάθαρση, νεφρική δυσλειτουργία και υποκατάσταση νεφρικής λειτουργίας), με τη χρήση του λογισμικού Lixoft/Simulx και πληθυσμιακών φαρμακοκινητικών μοντέλων που αντλήθηκαν από τη διεθνή βιβλιογραφία. Προσομοιώθηκαν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα και χρόνοι έγχυσης για τα δύο αντιβιοτικά και τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν βάσει καθιερωμένων φαρμακοκινητικών παραμέτρων από τη διεθνή βιβλιογραφία. Αποτελέσματα: Για την μεροπενέμη βρέθηκε ότι, με τα συνήθη δοσολογικά σχήματα, οι φαρμακοκινητικές αλλαγές που συμβαίνουν στους ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση μεταβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τις συγκεντρώσεις της στο πλάσμα. Έτσι κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της, με την τετράωρης διάρκειας έγχυση να αποτελεί τον πιο υποσχόμενο τρόπο χορήγησης για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Αντίθετα, όσον αφορά την λινεζολίδη ο τρόπος έγχυσης φαίνεται να μην επηρεάζει τα επίπεδα στο πλάσμα αλλά κατά κύριο λόγο η τροποποίηση της δόσης ήταν αυτή που οδήγησε σε βελτίωση της επίτευξης των θεραπευτικών στόχων. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές στους βαρέως πάσχοντες απαιτούν εξατομικευμένη προσαρμογή δόσης. Η πληθυσμιακή μοντελοποίηση ανέδειξε μεγάλη διακύμανση στην έκθεση σε μεροπενέμη και λινεζολίδη, στην οποία διακύμανση καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η νεφρική λειτουργία και η σήψη. Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι παρατεταμένες ή συνεχείς εγχύσεις αυξάνουν την πιθανότητα επίτευξης θεραπευτικών στόχων για την μεροπενέμη ενώ για την λινεζολίδη η προσαρμογή δόσης είναι αυτή που οδηγεί σε επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Το model-informed precision dosing αποτελεί βασικό εργαλείο για τη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας και τη μείωση της τοξικότητας του φαρμάκου καθώς επίσης και τη μείωση της αντιμικροβιακής αντοχής.","abstract_html":"Εισαγωγή: Η αυξανόμενη συχνότητα πολυανθεκτικών παθογόνων, σε συνδυασμό με τις έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές που παρατηρούνται σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση, καθιστούν τη βελτιστοποίηση της αντιμικροβιακής θεραπείας ιδιαίτερα απαιτητική. Παθοφυσιολογικές καταστάσεις όπως η σήψη, η συστηματική φλεγμονώδης απόκριση, η αυξημένη νεφρική κάθαρση, η οξεία νεφρική βλάβη και η εφαρμογή εξωσωματικών τεχνικών υποστήριξης επηρεάζουν σημαντικά την κατανομή και την κάθαρση των αντιβιοτικών, οδηγώντας συχνά σε αδυναμία επίτευξης των επιθυμητών φαρμακοκινητικο-φαρμακοδυναμικών στόχων. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση κατάλληλων δοσολογικών σχημάτων για τις δραστικές ουσίες μεροπενέμη και τη λινεζολίδη σε διαφορετικούς τύπους βαρέως πασχόντων ασθενών, με στόχο τη βελτιστοποίηση της έκθεσης στο φάρμακο και της κλινικής αποτελεσματικότητας. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές προσομοιώσεις σε εικονικούς πληθυσμούς νοσηλευόμενων ασθενών (ασθενείς γενικής νοσηλείας, ασθενείς ΜΕΘ, ασθενείς με αυξημένη νεφρική κάθαρση, νεφρική δυσλειτουργία και υποκατάσταση νεφρικής λειτουργίας), με τη χρήση του λογισμικού Lixoft/Simulx και πληθυσμιακών φαρμακοκινητικών μοντέλων που αντλήθηκαν από τη διεθνή βιβλιογραφία. Προσομοιώθηκαν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα και χρόνοι έγχυσης για τα δύο αντιβιοτικά και τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν βάσει καθιερωμένων φαρμακοκινητικών παραμέτρων από τη διεθνή βιβλιογραφία. Αποτελέσματα: Για την μεροπενέμη βρέθηκε ότι, με τα συνήθη δοσολογικά σχήματα, οι φαρμακοκινητικές αλλαγές που συμβαίνουν στους ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση μεταβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τις συγκεντρώσεις της στο πλάσμα. Έτσι κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της, με την τετράωρης διάρκειας έγχυση να αποτελεί τον πιο υποσχόμενο τρόπο χορήγησης για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Αντίθετα, όσον αφορά την λινεζολίδη ο τρόπος έγχυσης φαίνεται να μην επηρεάζει τα επίπεδα στο πλάσμα αλλά κατά κύριο λόγο η τροποποίηση της δόσης ήταν αυτή που οδήγησε σε βελτίωση της επίτευξης των θεραπευτικών στόχων. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές στους βαρέως πάσχοντες απαιτούν εξατομικευμένη προσαρμογή δόσης. Η πληθυσμιακή μοντελοποίηση ανέδειξε μεγάλη διακύμανση στην έκθεση σε μεροπενέμη και λινεζολίδη, στην οποία διακύμανση καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η νεφρική λειτουργία και η σήψη. Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι παρατεταμένες ή συνεχείς εγχύσεις αυξάνουν την πιθανότητα επίτευξης θεραπευτικών στόχων για την μεροπενέμη ενώ για την λινεζολίδη η προσαρμογή δόσης είναι αυτή που οδηγεί σε επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Το model-informed precision dosing αποτελεί βασικό εργαλείο για τη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας και τη μείωση της τοξικότητας του φαρμάκου καθώς επίσης και τη μείωση της αντιμικροβιακής αντοχής.","abstract_has_math":false,"creators":["ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ","ANTONOPOULOS NIKOLAOS"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:15Z","subjects":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"languages":["Ελληνικά","Greek","English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5373130"],"render_values":[{"text":"uoadl:5373130","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373130","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ","ANTONOPOULOS NIKOLAOS"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Θετικές Επιστήμες","Science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek","English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5373130","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373130"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Εισαγωγή: Η αυξανόμενη συχνότητα πολυανθεκτικών παθογόνων, σε συνδυασμό με τις έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές που παρατηρούνται σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση, καθιστούν τη βελτιστοποίηση της αντιμικροβιακής θεραπείας ιδιαίτερα απαιτητική. Παθοφυσιολογικές καταστάσεις όπως η σήψη, η συστηματική φλεγμονώδης απόκριση, η αυξημένη νεφρική κάθαρση, η οξεία νεφρική βλάβη και η εφαρμογή εξωσωματικών τεχνικών υποστήριξης επηρεάζουν σημαντικά την κατανομή και την κάθαρση των αντιβιοτικών, οδηγώντας συχνά σε αδυναμία επίτευξης των επιθυμητών φαρμακοκινητικο-φαρμακοδυναμικών στόχων. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση κατάλληλων δοσολογικών σχημάτων για τις δραστικές ουσίες μεροπενέμη και τη λινεζολίδη σε διαφορετικούς τύπους βαρέως πασχόντων ασθενών, με στόχο τη βελτιστοποίηση της έκθεσης στο φάρμακο και της κλινικής αποτελεσματικότητας. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές προσομοιώσεις σε εικονικούς πληθυσμούς νοσηλευόμενων ασθενών (ασθενείς γενικής νοσηλείας, ασθενείς ΜΕΘ, ασθενείς με αυξημένη νεφρική κάθαρση, νεφρική δυσλειτουργία και υποκατάσταση νεφρικής λειτουργίας), με τη χρήση του λογισμικού Lixoft/Simulx και πληθυσμιακών φαρμακοκινητικών μοντέλων που αντλήθηκαν από τη διεθνή βιβλιογραφία. Προσομοιώθηκαν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα και χρόνοι έγχυσης για τα δύο αντιβιοτικά και τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν βάσει καθιερωμένων φαρμακοκινητικών παραμέτρων από τη διεθνή βιβλιογραφία. Αποτελέσματα: Για την μεροπενέμη βρέθηκε ότι, με τα συνήθη δοσολογικά σχήματα, οι φαρμακοκινητικές αλλαγές που συμβαίνουν στους ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση μεταβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τις συγκεντρώσεις της στο πλάσμα. Έτσι κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της, με την τετράωρης διάρκειας έγχυση να αποτελεί τον πιο υποσχόμενο τρόπο χορήγησης για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Αντίθετα, όσον αφορά την λινεζολίδη ο τρόπος έγχυσης φαίνεται να μην επηρεάζει τα επίπεδα στο πλάσμα αλλά κατά κύριο λόγο η τροποποίηση της δόσης ήταν αυτή που οδήγησε σε βελτίωση της επίτευξης των θεραπευτικών στόχων. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές στους βαρέως πάσχοντες απαιτούν εξατομικευμένη προσαρμογή δόσης. Η πληθυσμιακή μοντελοποίηση ανέδειξε μεγάλη διακύμανση στην έκθεση σε μεροπενέμη και λινεζολίδη, στην οποία διακύμανση καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η νεφρική λειτουργία και η σήψη. Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι παρατεταμένες ή συνεχείς εγχύσεις αυξάνουν την πιθανότητα επίτευξης θεραπευτικών στόχων για την μεροπενέμη ενώ για την λινεζολίδη η προσαρμογή δόσης είναι αυτή που οδηγεί σε επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Το model-informed precision dosing αποτελεί βασικό εργαλείο για τη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας και τη μείωση της τοξικότητας του φαρμάκου καθώς επίσης και τη μείωση της αντιμικροβιακής αντοχής.","Introduction: The increasing prevalence of multidrug-resistant pathogens, combined with the profound pharmacokinetic alterations observed in critically ill patients, makes the optimization of antimicrobial therapy particularly challenging. Pathophysiological conditions such as sepsis, systemic inflammatory response, augmented renal clearance, acute kidney injury, and the use of extracorporeal organ support techniques significantly affect the distribution and clearance of antibiotics, often leading to failure to achieve the desired pharmacokinetic–pharmacodynamic targets. The aim of the present study is to investigate appropriate dosing regimens for meropenem and linezolid in different categories of critically ill patients, with the goal of optimizing drug exposure and clinical effectiveness. Methods: Pharmacokinetic simulations were performed in virtual populations of hospitalized patients (general ward patients, ICU patients, patients with augmented renal clearance, renal impairment, and renal replacement therapy) using the Lixoft/Simulx software and population pharmacokinetic models obtained from the international literature. Different dosing regimens and infusion durations for both antibiotics were simulated, and the results were evaluated based on established pharmacokinetic and pharmacodynamic parameters reported in the literature. Results: For meropenem, it was found that with standard dosing regimens, the pharmacokinetic changes occurring in critically ill patients markedly alter plasma concentrations. Therefore, dose modification is considered necessary, with prolonged four-hour infusion emerging as the most promising mode of administration for achieving therapeutic targets. In contrast, for linezolid, the mode of infusion did not appear to significantly affect plasma concentrations; instead, dose adjustment was the main factor leading to improved target attainment. Conclusions: The results indicate that the pronounced pharmacokinetic variability in critically ill patients requires individualized dose adjustment. Population modeling revealed substantial interindividual variability in exposure to meropenem and linezolid, with renal function and sepsis playing a decisive role. Simulations showed that prolonged or continuous infusions increase the probability of achieving therapeutic targets for meropenem, whereas for linezolid, dose optimization is the key determinant 6 of target attainment. Model-informed precision dosing represents a fundamental tool for optimizing drug efficacy, reducing toxicity, and limiting the development of antimicrobial resistance."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Ρύθμιση δοσολογικών σχημάτων νεότερων αντιβιοτικών σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ","ANTONOPOULOS NIKOLAOS"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Εισαγωγή: Η αυξανόμενη συχνότητα πολυανθεκτικών παθογόνων, σε συνδυασμό με τις έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές που παρατηρούνται σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση, καθιστούν τη βελτιστοποίηση της αντιμικροβιακής θεραπείας ιδιαίτερα απαιτητική. Παθοφυσιολογικές καταστάσεις όπως η σήψη, η συστηματική φλεγμονώδης απόκριση, η αυξημένη νεφρική κάθαρση, η οξεία νεφρική βλάβη και η εφαρμογή εξωσωματικών τεχνικών υποστήριξης επηρεάζουν σημαντικά την κατανομή και την κάθαρση των αντιβιοτικών, οδηγώντας συχνά σε αδυναμία επίτευξης των επιθυμητών φαρμακοκινητικο-φαρμακοδυναμικών στόχων. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση κατάλληλων δοσολογικών σχημάτων για τις δραστικές ουσίες μεροπενέμη και τη λινεζολίδη σε διαφορετικούς τύπους βαρέως πασχόντων ασθενών, με στόχο τη βελτιστοποίηση της έκθεσης στο φάρμακο και της κλινικής αποτελεσματικότητας. Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές προσομοιώσεις σε εικονικούς πληθυσμούς νοσηλευόμενων ασθενών (ασθενείς γενικής νοσηλείας, ασθενείς ΜΕΘ, ασθενείς με αυξημένη νεφρική κάθαρση, νεφρική δυσλειτουργία και υποκατάσταση νεφρικής λειτουργίας), με τη χρήση του λογισμικού Lixoft/Simulx και πληθυσμιακών φαρμακοκινητικών μοντέλων που αντλήθηκαν από τη διεθνή βιβλιογραφία. Προσομοιώθηκαν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα και χρόνοι έγχυσης για τα δύο αντιβιοτικά και τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν βάσει καθιερωμένων φαρμακοκινητικών παραμέτρων από τη διεθνή βιβλιογραφία. Αποτελέσματα: Για την μεροπενέμη βρέθηκε ότι, με τα συνήθη δοσολογικά σχήματα, οι φαρμακοκινητικές αλλαγές που συμβαίνουν στους ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση μεταβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τις συγκεντρώσεις της στο πλάσμα. Έτσι κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της, με την τετράωρης διάρκειας έγχυση να αποτελεί τον πιο υποσχόμενο τρόπο χορήγησης για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Αντίθετα, όσον αφορά την λινεζολίδη ο τρόπος έγχυσης φαίνεται να μην επηρεάζει τα επίπεδα στο πλάσμα αλλά κατά κύριο λόγο η τροποποίηση της δόσης ήταν αυτή που οδήγησε σε βελτίωση της επίτευξης των θεραπευτικών στόχων. