{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5371332"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5371332","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Συγκριτική μελέτη του χημικού περιεχομένου εκχυλισμάτων από εμπορικές και καλλιεργούμενες πρώτες ύλες των ειδών Salvia miltiorrhiza και Salvia triloba","abstract":"Η οστεοπόρωση τύπου Ι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δυσλειτουργίες που εμφανίζονται κυρίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, σε συνδυασμό με τα καρδιαγγειακά προβλήματα, τις εξάψεις, τις νυχτερινές εφιδρώσεις, την ξηρότητα κόλπου, τις αλλαγές στην διάθεση κ.ά. Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι αποτέλεσμα της διαραχής της ισορροπίας μεταξύ οστεοβλαστών και οστεοκλαστών που συντελεί στην εμφάνιση οστεοπενίας και χαρακτηρίζεται από την αύξηση του κινδύνου πρόκλησης καταγμάτων. Η αντιμετώπιση των ορμονικών μεταβολών κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης γίνεται με τη χορήγηση οιστρογόνων (κυρίως οιστραδιόλης), έχει ενοχοποιηθεί για την αύξηση συχνότητητας γυναικολογικών καρκίνων, όπως είναι ο καρκίνος της μήτρας. Η επιστημονική κοινότητα έχει στραφεί στη μελέτη εκλεκτικών ρυθμιστών των οιστρογονικών υποδοχέως, κυρίως φυσικών προϊόντων ή συνθετικών αναλόγων τους, με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας και την ασφάλεια στην πρόληψη ή/και την αντιμετώπιση των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων. Την τελευταία δεκαετία, η επιστημονική κοινότητα δραστηριοποιείται έντονα στην ανακάλυψη οστεοπροστατευτικών παραγόντων, φυσικής προέλευσης από φυτικά είδη της ελληνικής χλωρίδας, αξιοποιώντας τις γνώσεις διαφόρων συστημάτων Παραδοσιακής Ιατρικής και πληροφορίες λαϊκής θεραπευτικής που πηγάζουν από το έργο των Αρχαίων Ελλήνων Ιατρών και έχουν διατηρήθεί στο πέρασμα των αιώνων με τον γραπτό (αρχαία, βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα) ή/και τον προφορικό λόγο (δεδομενα εθνοβοτανικών μελετών και λαογραφικών κειμένων). Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης διερευνήθηκεη χημική σύσταση εμπορικού δείγματος ριζών του είδους Salvia miltiorrhiza (SMR, κινέζικο φασκόμηλο), οι οποίες στην Παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του μετεμμηνοπαυσιακού συνδρόμου και κυρίως της οστεοπόρωσης, ενώ παράλληλα έλαβε χώρα η σύγκρισή της με το χημικό περιεχόμενο των ριζών καλλιεργούμενης πρώτης ύλης του είδους Salvia triloba (STR, ελληνικό φασκόμηλο). Με σκοπό την πληρέστερη μελέτη του χημικού περιεχομένου των προαναφερόμενων δρογών και λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα επιστημονικών δημοσιεύσεων σχετικά με τις παραδοσιακές χρήσεις τους, αποφασίστηκε η ανάπτυξη και η μελέτη μιας σειράς φυτικών εκχυλισμάτων. Πιο συγκεκριμένα, από τις φυτικές πρώτες ύλες παρασκευάστηκαν: (α) εκχυλίσματα με την τεχνική της υποβοηθούμενης με υπερήχους διαβροχής και τη διαδοχική χρήση των διαλυτικών μέσων διχλωρομεθάνιο, μεθανόλη και μεθανόλη/νερό 50:50 (με τρεις κύκλους διάρκειας 30 λεπτών για κάθε διαλύτη), (β) υδατοαλκοολικά εκχυλίσματα με την προαναφερόμενη τεχνική και την εφαρμογή μεμονωμένων εκχυλίσεων με πέντε διαφορετικά συστήματα διαλυτών (αιθανόλη, 75% αιθανόλη–25% νερό, αιθανόλη–νερό 1:1, 25% αιθανόλη–75% νερό και 100% απιονισμένο νερό) και τρεις κύκλους εκχύλισης διάρκειας 30 λεπτών ανά περίπτωση και (γ) αφεψήματα με νερό σε συνθήκες βρασμού για 30 λεπτά. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε το χημικό περιεχόμενο όλων των παρασκευασμάτων με χρωματογραφία HPTLC κανονικής και αντιστρόφου φάσεως, ενώ από τα αποτελέσματα του προαναφερόμενου χρωματογραφικού ελέγχου και τις αποδόσεις των εκχυλίσεων αποφασίστηκε η περαιτέρω μελέτη επιλεγμένων εκχυλισμάτων των ριζών του είδους S. miltiorrhiza (εκχυλίσματα H2Ο/EtOH 75/25 των δειγμάτων SMR1 και SMR2) και S. triloba (εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2) που παρασκευάστηκαν σε μεγαλύτερη ποσότητα. Ακολούθησε επεξεργασία του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 με μακρόπορη ρητίνη XAD-4 για την παραλαβή του φαινολικού κλάσματος, που κλασματώθηκε με την χρωματογραφική τεχνική του μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20), όπου και προέκυψαν επτά κλάσματα. Από την άλλη μεριά, το εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2 επεξεργάστηκε απευθείας με χρωματογραφία μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20),όπου και προέκυψαν δέκα κλάσματα. Τα δύο επιλεγμένα εκχυλίσματα και τα κλάσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία τους αναλύθηκαν με αναλυτική χρωματογραφία HPLC, ενώ από τα πιο ενδιαφέροντα κλάσματα του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 απομονώθηκαν με ημιπαρασκευαστική HPLC τα κύρια συστατικά. Η χημική δομή των τελευταίων καθορίστηκε με τη μελέτη 1D και 2D NMR φασμάτων και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για παράγωγα σαλβινολικού οξέος (σαλβιανολικό οξύ Α, σαλβιανολικό οξύ Β και σαλβιανολικό οξύ G). Τα προαναφερόμενα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από την ανάλυση του εκχυλίσματος με την τεχνική LC-MS (ταυτοποιήθηκαν φαινολικά παράγωγα σαλβιανολικού οξέος και τερπένια τύπου τανσινόνης), ενώ το επιλεγμένο εκχύλισμα των ριζών του S. triloba με την ίδια διαδικασία διαπιστώθηκε ότι ήταν πλούσιο σε ροσμαρινικό οξύ, καφεϊκό οξύ και διτερπενικά τύπου καρνοσόλης, αποδεικνύντας την αξιοσημείωτη ποιοτική διαφορά στο χημικό περιεχόμενο των ριζών των δύο παραπάνω ειδών. Το σύνολο των ταυτοποιημένων δευτερογενών μεταβολιτών δικαιολογούν τις ευεργετικές οστεοπροστατευτικές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες των ειδών S. miltiorrhiza και S. triloba, αντίστοιχα. Συνολικά, η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μια συγκριτική φυτοχημική μελέτη των δύο ειδών αναδεικνύοντας τις ουσιαστικές διαφορές στο χημικό τους περιεχόμενο: οι ρίζες του είδους S. miltiorrhiza χαρακτηρίζονται από την παρουσία πολυφαινολικά ολιγομερών, υψηλής βιοδραστικότητας με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ η S. triloba παρουσιάζει τυπικό μεσογειακό προφίλ πλούσιο σε φαινολικά μονομερή και διτερπένια.","abstract_html":"Η οστεοπόρωση τύπου Ι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δυσλειτουργίες που εμφανίζονται κυρίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, σε συνδυασμό με τα καρδιαγγειακά προβλήματα, τις εξάψεις, τις νυχτερινές εφιδρώσεις, την ξηρότητα κόλπου, τις αλλαγές στην διάθεση κ.ά. Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι αποτέλεσμα της διαραχής της ισορροπίας μεταξύ οστεοβλαστών και οστεοκλαστών που συντελεί στην εμφάνιση οστεοπενίας και χαρακτηρίζεται από την αύξηση του κινδύνου πρόκλησης καταγμάτων. Η αντιμετώπιση των ορμονικών μεταβολών κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης γίνεται με τη χορήγηση οιστρογόνων (κυρίως οιστραδιόλης), έχει ενοχοποιηθεί για την αύξηση συχνότητητας γυναικολογικών καρκίνων, όπως είναι ο καρκίνος της μήτρας. Η επιστημονική κοινότητα έχει στραφεί στη μελέτη εκλεκτικών ρυθμιστών των οιστρογονικών υποδοχέως, κυρίως φυσικών προϊόντων ή συνθετικών αναλόγων τους, με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας και την ασφάλεια στην πρόληψη ή/και την αντιμετώπιση των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων. Την τελευταία δεκαετία, η επιστημονική κοινότητα δραστηριοποιείται έντονα στην ανακάλυψη οστεοπροστατευτικών παραγόντων, φυσικής προέλευσης από φυτικά είδη της ελληνικής χλωρίδας, αξιοποιώντας τις γνώσεις διαφόρων συστημάτων Παραδοσιακής Ιατρικής και πληροφορίες λαϊκής θεραπευτικής που πηγάζουν από το έργο των Αρχαίων Ελλήνων Ιατρών και έχουν διατηρήθεί στο πέρασμα των αιώνων με τον γραπτό (αρχαία, βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα) ή/και τον προφορικό λόγο (δεδομενα εθνοβοτανικών μελετών και λαογραφικών κειμένων). Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης διερευνήθηκεη χημική σύσταση εμπορικού δείγματος ριζών του είδους Salvia miltiorrhiza (SMR, κινέζικο φασκόμηλο), οι οποίες στην Παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του μετεμμηνοπαυσιακού συνδρόμου και κυρίως της οστεοπόρωσης, ενώ παράλληλα έλαβε χώρα η σύγκρισή της με το χημικό περιεχόμενο των ριζών καλλιεργούμενης πρώτης ύλης του είδους Salvia triloba (STR, ελληνικό φασκόμηλο). Με σκοπό την πληρέστερη μελέτη του χημικού περιεχομένου των προαναφερόμενων δρογών και λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα επιστημονικών δημοσιεύσεων σχετικά με τις παραδοσιακές χρήσεις τους, αποφασίστηκε η ανάπτυξη και η μελέτη μιας σειράς φυτικών εκχυλισμάτων. Πιο συγκεκριμένα, από τις φυτικές πρώτες ύλες παρασκευάστηκαν: (α) εκχυλίσματα με την τεχνική της υποβοηθούμενης με υπερήχους διαβροχής και τη διαδοχική χρήση των διαλυτικών μέσων διχλωρομεθάνιο, μεθανόλη και μεθανόλη/νερό 50:50 (με τρεις κύκλους διάρκειας 30 λεπτών για κάθε διαλύτη), (β) υδατοαλκοολικά εκχυλίσματα με την προαναφερόμενη τεχνική και την εφαρμογή μεμονωμένων εκχυλίσεων με πέντε διαφορετικά συστήματα διαλυτών (αιθανόλη, 75% αιθανόλη–25% νερό, αιθανόλη–νερό 1:1, 25% αιθανόλη–75% νερό και 100% απιονισμένο νερό) και τρεις κύκλους εκχύλισης διάρκειας 30 λεπτών ανά περίπτωση και (γ) αφεψήματα με νερό σε συνθήκες βρασμού για 30 λεπτά. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε το χημικό περιεχόμενο όλων των παρασκευασμάτων με χρωματογραφία HPTLC κανονικής και αντιστρόφου φάσεως, ενώ από τα αποτελέσματα του προαναφερόμενου χρωματογραφικού ελέγχου και τις αποδόσεις των εκχυλίσεων αποφασίστηκε η περαιτέρω μελέτη επιλεγμένων εκχυλισμάτων των ριζών του είδους S. miltiorrhiza (εκχυλίσματα H2Ο/EtOH 75/25 των δειγμάτων SMR1 και SMR2) και S. triloba (εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2) που παρασκευάστηκαν σε μεγαλύτερη ποσότητα. Ακολούθησε επεξεργασία του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 με μακρόπορη ρητίνη XAD-4 για την παραλαβή του φαινολικού κλάσματος, που κλασματώθηκε με την χρωματογραφική τεχνική του μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20), όπου και προέκυψαν επτά κλάσματα. Από την άλλη μεριά, το εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2 επεξεργάστηκε απευθείας με χρωματογραφία μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20),όπου και προέκυψαν δέκα κλάσματα. Τα δύο επιλεγμένα εκχυλίσματα και τα κλάσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία τους αναλύθηκαν με αναλυτική χρωματογραφία HPLC, ενώ από τα πιο ενδιαφέροντα κλάσματα του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 απομονώθηκαν με ημιπαρασκευαστική HPLC τα κύρια συστατικά. Η χημική δομή των τελευταίων καθορίστηκε με τη μελέτη 1D και 2D NMR φασμάτων και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για παράγωγα σαλβινολικού οξέος (σαλβιανολικό οξύ Α, σαλβιανολικό οξύ Β και σαλβιανολικό οξύ G). Τα προαναφερόμενα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από την ανάλυση του εκχυλίσματος με την τεχνική LC-MS (ταυτοποιήθηκαν φαινολικά παράγωγα σαλβιανολικού οξέος και τερπένια τύπου τανσινόνης), ενώ το επιλεγμένο εκχύλισμα των ριζών του S. triloba με την ίδια διαδικασία διαπιστώθηκε ότι ήταν πλούσιο σε ροσμαρινικό οξύ, καφεϊκό οξύ και διτερπενικά τύπου καρνοσόλης, αποδεικνύντας την αξιοσημείωτη ποιοτική διαφορά στο χημικό περιεχόμενο των ριζών των δύο παραπάνω ειδών. Το σύνολο των ταυτοποιημένων δευτερογενών μεταβολιτών δικαιολογούν τις ευεργετικές οστεοπροστατευτικές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες των ειδών S. miltiorrhiza και S. triloba, αντίστοιχα. Συνολικά, η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μια συγκριτική φυτοχημική μελέτη των δύο ειδών αναδεικνύοντας τις ουσιαστικές διαφορές στο χημικό τους περιεχόμενο: οι ρίζες του είδους S. miltiorrhiza χαρακτηρίζονται από την παρουσία πολυφαινολικά ολιγομερών, υψηλής βιοδραστικότητας με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ η S. triloba παρουσιάζει τυπικό μεσογειακό προφίλ πλούσιο σε φαινολικά μονομερή και διτερπένια.","abstract_has_math":false,"creators":["ΖΕΡΒΟΥ ΛΥΔΙΑ","ZERVOU LYDIA"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:09Z","subjects":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5371332"],"render_values":[{"text":"uoadl:5371332","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5371332","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΖΕΡΒΟΥ ΛΥΔΙΑ","ZERVOU LYDIA"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Θετικές Επιστήμες","Science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5371332","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5371332"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η οστεοπόρωση τύπου Ι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δυσλειτουργίες που εμφανίζονται κυρίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, σε συνδυασμό με τα καρδιαγγειακά προβλήματα, τις εξάψεις, τις νυχτερινές εφιδρώσεις, την ξηρότητα κόλπου, τις αλλαγές στην διάθεση κ.