{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5372065"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5372065","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Παράγοντες πρόβλεψης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των μελλοντικών εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών","abstract":"Η δυνατότητα διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών αποτελεί μία σημαντική δεξιότητα για κάθε άνθρωπο η οποία μπορεί να τον βοηθήσει σε μία σειρά σημαντικών επιλογών που αφορά τη ζωή του είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Παρόλα αυτά έρευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά αποδοχής ψευδοεπιστημονικών θεωριών στην κοινή γνώμη είναι σημαντικά. Το ίδιο ισχύει και για τους/τις εκπαιδευτικούς τα αντίστοιχα αποτελέσματα των οποίων δεν διαφέρουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Μάλιστα από την αναζήτηση της βιβλιογραφίας αλλά και τη μελέτη των προγραμμάτων σπουδών βρέθηκε ότι υπάρχουν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες με βασικότερη αυτή του δημιουργισμού που βρίσκουν χώρο εντός των προγραμμάτων σπουδών στα σχολεία. Η παρούσα μελέτη έχει σκοπό την αναζήτηση των προβλεπτικών παραγόντων αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών. Οι ίδιοι/ίδιες είναι εκείνοι/εκείνες που θα πρέπει να επικοινωνήσουν τα κριτήρια διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών στους/στις μαθητές/μαθήτριες στο μέλλον. Συνεπώς η απόρριψη αυτών εκ μέρους τους και η δυνατότητα των ίδιων να τις διακρίνουν αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε ήταν ποσοτική με ερωτηματολόγιο σε δείγμα (n=200) φοιτητών/φοιτητριών τμημάτων φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε δημιουργήθηκε στα πλαίσια έρευνας του υποψήφιου διδάκτορα Ασημάκη Ταλαμάγκα και αποτελείται από 4 σκέλη εκ των οποίων το πρώτο αφορά γενικές προσωπικές πληροφορίες, το δεύτερο αξιολογεί την αποδοχή παράδοξων απόψεων, το τρίτο αξιολογεί την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα και το τέταρτο αξιολογεί τις αντιλήψεις σχετικά με τον όρο ψευδοεπιστήμη. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι οι ψευδοεπιστήμες με τη μεγαλύτερη αποδοχή μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών είναι εκείνες που αφορούν τις εναλλακτικές θεραπείες, τον δημιουργισμό, ζητήματα βιολογίας, τον κίνδυνο των εμβολίων, την χρησιμοποίηση της κβαντικής μηχανικής σε αντικείμενα που δεν έχει εφαρμογή και τις διάφορες συνωμοσιολογίες που αφορούν τις κυβερνήσεις και άλλους οργανισμούς. Προέκυψε επίσης στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των ατόμων διαφορετικού φύλου, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, ατόμων που σπουδάζουν διαφορετικά αντικείμενα και ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών. Πιο συγκεκριμένα τα αποτελέσματα εμφανίζουν χαμηλότερη αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των αντρών σε σχέση με τις γυναίκες, των ατόμων που βρίσκονται πιο κοντά στην άκρα αριστερά μεταξύ του ευρύτερου φάσματος άκρας αριστεράς-άκρας δεξιάς, των άθεων και των αγνωστικιστών σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία, των ατόμων που βρίσκονται σε μεγαλύτερα έτη σπουδών και των ατόμων που σπουδάζουν σε τμήματα Φυσικής σε σχέση με όσα σπουδάζουν σε παιδαγωγικά τμήματα. Ακόμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα μεταξύ ατόμων διαφορετικών Θρησκευτικών πεποιθήσεων με τους/τις άθεους/άθεες να εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία και μεταξύ ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών με τα άτομα που βρίσκονται στο πρώτο έτος να εμφανίζουν αντίστοιχα χαμηλότερη εμπιστοσύνη στις επιστήμες. Μεταξύ των δύο δεικτών μέτρησης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης και της εμπιστοσύνης στην επιστήμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Τέλος βρέθηκε ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των συμμετεχόντων μπορεί να ορίσει αρκετά καλά την ψευδοεπιστήμη ενώ περισσότεροι/περισσότερες από τους/τις μισούς/μισές αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν κάποιο σωστό κριτήριο για την διάκριση της από την επιστήμη. Η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς κυρίως όσον αφορά την έλλειψη συμμετοχής ατόμων από τμήματα εκτός Αθήνας αλλά και τη μικρή συμμετοχή από συγκεκριμένα τμήματα. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι θα υπήρχε ερευνητικό ενδιαφέρον στην επανάληψη μίας αντίστοιχης έρευνας με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων από όλα τα τμήματα φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων και πανελλαδική διάρθρωση. Ερευνητικό ενδιαφέρον θεωρήθηκε επίσης ότι θα είχε η επανάληψη της έρευνας στα πλαίσια ενός εργαστηριακού μαθήματος φυσικών επιστημών του τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ δεδομένου των καλύτερων αποτελεσμάτων των φοιτητών/φοιτητριών του συγκεκριμένου τμήματος αλλά και των φοιτητών/φοιτητριών μεγαλύτερων ετών σπουδών. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πριν και μετά την ολοκλήρωση του εργαστηρίου. Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας θα ήταν η μελέτη της επιρροής του εργαστηρίου στα αποτελέσματα των συμμετεχόντων.","abstract_html":"Η δυνατότητα διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών αποτελεί μία σημαντική δεξιότητα για κάθε άνθρωπο η οποία μπορεί να τον βοηθήσει σε μία σειρά σημαντικών επιλογών που αφορά τη ζωή του είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Παρόλα αυτά έρευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά αποδοχής ψευδοεπιστημονικών θεωριών στην κοινή γνώμη είναι σημαντικά. Το ίδιο ισχύει και για τους/τις εκπαιδευτικούς τα αντίστοιχα αποτελέσματα των οποίων δεν διαφέρουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Μάλιστα από την αναζήτηση της βιβλιογραφίας αλλά και τη μελέτη των προγραμμάτων σπουδών βρέθηκε ότι υπάρχουν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες με βασικότερη αυτή του δημιουργισμού που βρίσκουν χώρο εντός των προγραμμάτων σπουδών στα σχολεία. Η παρούσα μελέτη έχει σκοπό την αναζήτηση των προβλεπτικών παραγόντων αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών. Οι ίδιοι/ίδιες είναι εκείνοι/εκείνες που θα πρέπει να επικοινωνήσουν τα κριτήρια διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών στους/στις μαθητές/μαθήτριες στο μέλλον. Συνεπώς η απόρριψη αυτών εκ μέρους τους και η δυνατότητα των ίδιων να τις διακρίνουν αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε ήταν ποσοτική με ερωτηματολόγιο σε δείγμα (n=200) φοιτητών/φοιτητριών τμημάτων φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε δημιουργήθηκε στα πλαίσια έρευνας του υποψήφιου διδάκτορα Ασημάκη Ταλαμάγκα και αποτελείται από 4 σκέλη εκ των οποίων το πρώτο αφορά γενικές προσωπικές πληροφορίες, το δεύτερο αξιολογεί την αποδοχή παράδοξων απόψεων, το τρίτο αξιολογεί την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα και το τέταρτο αξιολογεί τις αντιλήψεις σχετικά με τον όρο ψευδοεπιστήμη. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι οι ψευδοεπιστήμες με τη μεγαλύτερη αποδοχή μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών είναι εκείνες που αφορούν τις εναλλακτικές θεραπείες, τον δημιουργισμό, ζητήματα βιολογίας, τον κίνδυνο των εμβολίων, την χρησιμοποίηση της κβαντικής μηχανικής σε αντικείμενα που δεν έχει εφαρμογή και τις διάφορες συνωμοσιολογίες που αφορούν τις κυβερνήσεις και άλλους οργανισμούς. Προέκυψε επίσης στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των ατόμων διαφορετικού φύλου, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, ατόμων που σπουδάζουν διαφορετικά αντικείμενα και ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών. Πιο συγκεκριμένα τα αποτελέσματα εμφανίζουν χαμηλότερη αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των αντρών σε σχέση με τις γυναίκες, των ατόμων που βρίσκονται πιο κοντά στην άκρα αριστερά μεταξύ του ευρύτερου φάσματος άκρας αριστεράς-άκρας δεξιάς, των άθεων και των αγνωστικιστών σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία, των ατόμων που βρίσκονται σε μεγαλύτερα έτη σπουδών και των ατόμων που σπουδάζουν σε τμήματα Φυσικής σε σχέση με όσα σπουδάζουν σε παιδαγωγικά τμήματα. Ακόμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα μεταξύ ατόμων διαφορετικών Θρησκευτικών πεποιθήσεων με τους/τις άθεους/άθεες να εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία και μεταξύ ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών με τα άτομα που βρίσκονται στο πρώτο έτος να εμφανίζουν αντίστοιχα χαμηλότερη εμπιστοσύνη στις επιστήμες. Μεταξύ των δύο δεικτών μέτρησης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης και της εμπιστοσύνης στην επιστήμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Τέλος βρέθηκε ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των συμμετεχόντων μπορεί να ορίσει αρκετά καλά την ψευδοεπιστήμη ενώ περισσότεροι/περισσότερες από τους/τις μισούς/μισές αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν κάποιο σωστό κριτήριο για την διάκριση της από την επιστήμη. Η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς κυρίως όσον αφορά την έλλειψη συμμετοχής ατόμων από τμήματα εκτός Αθήνας αλλά και τη μικρή συμμετοχή από συγκεκριμένα τμήματα. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι θα υπήρχε ερευνητικό ενδιαφέρον στην επανάληψη μίας αντίστοιχης έρευνας με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων από όλα τα τμήματα φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων και πανελλαδική διάρθρωση. Ερευνητικό ενδιαφέρον θεωρήθηκε επίσης ότι θα είχε η επανάληψη της έρευνας στα πλαίσια ενός εργαστηριακού μαθήματος φυσικών επιστημών του τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ δεδομένου των καλύτερων αποτελεσμάτων των φοιτητών/φοιτητριών του συγκεκριμένου τμήματος αλλά και των φοιτητών/φοιτητριών μεγαλύτερων ετών σπουδών. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πριν και μετά την ολοκλήρωση του εργαστηρίου. Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας θα ήταν η μελέτη της επιρροής του εργαστηρίου στα αποτελέσματα των συμμετεχόντων.","abstract_has_math":false,"creators":["Γεωργόπουλος Βασίλειος","Georgopoulos Vasileios"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:11Z","subjects":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"],"languages":["Ελληνικά","Greek","English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5372065"],"render_values":[{"text":"uoadl:5372065","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372065","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Γεωργόπουλος Βασίλειος","Georgopoulos Vasileios"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek","English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5372065","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372065"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η δυνατότητα διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών αποτελεί μία σημαντική δεξιότητα για κάθε άνθρωπο η οποία μπορεί να τον βοηθήσει σε μία σειρά σημαντικών επιλογών που αφορά τη ζωή του είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Παρόλα αυτά έρευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά αποδοχής ψευδοεπιστημονικών θεωριών στην κοινή γνώμη είναι σημαντικά. Το ίδιο ισχύει και για τους/τις εκπαιδευτικούς τα αντίστοιχα αποτελέσματα των οποίων δεν διαφέρουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Μάλιστα από την αναζήτηση της βιβλιογραφίας αλλά και τη μελέτη των προγραμμάτων σπουδών βρέθηκε ότι υπάρχουν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες με βασικότερη αυτή του δημιουργισμού που βρίσκουν χώρο εντός των προγραμμάτων σπουδών στα σχολεία. Η παρούσα μελέτη έχει σκοπό την αναζήτηση των προβλεπτικών παραγόντων αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών. Οι ίδιοι/ίδιες είναι εκείνοι/εκείνες που θα πρέπει να επικοινωνήσουν τα κριτήρια διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών στους/στις μαθητές/μαθήτριες στο μέλλον. Συνεπώς η απόρριψη αυτών εκ μέρους τους και η δυνατότητα των ίδιων να τις διακρίνουν αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε ήταν ποσοτική με ερωτηματολόγιο σε δείγμα (n=200) φοιτητών/φοιτητριών τμημάτων φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε δημιουργήθηκε στα πλαίσια έρευνας του υποψήφιου διδάκτορα Ασημάκη Ταλαμάγκα και αποτελείται από 4 σκέλη εκ των οποίων το πρώτο αφορά γενικές προσωπικές πληροφορίες, το δεύτερο αξιολογεί την αποδοχή παράδοξων απόψεων, το τρίτο αξιολογεί την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα και το τέταρτο αξιολογεί τις αντιλήψεις σχετικά με τον όρο ψευδοεπιστήμη. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι οι ψευδοεπιστήμες με τη μεγαλύτερη αποδοχή μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών είναι εκείνες που αφορούν τις εναλλακτικές θεραπείες, τον δημιουργισμό, ζητήματα βιολογίας, τον κίνδυνο των εμβολίων, την χρησιμοποίηση της κβαντικής μηχανικής σε αντικείμενα που δεν έχει εφαρμογή και τις διάφορες συνωμοσιολογίες που αφορούν τις κυβερνήσεις και άλλους οργανισμούς. Προέκυψε επίσης στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των ατόμων διαφορετικού φύλου, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, ατόμων που σπουδάζουν διαφορετικά αντικείμενα και ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών. Πιο συγκεκριμένα τα αποτελέσματα εμφανίζουν χαμηλότερη αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των αντρών σε σχέση με τις γυναίκες, των ατόμων που βρίσκονται πιο κοντά στην άκρα αριστερά μεταξύ του ευρύτερου φάσματος άκρας αριστεράς-άκρας δεξιάς, των άθεων και των αγνωστικιστών σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία, των ατόμων που βρίσκονται σε μεγαλύτερα έτη σπουδών και των ατόμων που σπουδάζουν σε τμήματα Φυσικής σε σχέση με όσα σπουδάζουν σε παιδαγωγικά τμήματα. Ακόμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα μεταξύ ατόμων διαφορετικών Θρησκευτικών πεποιθήσεων με τους/τις άθεους/άθεες να εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία και μεταξύ ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών με τα άτομα που βρίσκονται στο πρώτο έτος να εμφανίζουν αντίστοιχα χαμηλότερη εμπιστοσύνη στις επιστήμες. Μεταξύ των δύο δεικτών μέτρησης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης και της εμπιστοσύνης στην επιστήμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Τέλος βρέθηκε ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των συμμετεχόντων μπορεί να ορίσει αρκετά καλά την ψευδοεπιστήμη ενώ περισσότεροι/περισσότερες από τους/τις μισούς/μισές αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν κάποιο σωστό κριτήριο για την διάκριση της από την επιστήμη. Η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς κυρίως όσον αφορά την έλλειψη συμμετοχής ατόμων από τμήματα εκτός Αθήνας αλλά και τη μικρή συμμετοχή από συγκεκριμένα τμήματα. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι θα υπήρχε ερευνητικό ενδιαφέρον στην επανάληψη μίας αντίστοιχης έρευνας με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων από όλα τα τμήματα φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων και πανελλαδική διάρθρωση. Ερευνητικό ενδιαφέρον θεωρήθηκε επίσης ότι θα είχε η επανάληψη της έρευνας στα πλαίσια ενός εργαστηριακού μαθήματος φυσικών επιστημών του τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ δεδομένου των καλύτερων αποτελεσμάτων των φοιτητών/φοιτητριών του συγκεκριμένου τμήματος αλλά και των φοιτητών/φοιτητριών μεγαλύτερων ετών σπουδών. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πριν και μετά την ολοκλήρωση του εργαστηρίου. Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας θα ήταν η μελέτη της επιρροής του εργαστηρίου στα αποτελέσματα των συμμετεχόντων.","the ability to distinguish pseudoscientific theories is an important skill for everyone, one that can help them make a range of important decisions regarding their lives, whether on an individual or collective level. Nevertheless, research has shown that the acceptance rates of pseudoscientific theories among the general public are significant. The same applies to educators, whose corresponding results do not differ from those of the rest of the population. In fact, a review of the literature and an analysis of school curricula revealed that pseudoscientific theories—most notably creationism—exists into school curricula. The purpose of this study is to identify the predictive factors for the acceptance of pseudoscience among prospective teachers who will be called upon to teach science courses. These individuals are the ones who must communicate the criteria for distinguishing pseudoscientific theories to students in the future. Consequently, their rejection of these theories and their ability to distinguish them is a prerequisite for the effectiveness of this process. The research conducted was quantitative, using a questionnaire administered to a sample (n=200) of students in natural science and education departments. The questionnaire used was developed as part of a study by PhD candidate Asimakis Talamagas and consists of four sections: the first concerns general personal information, the second