{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5372975"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5372975","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Το φαινόμενο SLAPP: Από το ευρωπαϊκό κεκτημένο στην ελληνική έννομη τάξη","abstract":"Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη διερεύνηση του φαινομένου των στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, διεθνώς γνωστών υπό το ακρωνύμιο SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation). Η μελέτη εκκινεί από την εννοιολογική οριοθέτηση του φαινομένου και τον προσδιορισμό των δεικτών εκείνων που στοιχειοθετούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας αγωγής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάγνωσή της. Εν συνεχεία, η εργασία επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος, αναλύοντας διεξοδικά την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, η οποία αποτελεί πλέον το θεσμικό θεμέλιο για την αποτελεσματική νομική αντιμετώπιση του φαινομένου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι το φαινόμενο των εν λόγω αγωγών δεν έχει τύχει, επί του παρόντος, εκτενούς νομολογιακής επεξεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η παρούσα εργασία στρέφεται στην πλαισίωσή του μέσα από τις γενικές νομολογιακές αρχές που έχουν «αποκρυσταλλωθεί» στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Οι αρχές αυτές, αν και διαμορφώθηκαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας του λόγου, αποτελούν το απαραίτητο ερμηνευτικό εργαλείο για την εναργέστερη προσέγγιση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται κρίσιμες παράμετροι όπως η προστασία του δημόσιου διαλόγου, ο θεσμικός ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών, η προάσπιση της καλόπιστης ενημέρωσης και της υπεύθυνης δημοσιογραφίας, καθώς και η συνακόλουθη υποχρέωση των δημοσίων προσώπων, και δη των πολιτικών, να επιδεικνύουν αυξημένη ανοχή στην κριτική. Παράλληλα, συνεκτιμώνται η αρχή της αναλογικότητας των αστικών κυρώσεων, η χρήση του ποινικού δικαίου έναντι της ελευθερίας της έκφρασης και η λεπτή ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας της έκφρασης. Η ανάλυση εμπλουτίζεται με τον σχολιασμό των υποθέσεων OOO Memo κατά Ρωσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και Real Madrid κατά Le Monde του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), οι οποίες αποτελούν τις μοναδικές ευρωπαϊκές αποφάσεις που έχουν επιληφθεί του ζητήματος, εισάγοντας μια πρωτότυπη δικανική συλλογιστική. Στο επόμενο στάδιο, και ενώ εκκρεμεί η ενσωμάτωση της σχετικής Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, η εργασία μεταβαίνει στην προσέγγιση του φαινομένου υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου. Εξετάζεται η δογματική ένταξη των αγωγών SLAPP στο σύστημα του Αστικού Δικαίου, οι έννομες συνέπειες της καταχρηστικότητας, καθώς και οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, αναλύεται πώς η αναμόρφωση των διατάξεων για τη δυσφήμηση αναδιατάσσει το δικαιοπολιτικό τοπίο, ενώ διερευνάται η θεμελίωση του παρανόμου μέσω της παραβίασης των συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου, καθώς και το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κοινού ως λόγος άρσης του αδίκου κατά το άρθρο 367 ΠΚ. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την ανάλυση της υπ’ αριθμ. 2833/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπόθεση των υποκλοπών), η οποία αποτελεί ορόσημο για τα ελληνικά δεδομένα. Η εν λόγω απόφαση, επιδεικνύοντας μεθοδολογική συνέπεια, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις κατευθύνσεις του ΕΔΔΑ, απομακρυνόμενη από παρωχημένες ερμηνείες των εγχωρίων δικαστηρίων, όπως η αδυναμία διάκρισης μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων ή η προβληματική ερμηνεία του ειδικού σκοπού εξύβρισης. Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση αίρει τους περιορισμούς που στο παρελθόν συρρίκνωναν την εμβέλεια της ελευθερίας της έκφρασης και οδηγούσαν σε σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της χώρας μας.","abstract_html":"Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη διερεύνηση του φαινομένου των στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, διεθνώς γνωστών υπό το ακρωνύμιο SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation). Η μελέτη εκκινεί από την εννοιολογική οριοθέτηση του φαινομένου και τον προσδιορισμό των δεικτών εκείνων που στοιχειοθετούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας αγωγής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάγνωσή της. Εν συνεχεία, η εργασία επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος, αναλύοντας διεξοδικά την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, η