ά. Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι αποτέλεσμα της διαραχής της ισορροπίας μεταξύ οστεοβλαστών και οστεοκλαστών που συντελεί στην εμφάνιση οστεοπενίας και χαρακτηρίζεται από την αύξηση του κινδύνου πρόκλησης καταγμάτων. Η αντιμετώπιση των ορμονικών μεταβολών κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης γίνεται με τη χορήγηση οιστρογόνων (κυρίως οιστραδιόλης), έχει ενοχοποιηθεί για την αύξηση συχνότητητας γυναικολογικών καρκίνων, όπως είναι ο καρκίνος της μήτρας. Η επιστημονική κοινότητα έχει στραφεί στη μελέτη εκλεκτικών ρυθμιστών των οιστρογονικών υποδοχέως, κυρίως φυσικών προϊόντων ή συνθετικών αναλόγων τους, με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας και την ασφάλεια στην πρόληψη ή/και την αντιμετώπιση των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων. Την τελευταία δεκαετία, η επιστημονική κοινότητα δραστηριοποιείται έντονα στην ανακάλυψη οστεοπροστατευτικών παραγόντων, φυσικής προέλευσης από φυτικά είδη της ελληνικής χλωρίδας, αξιοποιώντας τις γνώσεις διαφόρων συστημάτων Παραδοσιακής Ιατρικής και πληροφορίες λαϊκής θεραπευτικής που πηγάζουν από το έργο των Αρχαίων Ελλήνων Ιατρών και έχουν διατηρήθεί στο πέρασμα των αιώνων με τον γραπτό (αρχαία, βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα) ή/και τον προφορικό λόγο (δεδομενα εθνοβοτανικών μελετών και λαογραφικών κειμένων). Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης διερευνήθηκεη χημική σύσταση εμπορικού δείγματος ριζών του είδους Salvia miltiorrhiza (SMR, κινέζικο φασκόμηλο), οι οποίες στην Παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του μετεμμηνοπαυσιακού συνδρόμου και κυρίως της οστεοπόρωσης, ενώ παράλληλα έλαβε χώρα η σύγκρισή της με το χημικό περιεχόμενο των ριζών καλλιεργούμενης πρώτης ύλης του είδους Salvia triloba (STR, ελληνικό φασκόμηλο). Με σκοπό την πληρέστερη μελέτη του χημικού περιεχομένου των προαναφερόμενων δρογών και λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα επιστημονικών δημοσιεύσεων σχετικά με τις παραδοσιακές χρήσεις τους, αποφασίστηκε η ανάπτυξη και η μελέτη μιας σειράς φυτικών εκχυλισμάτων. Πιο συγκεκριμένα, από τις φυτικές πρώτες ύλες παρασκευάστηκαν: (α) εκχυλίσματα με την τεχνική της υποβοηθούμενης με υπερήχους διαβροχής και τη διαδοχική χρήση των διαλυτικών μέσων διχλωρομεθάνιο, μεθανόλη και μεθανόλη/νερό 50:50 (με τρεις κύκλους διάρκειας 30 λεπτών για κάθε διαλύτη), (β) υδατοαλκοολικά εκχυλίσματα με την προαναφερόμενη τεχνική και την εφαρμογή μεμονωμένων εκχυλίσεων με πέντε διαφορετικά συστήματα διαλυτών (αιθανόλη, 75% αιθανόλη–25% νερό, αιθανόλη–νερό 1:1, 25% αιθανόλη–75% νερό και 100% απιονισμένο νερό) και τρεις κύκλους εκχύλισης διάρκειας 30 λεπτών ανά περίπτωση και (γ) αφεψήματα με νερό σε συνθήκες βρασμού για 30 λεπτά. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε το χημικό περιεχόμενο όλων των παρασκευασμάτων με χρωματογραφία HPTLC κανονικής και αντιστρόφου φάσεως, ενώ από τα αποτελέσματα του προαναφερόμενου χρωματογραφικού ελέγχου και τις αποδόσεις των εκχυλίσεων αποφασίστηκε η περαιτέρω μελέτη επιλεγμένων εκχυλισμάτων των ριζών του είδους S. miltiorrhiza (εκχυλίσματα H2Ο/EtOH 75/25 των δειγμάτων SMR1 και SMR2) και S. triloba (εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2) που παρασκευάστηκαν σε μεγαλύτερη ποσότητα. Ακολούθησε επεξεργασία του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 με μακρόπορη ρητίνη XAD-4 για την παραλαβή του φαινολικού κλάσματος, που κλασματώθηκε με την χρωματογραφική τεχνική του μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20), όπου και προέκυψαν επτά κλάσματα. Από την άλλη μεριά, το εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2 επεξεργάστηκε απευθείας με χρωματογραφία μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20),όπου και προέκυψαν