{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5372249"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5372249","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης των PARP inhibitors στον καρκίνο ωοθηκών και μαστού / Pharmacovigilance data of PARP inhibitors in ovarian and breast cancer","abstract":"Η φαρμακοεπαγρύπνηση έχει σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω της ανίχνευσης, της αξιολόγησης και της πρόληψης των ανεπιθύμητων ενεργειών και ειδικά στον τομέα της ογκολογίας όπου η τοξικότητα των φαρμάκων είναι αρκετά υψηλή. Οι PARP αναστολείς (Poly ADP-Ribose Polymerase inhibitors) ανήκουν σε μία οικογένεια ενζύμων που λόγω της συνθετικής θνησιμότητας που προσφέρουν χρησιμοποιούνται στην ογκολογία ως στοχευμένες αντικαρκινικές θεραπείες. Στην παρούσα διπλωματική, παρατίθενται δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης για τους PARP αναστολείς Οlaparib, Niraparib, Rucaparib και Talazoparib που ήδη έχουν πάρει έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές άλλα και για αυτούς που βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο όπως οι Veliparib, Saruparib, Pamiparib και Fluzoparib. Για κάθε φάρμακο μελετήθηκαν οι κλινικές μελέτες φάσης Ι,ΙΙ ή ΙΙΙ που έχουν πραγματοποιηθεί και οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) αφορούν διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος όπως η αναιμία, η λευκοπενία ,η θρομβοπενία και σε σπανιότερες περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή οξεία μυελογενής λευχαιμία καθώς και διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος όπως εμετός, ναυτία, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Τα δεδομένα που αναλύθηκαν προέρχονται τόσο από κλινικές μελέτες όσο και από τις βάσεις δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι PARP αναστολείς έχουν σημαντικά θεραπευτικά οφέλη για τους ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού ή καρκίνο των ωοθηκών και ιδιαίτερα σε αυτούς με συγκεκριμένες μεταλλάξεις σε γονίδια όπως το BRCA1 ή BRCA2 ή γενικότερα στην οδό επιδιόρθωσης του DNA. Σημαντική όμως καθίστανται η συστηματική παρακολούθηση από τον εκάστοτε γιατρό προκειμένου να εντοπιστούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα φαινόμενα τοξικότητας και είτε να προσαρμοστεί η δόση θεραπείας είτε και να διακοπεί. Η περαιτέρω συστηματική μελέτη πραγματικών δεδομένων και η αναβάθμιση των συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης είναι απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η φαρμακευτική ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτών των στοχευμένων θεραπειών.","abstract_html":"Η φαρμακοεπαγρύπνηση έχει σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω της ανίχνευσης, της αξιολόγησης και της πρόληψης των ανεπιθύμητων ενεργειών και ειδικά στον τομέα της ογκολογίας όπου η τοξικότητα των φαρμάκων είναι αρκετά υψηλή. Οι PARP αναστολείς (Poly ADP-Ribose Polymerase inhibitors) ανήκουν σε μία οικογένεια ενζύμων που λόγω της συνθετικής θνησιμότητας που προσφέρουν χρησιμοποιούνται στην ογκολογία ως στοχευμένες αντικαρκινικές θεραπείες. Στην παρούσα διπλωματική, παρατίθενται δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης για τους PARP αναστολείς Οlaparib, Niraparib, Rucaparib και Talazoparib που ήδη έχουν πάρει έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές άλλα και για αυτούς που βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο όπως οι Veliparib, Saruparib, Pamiparib και Fluzoparib. Για κάθε φάρμακο μελετήθηκαν οι κλινικές μελέτες φάσης Ι,ΙΙ ή ΙΙΙ που έχουν πραγματοποιηθεί και οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) αφορούν διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος όπως η αναιμία, η λευκοπενία ,η θρομβοπενία και σε σπανιότερες περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή οξεία μυελογενής λευχαιμία καθώς και διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος όπως εμετός, ναυτία, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Τα δεδομένα που αναλύθηκαν προέρχονται τόσο από κλινικές μελέτες όσο και από τις βάσεις δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι PARP αναστολείς έχουν σημαντικά θεραπευτικά οφέλη για τους ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού ή καρκίνο των ωοθηκών και ιδιαίτερα σε αυτούς με συγκεκριμένες μεταλλάξεις σε γονίδια όπως το BRCA1 ή BRCA2 ή γενικότερα στην οδό επιδιόρθωσης του DNA. Σημαντική όμως καθίστανται η συστηματική παρακολούθηση από τον εκάστοτε γιατρό προκειμένου να εντοπιστούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα φαινόμενα τοξικότητας και είτε να προσαρμοστεί η δόση θεραπείας είτε και να διακοπεί. Η περαιτέρω συστηματική μελέτη πραγματικών δεδομένων και η αναβάθμιση των συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης είναι απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η φαρμακευτική ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτών των στοχευμένων θεραπειών.","abstract_has_math":false,"creators":["Σταμέλου Μαρία-Λαυρεντία","Stamelou Maria-Lavrentia"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:13Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5372249"],"render_values":[{"text":"uoadl:5372249","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372249","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Σταμέλου Μαρία-Λαυρεντία","Stamelou Maria-Lavrentia"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5372249","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372249"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η φαρμακοεπαγρύπνηση έχει σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω της ανίχνευσης, της αξιολόγησης και της πρόληψης των ανεπιθύμητων ενεργειών και ειδικά στον τομέα της ογκολογίας όπου η τοξικότητα των φαρμάκων είναι αρκετά υψηλή. Οι PARP αναστολείς (Poly ADP-Ribose Polymerase inhibitors) ανήκουν σε μία οικογένεια ενζύμων που λόγω της συνθετικής θνησιμότητας που προσφέρουν χρησιμοποιούνται στην ογκολογία ως στοχευμένες αντικαρκινικές θεραπείες. Στην παρούσα διπλωματική, παρατίθενται δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης για τους PARP αναστολείς Οlaparib, Niraparib, Rucaparib και Talazoparib που ήδη έχουν πάρει έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές άλλα και για αυτούς που βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο όπως οι Veliparib, Saruparib, Pamiparib και Fluzoparib. Για κάθε φάρμακο μελετήθηκαν οι κλινικές μελέτες φάσης Ι,ΙΙ ή ΙΙΙ που έχουν πραγματοποιηθεί και οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) αφορούν διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος όπως η αναιμία, η λευκοπενία ,η θρομβοπενία και σε σπανιότερες περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή οξεία μυελογενής λευχαιμία καθώς και διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος όπως εμετός, ναυτία, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Τα δεδομένα που αναλύθηκαν προέρχονται τόσο από κλινικές μελέτες όσο και από τις βάσεις δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι PARP αναστολείς έχουν σημαντικά θεραπευτικά οφέλη για τους ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού ή καρκίνο των ωοθηκών και ιδιαίτερα σε αυτούς με συγκεκριμένες μεταλλάξεις σε γονίδια όπως το BRCA1 ή BRCA2 ή γενικότερα στην οδό επιδιόρθωσης του DNA. Σημαντική όμως καθίστανται η συστηματική παρακολούθηση από τον εκάστοτε γιατρό προκειμένου να εντοπιστούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα φαινόμενα τοξικότητας και είτε να προσαρμοστεί η δόση θεραπείας είτε και να διακοπεί. Η περαιτέρω συστηματική μελέτη πραγματικών δεδομένων και η αναβάθμιση των συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης είναι απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η φαρμακευτική ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτών των στοχευμένων θεραπειών.","Pharmacovigilance plays a key role in safeguarding public health through the detection, assessment, and prevention of adverse drug reactions, particularly in oncology, where drug toxicity is often significant. PARP inhibitors (Poly ADP-Ribose Polymerase inhibitors) belong to a family of enzymes that, due to the concept of synthetic lethality, have been developed as targeted anticancer therapies. This thesis presents pharmacovigilance data for the PARP inhibitors Olaparib, Niraparib, Rucaparib, and Talazoparib, which have already been approved by regulatory authorities, as well as for those still in the experimental phase, such as Veliparib, Saruparib, Pamiparib, and Fluzoparib. For each drug, phase I, II, or III clinical trials were reviewed, along with the main adverse events (AEs) reported. The most frequently reported AEs involve hematological and lymphatic system disorders, such as anemia, leukopenia, thrombocytopenia, and, in rarer cases, myelodysplastic syndrome or acute myeloid leukemia and gastrointestinal disorders such as vomiting, nausea, diarrhea, and constipation were also common. The analyzed data were derived both from clinical trials and pharmacovigilance databases. The study highlights that PARP inhibitors provide significant therapeutic benefits for patients diagnosed with breast or ovarian cancer, particularly those with specific genetic mutations such as BRCA1, BRCA2, or defects in the DNA repair pathway. However, close clinical monitoring is essential to promptly detect toxicity events, allowing for timely dose adjustments or treatment discontinuation if necessary. Further systematic evaluation of real-world data and the enhancement of pharmacovigilance systems are necessary measures to ensure both the safety and effectiveness of these targeted therapies."