οποία αποτελεί πλέον το θεσμικό θεμέλιο για την αποτελεσματική νομική αντιμετώπιση του φαινομένου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι το φαινόμενο των εν λόγω αγωγών δεν έχει τύχει, επί του παρόντος, εκτενούς νομολογιακής επεξεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η παρούσα εργασία στρέφεται στην πλαισίωσή του μέσα από τις γενικές νομολογιακές αρχές που έχουν «αποκρυσταλλωθεί» στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Οι αρχές αυτές, αν και διαμορφώθηκαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας του λόγου, αποτελούν το απαραίτητο ερμηνευτικό εργαλείο για την εναργέστερη προσέγγιση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται κρίσιμες παράμετροι όπως η προστασία του δημόσιου διαλόγου, ο θεσμικός ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών, η προάσπιση της καλόπιστης ενημέρωσης και της υπεύθυνης δημοσιογραφίας, καθώς και η συνακόλουθη υποχρέωση των δημοσίων προσώπων, και δη των πολιτικών, να επιδεικνύουν αυξημένη ανοχή στην κριτική. Παράλληλα, συνεκτιμώνται η αρχή της αναλογικότητας των αστικών κυρώσεων, η χρήση του ποινικού δικαίου έναντι της ελευθερίας της έκφρασης και η λεπτή ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας της έκφρασης. Η ανάλυση εμπλουτίζεται με τον σχολιασμό των υποθέσεων OOO Memo κατά Ρωσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και Real Madrid κατά Le Monde του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), οι οποίες αποτελούν τις μοναδικές ευρωπαϊκές αποφάσεις που έχουν επιληφθεί του ζητήματος, εισάγοντας μια πρωτότυπη δικανική συλλογιστική. Στο επόμενο στάδιο, και ενώ εκκρεμεί η ενσωμάτωση της σχετικής Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, η εργασία μεταβαίνει στην προσέγγιση του φαινομένου υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου. Εξετάζεται η δογματική ένταξη των αγωγών SLAPP στο σύστημα του Αστικού Δικαίου, οι έννομες συνέπειες της καταχρηστικότητας, καθώς και οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, αναλύεται πώς η αναμόρφωση των διατάξεων για τη δυσφήμηση αναδιατάσσει το δικαιοπολιτικό τοπίο, ενώ διερευνάται η θεμελίωση του παρανόμου μέσω της παραβίασης των συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου, καθώς και το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κοινού ως λόγος άρσης του αδίκου κατά το άρθρο 367 ΠΚ. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την ανάλυση της υπ’ αριθμ. 2833/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπόθεση των υποκλοπών), η οποία αποτελεί ορόσημο για τα ελληνικά δεδομένα. Η εν λόγω απόφαση, επιδεικνύοντας μεθοδολογική συνέπεια, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις κατευθύνσεις του ΕΔΔΑ, απομακρυνόμενη από παρωχημένες ερμηνείες των εγχωρίων δικαστηρίων, όπως η αδυναμία διάκρισης μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων ή η προβληματική ερμηνεία του ειδικού σκοπού εξύβρισης. Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση αίρει τους περιορισμούς που στο παρελθόν συρρίκνωναν την εμβέλεια της ελευθερίας της έκφρασης και οδηγούσαν σε σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της χώρας μας.","abstract_has_math":false,"creators":["Γούλας Γεώργιος","Goulas Georgios"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:15Z","subjects":["Κοινωνικές, Πολιτικές και Οικονομικές επιστήμες","Social, Political and Economic sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5372975"],"render_values":[{"text":"uoadl:5372975","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372975","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Γούλας Γεώργιος","Goulas Georgios"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Κοινωνικές, Πολιτικές και Οικονομικές επιστήμες","Social, Political and Economic sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5372975","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372975"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη διερεύνηση του φαινομένου των στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, διεθνώς γνωστών υπό το ακρωνύμιο SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation). Η μελέτη εκκινεί από την εννοιολογική οριοθέτηση του φαινομένου και τον προσδιορισμό των δεικτών εκείνων που στοιχειοθετούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας αγωγής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάγνωσή της. Εν συνεχεία, η εργασία επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος, αναλύοντας διεξοδικά την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, η οποία αποτελεί πλέον το θεσμικό θεμέλιο για την αποτελεσματική νομική αντιμετώπιση του φαινομένου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι το φαινόμενο των εν λόγω αγωγών δεν έχει τύχει, επί του παρόντος, εκτενούς νομολογιακής επεξεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η παρούσα εργασία στρέφεται στην πλαισίωσή του μέσα από τις γενικές νομολογιακές αρχές που έχουν «αποκρυσταλλωθεί» στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Οι αρχές αυτές, αν και διαμορφώθηκαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας του λόγου, αποτελούν το απαραίτητο ερμηνευτικό εργαλείο για την εναργέστερη προσέγγιση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται κρίσιμες παράμετροι όπως η προστασία του δημόσιου διαλόγου, ο θεσμικός ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών, η προάσπιση της καλόπιστης ενημέρωσης και της υπεύθυνης δημοσιογραφίας, καθώς και η συνακόλουθη υποχρέωση των δημοσίων προσώπων, και δη των πολιτικών, να επιδεικνύουν αυξημένη ανοχή στην κριτική. Παράλληλα, συνεκτιμώνται η αρχή της αναλογικότητας των αστικών κυρώσεων, η χρήση του ποινικού δικαίου έναντι της ελευθερίας της έκφρασης και η λεπτή ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας της έκφρασης. Η ανάλυση εμπλουτίζεται με τον σχολιασμό των υποθέσεων OOO Memo κατά Ρωσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και Real Madrid κατά Le Monde του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), οι οποίες αποτελούν τις μοναδικές ευρωπαϊκές αποφάσεις που έχουν επιληφθεί του ζητήματος, εισάγοντας μια πρωτότυπη δικανική συλλογιστική. Στο επόμενο στάδιο, και ενώ εκκρεμεί η ενσωμάτωση της σχετικής Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, η εργασία μεταβαίνει στην προσέγγιση του φαινομένου υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου. Εξετάζεται η δογματική ένταξη των αγωγών SLAPP στο σύστημα του Αστικού Δικαίου, οι έννομες συνέπειες της καταχρηστικότητας, καθώς και οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, αναλύεται πώς η αναμόρφωση των διατάξεων για τη δυσφήμηση αναδιατάσσει το δικαιοπολιτικό τοπίο, ενώ διερευνάται η θεμελίωση του παρανόμου μέσω της παραβίασης των συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου, καθώς και το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κοινού ως λόγος άρσης του αδίκου κατά το άρθρο 367 ΠΚ. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την ανάλυση της υπ’ αριθμ. 2833/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπόθεση των υποκλοπών), η οποία αποτελεί ορόσημο για τα ελληνικά δεδομένα. Η εν λόγω απόφαση, επιδεικνύοντας μεθοδολογική συνέπεια, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις κατευθύνσεις του ΕΔΔΑ, απομακρυνόμενη από παρωχημένες ερμηνείες των εγχωρίων δικαστηρίων, όπως η αδυναμία διάκρισης μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων ή η προβληματική ερμηνεία του ειδικού σκοπού εξύβρισης. Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση αίρει τους περιορισμούς που στο παρελθόν συρρίκνωναν την εμβέλεια της ελευθερίας της έκφρασης και οδηγούσαν σε σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της χώρας μας.","The present thesis focuses on the investigation of the phenomenon of Strategic Lawsuits Against Public Participation, internationally known by the acronym SLAPP. The study commences with the conceptual demarcation of the phenomenon and the identification of those indicators that constitute the abusive nature of such a lawsuit, in order to enable its diagnosis. Subsequently, the thesis focuses on the European dimension of the issue, providing a detailed analysis of Directive (EU) 2024/1069, which now serves as the institutional foundation for the effective legal confrontation of the phenomenon within the European Union. Given that the phenomenon of such lawsuits has not yet received extensive case law treatment at the European level, this work turns to frame it through general legal principles that have been “crystallized” in the jurisprudence of the European Court of Human Rights (ECHR). These principles, although developed within the broader context of freedom of speech protection, serve as the necessary interpretive tool for a clearer approach to the issue. In this context, critical factors are examined, such as the protection of public dialogue, the institutional role of the media and civil society, the defense of good faith information, and responsible journalism, as well as the corresponding obligation of public figures, especially politicians, to exhibit greater tolerance towards criticism. At the same time, the principles of proportionality in civil sanctions, the use of criminal law in relation to freedom of expression, and the delicate balance between privacy protection and freedom of expression are considered. The analysis is enriched with commentary on the cases OOO Memo