δέκα κλάσματα. Τα δύο επιλεγμένα εκχυλίσματα και τα κλάσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία τους αναλύθηκαν με αναλυτική χρωματογραφία HPLC, ενώ από τα πιο ενδιαφέροντα κλάσματα του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 απομονώθηκαν με ημιπαρασκευαστική HPLC τα κύρια συστατικά. Η χημική δομή των τελευταίων καθορίστηκε με τη μελέτη 1D και 2D NMR φασμάτων και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για παράγωγα σαλβινολικού οξέος (σαλβιανολικό οξύ Α, σαλβιανολικό οξύ Β και σαλβιανολικό οξύ G). Τα προαναφερόμενα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από την ανάλυση του εκχυλίσματος με την τεχνική LC-MS (ταυτοποιήθηκαν φαινολικά παράγωγα σαλβιανολικού οξέος και τερπένια τύπου τανσινόνης), ενώ το επιλεγμένο εκχύλισμα των ριζών του S. triloba με την ίδια διαδικασία διαπιστώθηκε ότι ήταν πλούσιο σε ροσμαρινικό οξύ, καφεϊκό οξύ και διτερπενικά τύπου καρνοσόλης, αποδεικνύντας την αξιοσημείωτη ποιοτική διαφορά στο χημικό περιεχόμενο των ριζών των δύο παραπάνω ειδών. Το σύνολο των ταυτοποιημένων δευτερογενών μεταβολιτών δικαιολογούν τις ευεργετικές οστεοπροστατευτικές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες των ειδών S. miltiorrhiza και S. triloba, αντίστοιχα. Συνολικά, η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μια συγκριτική φυτοχημική μελέτη των δύο ειδών αναδεικνύοντας τις ουσιαστικές διαφορές στο χημικό τους περιεχόμενο: οι ρίζες του είδους S. miltiorrhiza χαρακτηρίζονται από την παρουσία πολυφαινολικά ολιγομερών, υψηλής βιοδραστικότητας με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ η S. triloba παρουσιάζει τυπικό μεσογειακό προφίλ πλούσιο σε φαινολικά μονομερή και διτερπένια.","Type I osteoporosis represents one of the most significant dysfunctions that predominantly affect women after menopause, often in combination with cardiovascular disorders, hot flashes, night sweats, vaginal dryness, mood changes, and other related symptoms. Postmenopausal osteoporosis results from a disruption in the balance between osteoblasts and osteoclasts, leading to the development of osteopenia and being characterized by an increased risk of fractures.The management of hormonal changes during menopause through estrogen administration (mainly estradiol) has been associated with an increased incidence of gynecological cancers, such as endometrial cancer. Consequently, the scientific community has turned its focus toward the study of selective estrogen receptor modulators (SERMs), primarily derived from natural products or their synthetic analogues, aiming to enhance therapeutic efficacy while ensuring safety in the prevention and/or treatment of postmenopausal symptoms. Over the past decade, scientific community has been actively involved in the discovery of osteoprotective agents of natural origin derived from plant species of the Greek flora. This research draws upon knowledge from various systems of Traditional Medicine, as well as ethnopharmacological information rooted in the works of Ancient Greek physicians, preserved through the centuries in written sources (ancient, Byzantine, and post Byzantine manuscripts) and/or oral traditions (ethnobotanical studies and folkloric records).Within the framework of the present study, the chemical composition of a commercial sample of roots from Salvia miltiorrhiza (SMR, Chinese sage) was investigated. In Traditional Chinese Medicine, these roots are used, among other applications, for the prevention and management of postmenopausal syndrome, particularly osteoporosis. In parallel, a comparative analysis was conducted with the chemical profile of roots derived from cultivated plant material of Salvia triloba (STR, Greek sage). In order to achieve a comprehensive investigation of the chemical content of the aforementioned herbal drugs and taking into account data from scientific literature regarding their traditional uses, a series of plant extracts was developed and studied. Specifically, the plant materials were subjected to: (a) ultrasound-assisted maceration with sequential extraction using dichloromethane, methanol, and methanol/water (50:50), applying three