assesses acceptance of unconventional views, the third assesses trust in science and the scientific community, and the fourth assesses perceptions regarding the term “pseudoscience.” The results showed that the pseudosciences with the highest acceptance among prospective teachers are those concerning alternative therapies, creationism, biological issues, the risks of vaccines, the application of quantum mechanics to fields where it has no relevance, and various conspiracy theories involving governments and other organizations. A statistically significant difference also emerged regarding the acceptance of pseudoscience among individuals of different genders, different political beliefs, different religious beliefs, individuals studying different subjects, and individuals in different years of study. More specifically, the results show lower acceptance of pseudoscience among men compared to women, among individuals closer to the far left on the broader far-left to far-right political spectrum, among atheists and agnostics compared to those who are religious, among individuals in higher years of study, and among those studying in physics departments compared to those studying in education departments. A statistically significant difference was also found regarding trust in science and the scientific community between individuals of different religious beliefs, with atheists showing greater trust compared to believers and among individuals in different years of study, with first-year students showing correspondingly lower trust in the sciences. A statistically significant correlation was also found between the two measures of acceptance of pseudoscience and trust in science. Finally, it was found that a very small percentage of participants can define pseudoscience fairly well, while more than half are unable to use any of the correct criteria to distinguish it from science. The study had certain limitations, primarily regarding the lack of participation from individuals outside Athens, as well as low participation from specific departments. It was therefore considered that there would be research interest in repeating a similar study with a larger number of participants from all of natural sciences and education departments, and with a nationwide scope. It was also considered that repeating the study within the framework of a laboratory course in the natural sciences at the Department of Physics of the National and Kapodistrian University of Athens would be of research interest, given the better results of the students in that department as well as those of students in higher years of study. This study could be conducted by having participants complete the questionnaire before and after the workshop. The purpose of this study would be to examine the influence of the workshop on the participants’ results."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Παράγοντες πρόβλεψης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των μελλοντικών εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Γεωργόπουλος Βασίλειος","Georgopoulos Vasileios"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η δυνατότητα διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών αποτελεί μία σημαντική δεξιότητα για κάθε άνθρωπο η οποία μπορεί να τον βοηθήσει σε μία σειρά σημαντικών επιλογών που αφορά τη ζωή του είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Παρόλα αυτά έρευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά αποδοχής ψευδοεπιστημονικών θεωριών στην κοινή γνώμη είναι σημαντικά. Το ίδιο ισχύει και για τους/τις εκπαιδευτικούς τα αντίστοιχα αποτελέσματα των οποίων δεν διαφέρουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Μάλιστα από την αναζήτηση της βιβλιογραφίας αλλά και τη μελέτη των προγραμμάτων σπουδών βρέθηκε ότι υπάρχουν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες με βασικότερη αυτή του δημιουργισμού που βρίσκουν χώρο εντός των προγραμμάτων σπουδών στα σχολεία. Η παρούσα μελέτη έχει σκοπό την αναζήτηση των προβλεπτικών παραγόντων αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών. Οι ίδιοι/ίδιες είναι εκείνοι/εκείνες που θα πρέπει να επικοινωνήσουν τα κριτήρια διάκρισης των ψευδοεπιστημονικών θεωριών στους/στις μαθητές/μαθήτριες στο μέλλον. Συνεπώς η απόρριψη αυτών εκ μέρους τους και η δυνατότητα των ίδιων να τις διακρίνουν αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε ήταν ποσοτική με ερωτηματολόγιο σε δείγμα (n=200) φοιτητών/φοιτητριών τμημάτων φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε δημιουργήθηκε στα πλαίσια έρευνας του υποψήφιου διδάκτορα Ασημάκη Ταλαμάγκα και αποτελείται από 4 σκέλη εκ των οποίων το πρώτο αφορά γενικές προσωπικές πληροφορίες, το δεύτερο αξιολογεί την αποδοχή παράδοξων απόψεων, το τρίτο αξιολογεί την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα και το τέταρτο αξιολογεί τις αντιλήψεις σχετικά με τον όρο ψευδοεπιστήμη. Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι οι ψευδοεπιστήμες με τη μεγαλύτερη αποδοχή μεταξύ των υποψήφιων εκπαιδευτικών είναι εκείνες που αφορούν τις εναλλακτικές θεραπείες, τον δημιουργισμό, ζητήματα βιολογίας, τον κίνδυνο των εμβολίων, την χρησιμοποίηση της κβαντικής μηχανικής σε αντικείμενα που δεν έχει εφαρμογή και τις διάφορες συνωμοσιολογίες που αφορούν τις κυβερνήσεις και άλλους οργανισμούς. Προέκυψε επίσης στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των ατόμων διαφορετικού φύλου, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, ατόμων που σπουδάζουν διαφορετικά αντικείμενα και ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών. Πιο συγκεκριμένα τα αποτελέσματα εμφανίζουν χαμηλότερη αποδοχή της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των αντρών σε σχέση με τις γυναίκες, των ατόμων που βρίσκονται πιο κοντά στην άκρα αριστερά μεταξύ του ευρύτερου φάσματος άκρας αριστεράς-άκρας δεξιάς, των άθεων και των αγνωστικιστών σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία, των ατόμων που βρίσκονται σε μεγαλύτερα έτη σπουδών και των ατόμων που σπουδάζουν σε τμήματα Φυσικής σε σχέση με όσα σπουδάζουν σε παιδαγωγικά τμήματα. Ακόμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον αφορά την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και την επιστημονική κοινότητα μεταξύ ατόμων διαφορετικών Θρησκευτικών πεποιθήσεων με τους/τις άθεους/άθεες να εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε σχέση με τους/τις πιστούς/πιστές σε κάποια θρησκεία και μεταξύ ατόμων που βρίσκονται σε διαφορετικά έτη σπουδών με τα άτομα που βρίσκονται στο πρώτο έτος να εμφανίζουν αντίστοιχα χαμηλότερη εμπιστοσύνη στις επιστήμες. Μεταξύ των δύο δεικτών μέτρησης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης και της εμπιστοσύνης στην επιστήμη βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση. Τέλος βρέθηκε ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των συμμετεχόντων μπορεί να ορίσει αρκετά καλά την ψευδοεπιστήμη ενώ περισσότεροι/περισσότερες από τους/τις μισούς/μισές αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν κάποιο σωστό κριτήριο για την διάκριση της από την επιστήμη. Η έρευνα είχε ορισμένους περιορισμούς κυρίως όσον αφορά την έλλειψη συμμετοχής ατόμων από τμήματα εκτός Αθήνας αλλά και τη μικρή συμμετοχή από συγκεκριμένα τμήματα. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι θα υπήρχε ερευνητικό ενδιαφέρον στην επανάληψη μίας αντίστοιχης έρευνας με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων από όλα τα τμήματα φυσικών επιστημών και παιδαγωγικών τμημάτων και πανελλαδική διάρθρωση. Ερευνητικό ενδιαφέρον θεωρήθηκε επίσης ότι θα είχε η επανάληψη της έρευνας στα πλαίσια ενός εργαστηριακού μαθήματος φυσικών επιστημών του τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ δεδομένου των καλύτερων αποτελεσμάτων των φοιτητών/φοιτητριών του συγκεκριμένου τμήματος αλλά και των φοιτητών/φοιτητριών μεγαλύτερων ετών σπουδών. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πριν και μετά την ολοκλήρωση του εργαστηρίου. Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας θα ήταν η μελέτη της επιρροής του εργαστηρίου στα αποτελέσματα των συμμετεχόντων.","the ability to distinguish pseudoscientific theories is an important skill for everyone, one that can help them make a range of important decisions regarding their lives, whether on an individual or collective level. Nevertheless, research has shown that the acceptance rates of pseudoscientific theories among the general public are significant. The same applies to educators, whose corresponding results do not differ from those of the rest of the population. In fact, a review of the literature and an analysis of school curricula revealed that pseudoscientific theories—most notably creationism—exists into school curricula. The purpose of this study is to identify the predictive factors for the acceptance of pseudoscience among prospective teachers who will be called upon to teach science courses. These individuals are the ones who must communicate the criteria for distinguishing pseudoscientific theories to students in the future. Consequently, their rejection of these theories and their ability to distinguish them is a prerequisite for the effectiveness of this process. The research conducted was quantitative, using a questionnaire administered to a sample (n=200) of students in natural science and education departments. The questionnaire used was developed as part of a study by PhD candidate Asimakis Talamagas and consists of four sections: the first concerns general personal information, the second assesses acceptance of unconventional views, the third assesses trust in science and the scientific community, and the fourth assesses perceptions regarding the term “pseudoscience.” The results showed that the pseudosciences with the highest acceptance among prospective teachers are those concerning alternative therapies, creationism, biological issues, the risks of vaccines, the application of quantum mechanics to fields where it has no relevance, and various conspiracy theories involving governments and other organizations. A statistically significant difference also emerged regarding the acceptance of pseudoscience among individuals of different genders, different political beliefs, different religious beliefs, individuals studying different subjects, and individuals in different years of study. More specifically, the results show lower acceptance of pseudoscience among men compared to women, among individuals closer to the far left on the broader far-left to far-right political spectrum, among atheists and agnostics compared to those who are religious, among individuals in higher years of study, and among those studying in physics departments compared to those studying in education departments. A statistically significant difference was also found regarding trust in science and the scientific community between individuals of different religious beliefs, with atheists showing greater trust compared to believers and among individuals in different years of study, with first-year students showing correspondingly lower trust in the sciences. A statistically significant correlation was also found between the two measures of acceptance of pseudoscience and trust in science. Finally, it was found that a very small percentage of participants can define pseudoscience fairly well, while more than half are unable to use any of the correct criteria to distinguish it from science. The study had certain limitations, primarily regarding the lack of participation from individuals outside Athens, as well as low participation from specific departments. It was therefore considered that there would be research interest in repeating a similar study with a larger number of participants from all of natural sciences and education departments, and with a nationwide scope. It was also considered that repeating the study within the framework of a laboratory course in the natural sciences at the Department of Physics of the National and Kapodistrian University of Athens would be of research interest, given the better results of the students in that department as well as those of students in higher years of study. This study could be conducted by having participants complete the questionnaire before and after the workshop. The purpose of this study would be to examine the influence of the workshop on the participants’ results."],"dc:identifier":["uoadl:5372065","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5372065"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek","English"],"dc:subject":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"],"dc:title":["Παράγοντες πρόβλεψης της αποδοχής της ψευδοεπιστήμης μεταξύ των μελλοντικών εκπαιδευτικών οι οποίοι/οποίες θα κληθούν να διδάξουν τα μαθήματα φυσικών επιστημών"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:11Z"}