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι έντονες φαρμακοκινητικές μεταβολές στους βαρέως πάσχοντες απαιτούν εξατομικευμένη προσαρμογή δόσης. Η πληθυσμιακή μοντελοποίηση ανέδειξε μεγάλη διακύμανση στην έκθεση σε μεροπενέμη και λινεζολίδη, στην οποία διακύμανση καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η νεφρική λειτουργία και η σήψη. Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι παρατεταμένες ή συνεχείς εγχύσεις αυξάνουν την πιθανότητα επίτευξης θεραπευτικών στόχων για την μεροπενέμη ενώ για την λινεζολίδη η προσαρμογή δόσης είναι αυτή που οδηγεί σε επίτευξη των θεραπευτικών στόχων. Το model-informed precision dosing αποτελεί βασικό εργαλείο για τη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας και τη μείωση της τοξικότητας του φαρμάκου καθώς επίσης και τη μείωση της αντιμικροβιακής αντοχής.","Introduction: The increasing prevalence of multidrug-resistant pathogens, combined with the profound pharmacokinetic alterations observed in critically ill patients, makes the optimization of antimicrobial therapy particularly challenging. Pathophysiological conditions such as sepsis, systemic inflammatory response, augmented renal clearance, acute kidney injury, and the use of extracorporeal organ support techniques significantly affect the distribution and clearance of antibiotics, often leading to failure to achieve the desired pharmacokinetic–pharmacodynamic targets. The aim of the present study is to investigate appropriate dosing regimens for meropenem and linezolid in different categories of critically ill patients, with the goal of optimizing drug exposure and clinical effectiveness. Methods: Pharmacokinetic simulations were performed in virtual populations of hospitalized patients (general ward patients, ICU patients, patients with augmented renal clearance, renal impairment, and renal replacement therapy) using the Lixoft/Simulx software and population pharmacokinetic models obtained from the international literature. Different dosing regimens and infusion durations for both antibiotics were simulated, and the results were evaluated based on established pharmacokinetic and pharmacodynamic parameters reported in the literature. Results: For meropenem, it was found that with standard dosing regimens, the pharmacokinetic changes occurring in critically ill patients markedly alter plasma concentrations. Therefore, dose modification is considered necessary, with prolonged four-hour infusion emerging as the most promising mode of administration for achieving therapeutic targets. In contrast, for linezolid, the mode of infusion did not appear to significantly affect plasma concentrations; instead, dose adjustment was the main factor leading to improved target attainment. Conclusions: The results indicate that the pronounced pharmacokinetic variability in critically ill patients requires individualized dose adjustment. Population modeling revealed substantial interindividual variability in exposure to meropenem and linezolid, with renal function and sepsis playing a decisive role. Simulations showed that prolonged or continuous infusions increase the probability of achieving therapeutic targets for meropenem, whereas for linezolid, dose optimization is the key determinant 6 of target attainment. Model-informed precision dosing represents a fundamental tool for optimizing drug efficacy, reducing toxicity, and limiting the development of antimicrobial resistance."],"dc:identifier":["uoadl:5373130","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373130"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek","English"],"dc:subject":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"dc:title":["Ρύθμιση δοσολογικών σχημάτων νεότερων αντιβιοτικών σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:15Z"}