extraction cycles of 30 minutes for each solvent; (b) hydroalcoholic extractions employing the same technique with five different solvent systems (ethanol, 75% ethanol–25% water, ethanol–water 1:1, 25% ethanol–75% water, and 100% deionized water), using three 30-minute extraction cycles per system; and (c) aqueous decoctions under boiling conditions for 30 minutes.Subsequently, the chemical profiles of all preparations were evaluated using normal-phase and reversed-phase HPTLC chromatography. Based on the chromatographic results and extraction yields, selected extracts were subjected to further investigation: the H₂O/EtOH 75:25 extracts of S. miltiorrhiza samples SMR1 and SMR2, and the H₂O/EtOH 50:50 extract of S. triloba sample STR2, all prepared on a larger scale.The H₂O/EtOH 75:25 extract of sample SMR2 was further processed using macroporous XAD-4 resin to obtain the phenolic fraction, which was subsequently fractionated by size-exclusion chromatography on Sephadex LH-20, yielding seven fractions. In parallel, the H₂O/EtOH 50:50 extract of sample STR2 was directly subjected to size-exclusion chromatography, on Sephadex LH-20 resulting in ten fractions. The selected extracts and the resulting fractions were analyzed by analytical HPLC. From the most chemically interesting fractions of the H₂O/EtOH 75:25 extract of sample SMR2, the major constituents were isolated using semi-preparative HPLC. Their chemical structures were elucidated through 1D and 2D NMR spectroscopy and identified as salvianolic acid derivatives, namely salvianolic acid A, salvianolic acid B, and salvianolic acid G. These findings were further confirmed by LC–MS analysis, which identified phenolic derivatives of salvianolic acids as well as tanshinone-type terpenoids. In contrast, the corresponding extract of S. triloba roots was found to be rich in rosmarinic acid, caffeic acid, and diterpenes of the carnosol type, highlighting a remarkable qualitative difference in the chemical composition of the roots of the two species. Overall, the identified secondary metabolites support the beneficial osteoprotective and antioxidant properties attributed to S. miltiorrhiza and S. triloba, respectively. In conclusion, the present work constitutes a comparative phytochemical study of the two species, revealing substantial differences in their chemical profiles: the roots of S. miltiorrhiza are characterized by the presence of highly bioactive polyphenolic oligomers, according to international literature, whereas S. triloba exhibits a typical Mediterranean chemical profile rich in phenolic monomers and diterpenes."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Συγκριτική μελέτη του χημικού περιεχομένου εκχυλισμάτων από εμπορικές και καλλιεργούμενες πρώτες ύλες των ειδών Salvia miltiorrhiza και Salvia triloba"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΖΕΡΒΟΥ ΛΥΔΙΑ","ZERVOU LYDIA"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η οστεοπόρωση τύπου Ι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δυσλειτουργίες που εμφανίζονται κυρίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, σε συνδυασμό με τα καρδιαγγειακά προβλήματα, τις εξάψεις, τις νυχτερινές εφιδρώσεις, την ξηρότητα κόλπου, τις αλλαγές στην διάθεση κ.ά. Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι αποτέλεσμα της διαραχής της ισορροπίας μεταξύ οστεοβλαστών και οστεοκλαστών που συντελεί στην εμφάνιση οστεοπενίας και χαρακτηρίζεται από την αύξηση του κινδύνου πρόκλησης καταγμάτων. Η αντιμετώπιση των ορμονικών μεταβολών κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης γίνεται με τη χορήγηση οιστρογόνων (κυρίως οιστραδιόλης), έχει ενοχοποιηθεί για την αύξηση συχνότητητας γυναικολογικών καρκίνων, όπως είναι ο καρκίνος της μήτρας. Η επιστημονική κοινότητα έχει στραφεί στη μελέτη εκλεκτικών ρυθμιστών των οιστρογονικών υποδοχέως, κυρίως φυσικών προϊόντων ή συνθετικών αναλόγων τους, με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας και την ασφάλεια στην πρόληψη ή/και την αντιμετώπιση των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων. Την τελευταία δεκαετία, η επιστημονική κοινότητα δραστηριοποιείται έντονα στην ανακάλυψη οστεοπροστατευτικών παραγόντων, φυσικής προέλευσης από φυτικά είδη της ελληνικής χλωρίδας, αξιοποιώντας τις γνώσεις διαφόρων συστημάτων Παραδοσιακής Ιατρικής και πληροφορίες λαϊκής θεραπευτικής που πηγάζουν από το έργο των Αρχαίων Ελλήνων Ιατρών και έχουν διατηρήθεί στο πέρασμα των αιώνων με τον γραπτό (αρχαία, βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα) ή/και τον προφορικό λόγο (δεδομενα εθνοβοτανικών μελετών και λαογραφικών κειμένων). Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης διερευνήθηκεη χημική σύσταση εμπορικού δείγματος ριζών του είδους Salvia miltiorrhiza (SMR, κινέζικο φασκόμηλο), οι οποίες στην Παραδοσιακή Κινέζικη Ιατρική χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του μετεμμηνοπαυσιακού συνδρόμου και κυρίως της οστεοπόρωσης, ενώ παράλληλα έλαβε χώρα η σύγκρισή της με το χημικό περιεχόμενο των ριζών καλλιεργούμενης πρώτης ύλης του είδους Salvia triloba (STR, ελληνικό φασκόμηλο). Με σκοπό την πληρέστερη μελέτη του χημικού περιεχομένου των προαναφερόμενων δρογών και λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα επιστημονικών δημοσιεύσεων σχετικά με τις παραδοσιακές χρήσεις τους, αποφασίστηκε η ανάπτυξη και η μελέτη μιας σειράς φυτικών εκχυλισμάτων. Πιο συγκεκριμένα, από τις φυτικές πρώτες ύλες παρασκευάστηκαν: (α) εκχυλίσματα με την τεχνική της υποβοηθούμενης με υπερήχους διαβροχής και τη διαδοχική χρήση των διαλυτικών μέσων διχλωρομεθάνιο, μεθανόλη και μεθανόλη/νερό 50:50 (με τρεις κύκλους διάρκειας 30 λεπτών για κάθε διαλύτη), (β) υδατοαλκοολικά εκχυλίσματα με την προαναφερόμενη τεχνική και την εφαρμογή μεμονωμένων εκχυλίσεων με πέντε διαφορετικά συστήματα διαλυτών (αιθανόλη, 75% αιθανόλη–25% νερό, αιθανόλη–νερό 1:1, 25% αιθανόλη–75% νερό και 100% απιονισμένο νερό) και τρεις κύκλους εκχύλισης διάρκειας 30 λεπτών ανά περίπτωση και (γ) αφεψήματα με νερό σε συνθήκες βρασμού για 30 λεπτά. Στη συνέχεια αξιολογήθηκε το χημικό περιεχόμενο όλων των παρασκευασμάτων με χρωματογραφία HPTLC κανονικής και αντιστρόφου φάσεως, ενώ από τα αποτελέσματα του προαναφερόμενου χρωματογραφικού ελέγχου και τις αποδόσεις των εκχυλίσεων αποφασίστηκε η περαιτέρω μελέτη επιλεγμένων εκχυλισμάτων των ριζών του είδους S. miltiorrhiza (εκχυλίσματα H2Ο/EtOH 75/25 των δειγμάτων SMR1 και SMR2) και S. triloba (εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2) που παρασκευάστηκαν σε μεγαλύτερη ποσότητα. Ακολούθησε επεξεργασία του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 με μακρόπορη ρητίνη XAD-4 για την παραλαβή του φαινολικού κλάσματος, που κλασματώθηκε με την χρωματογραφική τεχνική του μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20), όπου και προέκυψαν επτά κλάσματα. Από την άλλη μεριά, το εκχύλισμα H2Ο/EtOH 50/50 του δείγματος STR2 επεξεργάστηκε απευθείας με χρωματογραφία μοριακού αποκλεισμού (Sephadex LH-20),όπου και προέκυψαν δέκα κλάσματα. Τα δύο επιλεγμένα εκχυλίσματα και τα κλάσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία τους αναλύθηκαν με αναλυτική χρωματογραφία HPLC, ενώ από τα πιο ενδιαφέροντα κλάσματα του εκχυλίσματος H2Ο/EtOH 75/25 του δείγματος SMR2 απομονώθηκαν με ημιπαρασκευαστική HPLC τα κύρια συστατικά. Η χημική δομή των τελευταίων καθορίστηκε με τη μελέτη 1D και 2D NMR φασμάτων και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για παράγωγα σαλβινολικού οξέος (σαλβιανολικό οξύ Α, σαλβιανολικό οξύ Β και σαλβιανολικό οξύ G). Τα προαναφερόμενα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από την ανάλυση του εκχυλίσματος με την τεχνική LC-MS (ταυτοποιήθηκαν φαινολικά παράγωγα σαλβιανολικού οξέος και τερπένια τύπου τανσινόνης), ενώ το επιλεγμένο εκχύλισμα των ριζών του S. triloba με την ίδια διαδικασία διαπιστώθηκε ότι ήταν πλούσιο σε ροσμαρινικό οξύ, καφεϊκό οξύ και διτερπενικά τύπου καρνοσόλης, αποδεικνύντας την αξιοσημείωτη ποιοτική διαφορά στο χημικό περιεχόμενο των ριζών των δύο παραπάνω ειδών. Το σύνολο των ταυτοποιημένων δευτερογενών μεταβολιτών δικαιολογούν τις ευεργετικές οστεοπροστατευτικές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες των ειδών S. miltiorrhiza και S. triloba, αντίστοιχα. Συνολικά, η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μια