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης των PARP inhibitors στον καρκίνο ωοθηκών και μαστού / Pharmacovigilance data of PARP inhibitors in ovarian and breast cancer"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Σταμέλου Μαρία-Λαυρεντία","Stamelou Maria-Lavrentia"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η φαρμακοεπαγρύπνηση έχει σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω της ανίχνευσης, της αξιολόγησης και της πρόληψης των ανεπιθύμητων ενεργειών και ειδικά στον τομέα της ογκολογίας όπου η τοξικότητα των φαρμάκων είναι αρκετά υψηλή. Οι PARP αναστολείς (Poly ADP-Ribose Polymerase inhibitors) ανήκουν σε μία οικογένεια ενζύμων που λόγω της συνθετικής θνησιμότητας που προσφέρουν χρησιμοποιούνται στην ογκολογία ως στοχευμένες αντικαρκινικές θεραπείες. Στην παρούσα διπλωματική, παρατίθενται δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης για τους PARP αναστολείς Οlaparib, Niraparib, Rucaparib και Talazoparib που ήδη έχουν πάρει έγκριση από τις ρυθμιστικές αρχές άλλα και για αυτούς που βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο όπως οι Veliparib, Saruparib, Pamiparib και Fluzoparib. Για κάθε φάρμακο μελετήθηκαν οι κλινικές μελέτες φάσης Ι,ΙΙ ή ΙΙΙ που έχουν πραγματοποιηθεί και οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) αφορούν διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος όπως η αναιμία, η λευκοπενία ,η θρομβοπενία και σε σπανιότερες περιπτώσεις μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο ή οξεία μυελογενής λευχαιμία καθώς και διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος όπως εμετός, ναυτία, διάρροια και δυσκοιλιότητα. Τα δεδομένα που αναλύθηκαν προέρχονται τόσο από κλινικές μελέτες όσο και από τις βάσεις δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι PARP αναστολείς έχουν σημαντικά θεραπευτικά οφέλη για τους ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού ή καρκίνο των ωοθηκών και ιδιαίτερα σε αυτούς με συγκεκριμένες μεταλλάξεις σε γονίδια όπως το BRCA1 ή BRCA2 ή γενικότερα στην οδό επιδιόρθωσης του DNA. Σημαντική όμως καθίστανται η συστηματική παρακολούθηση από τον εκάστοτε γιατρό προκειμένου να εντοπιστούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα φαινόμενα τοξικότητας και είτε να προσαρμοστεί η δόση θεραπείας είτε και να διακοπεί. Η περαιτέρω συστηματική μελέτη πραγματικών δεδομένων και η αναβάθμιση των συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης είναι απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η φαρμακευτική ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτών των στοχευμένων θεραπειών.","Pharmacovigilance plays a key role in safeguarding public health through the detection, assessment, and prevention of adverse drug reactions, particularly in oncology, where drug toxicity is often significant. PARP inhibitors (Poly ADP-Ribose Polymerase inhibitors) belong to a family of enzymes that, due to the concept of synthetic lethality, have been developed as targeted anticancer therapies. This thesis presents pharmacovigilance data for the PARP inhibitors Olaparib, Niraparib, Rucaparib, and Talazoparib, which have already been approved by regulatory authorities, as well as for those still in the experimental phase, such as Veliparib, Saruparib, Pamiparib, and Fluzoparib. For each drug, phase I, II, or III clinical trials were reviewed, along with the main adverse events (AEs) reported. The most frequently reported AEs involve hematological and lymphatic system disorders, such as anemia, leukopenia, thrombocytopenia, and, in rarer cases, myelodysplastic syndrome or acute myeloid leukemia and gastrointestinal disorders such as vomiting, nausea, diarrhea, and constipation were also common. The analyzed data were derived both from clinical trials and pharmacovigilance databases. The study highlights that PARP inhibitors provide significant therapeutic benefits for patients diagnosed with breast or ovarian cancer, particularly those with specific genetic mutations such as BRCA1, BRCA2, or defects in the DNA repair pathway. However, close clinical monitoring is essential to promptly detect toxicity events, allowing for timely dose adjustments or treatment discontinuation if necessary. Further systematic evaluation of real-world data and the enhancement of pharmacovigilance systems are necessary measures to ensure both the safety and effectiveness of these targeted therapies."],"dc:identifier":["uoadl:5372249","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372249"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης των PARP inhibitors στον καρκίνο ωοθηκών και μαστού / Pharmacovigilance data of PARP inhibitors in ovarian and breast cancer"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:13Z"}