v. Russia of the European Court of Human Rights (ECHR) and Real Madrid v. Le Monde of the Court of Justice of the European Union (CJEU), which are the only European decisions addressing the issue, introducing an original judicial reasoning. In the next stage, and while the transposition of the relevant Directive into the domestic legal order is pending, the thesis transitions to the approach of the phenomenon under the light of Greek law. It examines the doctrinal integration of SLAPP suits into the system of Civil Law, the legal consequences of abusiveness, as well as the recent amendments to the Penal Code. Specifically, it analyzes how the reform of the provisions on defamation rearranges the legal-political landscape, while investigating the grounding of unlawfulness through the violation of the press&apos;s transactional duties, as well as the public&apos;s justified interest in information as a ground for lifting the wrongfulness under Article 367 of the Penal Code. The study concludes with the analysis of decision No. 2833/2024 of the Athens Court of First Instance (the wiretapping case), which constitutes a landmark for Greek standards. The decision in question, demonstrating methodological consistency, fully adopts the line of the ECtHR, departing from obsolete interpretations of domestic courts—such as the inability to distinguish between facts and value judgments or the problematic interpretation of the specific intent to insult. In this manner, the decision removes the restrictions that in the past narrowed the scope of the protected right to expression and led to a multitude of condemnatory judgments against Greece."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Το φαινόμενο SLAPP: Από το ευρωπαϊκό κεκτημένο στην ελληνική έννομη τάξη"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Γούλας Γεώργιος","Goulas Georgios"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη διερεύνηση του φαινομένου των στρατηγικών αγωγών προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, διεθνώς γνωστών υπό το ακρωνύμιο SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation). Η μελέτη εκκινεί από την εννοιολογική οριοθέτηση του φαινομένου και τον προσδιορισμό των δεικτών εκείνων που στοιχειοθετούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας αγωγής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάγνωσή της. Εν συνεχεία, η εργασία επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος, αναλύοντας διεξοδικά την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, η οποία αποτελεί πλέον το θεσμικό θεμέλιο για την αποτελεσματική νομική αντιμετώπιση του φαινομένου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι το φαινόμενο των εν λόγω αγωγών δεν έχει τύχει, επί του παρόντος, εκτενούς νομολογιακής επεξεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η παρούσα εργασία στρέφεται στην πλαισίωσή του μέσα από τις γενικές νομολογιακές αρχές που έχουν «αποκρυσταλλωθεί» στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Οι αρχές αυτές, αν και διαμορφώθηκαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας του λόγου, αποτελούν το απαραίτητο ερμηνευτικό εργαλείο για την εναργέστερη προσέγγιση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται κρίσιμες παράμετροι όπως η προστασία του δημόσιου διαλόγου, ο θεσμικός ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών, η προάσπιση της καλόπιστης ενημέρωσης και της υπεύθυνης δημοσιογραφίας, καθώς και η συνακόλουθη υποχρέωση των δημοσίων προσώπων, και δη των πολιτικών, να επιδεικνύουν αυξημένη ανοχή στην κριτική. Παράλληλα, συνεκτιμώνται η αρχή της αναλογικότητας των αστικών κυρώσεων, η χρήση του ποινικού δικαίου έναντι της ελευθερίας της έκφρασης και η λεπτή ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας της έκφρασης. Η ανάλυση εμπλουτίζεται με τον σχολιασμό των υποθέσεων OOO Memo κατά Ρωσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και Real Madrid κατά Le Monde του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), οι οποίες αποτελούν τις μοναδικές ευρωπαϊκές αποφάσεις που έχουν επιληφθεί του ζητήματος, εισάγοντας μια πρωτότυπη δικανική συλλογιστική. Στο επόμενο στάδιο, και ενώ εκκρεμεί η ενσωμάτωση της σχετικής Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, η εργασία μεταβαίνει στην προσέγγιση του φαινομένου υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου. Εξετάζεται η δογματική ένταξη των αγωγών SLAPP στο σύστημα του Αστικού Δικαίου, οι έννομες συνέπειες της καταχρηστικότητας, καθώς και οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, αναλύεται πώς η αναμόρφωση των διατάξεων για τη δυσφήμηση αναδιατάσσει το δικαιοπολιτικό τοπίο, ενώ διερευνάται η θεμελίωση του παρανόμου μέσω της παραβίασης των συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου, καθώς και το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κοινού ως λόγος άρσης του αδίκου κατά το άρθρο 367 ΠΚ. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την ανάλυση της υπ’ αριθμ. 2833/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπόθεση των υποκλοπών), η οποία αποτελεί ορόσημο για τα ελληνικά δεδομένα. Η εν λόγω απόφαση, επιδεικνύοντας μεθοδολογική συνέπεια, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις κατευθύνσεις του ΕΔΔΑ, απομακρυνόμενη από παρωχημένες ερμηνείες των εγχωρίων δικαστηρίων, όπως η αδυναμία διάκρισης μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων ή η προβληματική ερμηνεία του ειδικού σκοπού εξύβρισης. Με τον τρόπο αυτό, η απόφαση αίρει τους περιορισμούς που στο παρελθόν συρρίκνωναν την εμβέλεια της ελευθερίας της έκφρασης και οδηγούσαν σε σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της χώρας μας.","The present thesis focuses on the investigation of the phenomenon of Strategic Lawsuits Against Public Participation, internationally known by the acronym SLAPP. The study commences with the conceptual demarcation of the phenomenon and the identification of those indicators that constitute the abusive nature of such a lawsuit, in order to enable its diagnosis. Subsequently, the thesis focuses on the European dimension of the issue, providing a detailed analysis of Directive (EU) 2024/1069, which now serves as the institutional foundation for the effective legal confrontation of the phenomenon within the European Union. Given that the phenomenon of such lawsuits has not yet received extensive case law treatment at the European level, this work turns to frame it through general legal principles that have been “crystallized” in the jurisprudence of the European Court of Human Rights (ECHR). These principles, although developed within the broader context of freedom of speech protection, serve as the necessary interpretive tool for a clearer approach to the issue. In this context, critical factors are examined, such as the protection of public dialogue, the institutional role of the media and civil society, the defense of good faith information, and responsible journalism, as well as the corresponding obligation of public figures, especially politicians, to exhibit greater tolerance towards criticism. At the same time, the principles of proportionality in civil sanctions, the use of criminal law in relation to freedom of expression, and the delicate balance between privacy protection and freedom of expression are considered. The analysis is enriched with commentary on the cases OOO Memo v. Russia of the European Court of Human Rights (ECHR) and Real Madrid v. Le Monde of the Court of Justice of the European Union (CJEU), which are the only European decisions addressing the issue, introducing an original judicial reasoning. In the next stage, and while the transposition of the relevant Directive into the domestic legal order is pending, the thesis transitions to the approach of the phenomenon under the light of Greek law. It examines the doctrinal integration of SLAPP suits into the system of Civil Law, the legal consequences of abusiveness, as well as the recent amendments to the Penal Code. Specifically, it analyzes how the reform of the provisions on defamation rearranges the legal-political landscape, while investigating the grounding of unlawfulness through the violation of the press&apos;s transactional duties, as well as the public&apos;s justified interest in information as a ground for lifting the wrongfulness under Article 367 of the Penal Code. The study concludes with the analysis of decision No. 2833/2024 of the Athens Court of First Instance (the wiretapping case), which constitutes a landmark for Greek standards. The decision in question, demonstrating methodological consistency, fully adopts the line of the ECtHR, departing from obsolete interpretations of domestic courts—such as the inability to distinguish between facts and value judgments or the problematic interpretation of the specific intent to insult. In this manner, the decision removes the restrictions that in the past narrowed the scope of the protected right to expression and led to a multitude of condemnatory judgments against Greece."],"dc:identifier":["uoadl:5372975","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372975"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Κοινωνικές, Πολιτικές και Οικονομικές επιστήμες","Social, Political and Economic sciences"],"dc:title":["Το φαινόμενο SLAPP: Από το ευρωπαϊκό κεκτημένο στην ελληνική έννομη τάξη"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:15Z"}