συγκριτική φυτοχημική μελέτη των δύο ειδών αναδεικνύοντας τις ουσιαστικές διαφορές στο χημικό τους περιεχόμενο: οι ρίζες του είδους S. miltiorrhiza χαρακτηρίζονται από την παρουσία πολυφαινολικά ολιγομερών, υψηλής βιοδραστικότητας με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ η S. triloba παρουσιάζει τυπικό μεσογειακό προφίλ πλούσιο σε φαινολικά μονομερή και διτερπένια.","Type I osteoporosis represents one of the most significant dysfunctions that predominantly affect women after menopause, often in combination with cardiovascular disorders, hot flashes, night sweats, vaginal dryness, mood changes, and other related symptoms. Postmenopausal osteoporosis results from a disruption in the balance between osteoblasts and osteoclasts, leading to the development of osteopenia and being characterized by an increased risk of fractures.The management of hormonal changes during menopause through estrogen administration (mainly estradiol) has been associated with an increased incidence of gynecological cancers, such as endometrial cancer. Consequently, the scientific community has turned its focus toward the study of selective estrogen receptor modulators (SERMs), primarily derived from natural products or their synthetic analogues, aiming to enhance therapeutic efficacy while ensuring safety in the prevention and/or treatment of postmenopausal symptoms. Over the past decade, scientific community has been actively involved in the discovery of osteoprotective agents of natural origin derived from plant species of the Greek flora. This research draws upon knowledge from various systems of Traditional Medicine, as well as ethnopharmacological information rooted in the works of Ancient Greek physicians, preserved through the centuries in written sources (ancient, Byzantine, and post Byzantine manuscripts) and/or oral traditions (ethnobotanical studies and folkloric records).Within the framework of the present study, the chemical composition of a commercial sample of roots from Salvia miltiorrhiza (SMR, Chinese sage) was investigated. In Traditional Chinese Medicine, these roots are used, among other applications, for the prevention and management of postmenopausal syndrome, particularly osteoporosis. In parallel, a comparative analysis was conducted with the chemical profile of roots derived from cultivated plant material of Salvia triloba (STR, Greek sage). In order to achieve a comprehensive investigation of the chemical content of the aforementioned herbal drugs and taking into account data from scientific literature regarding their traditional uses, a series of plant extracts was developed and studied. Specifically, the plant materials were subjected to: (a) ultrasound-assisted maceration with sequential extraction using dichloromethane, methanol, and methanol/water (50:50), applying three extraction cycles of 30 minutes for each solvent; (b) hydroalcoholic extractions employing the same technique with five different solvent systems (ethanol, 75% ethanol–25% water, ethanol–water 1:1, 25% ethanol–75% water, and 100% deionized water), using three 30-minute extraction cycles per system; and (c) aqueous decoctions under boiling conditions for 30 minutes.Subsequently, the chemical profiles of all preparations were evaluated using normal-phase and reversed-phase HPTLC chromatography. Based on the chromatographic results and extraction yields, selected extracts were subjected to further investigation: the H₂O/EtOH 75:25 extracts of S. miltiorrhiza samples SMR1 and SMR2, and the H₂O/EtOH 50:50 extract of S. triloba sample STR2, all prepared on a larger scale.The H₂O/EtOH 75:25 extract of sample SMR2 was further processed using macroporous XAD-4 resin to obtain the phenolic fraction, which was subsequently fractionated by size-exclusion chromatography on Sephadex LH-20, yielding seven fractions. In parallel, the H₂O/EtOH 50:50 extract of sample STR2 was directly subjected to size-exclusion chromatography, on Sephadex LH-20 resulting in ten fractions. The selected extracts and the resulting fractions were analyzed by analytical HPLC. From the most chemically interesting fractions of the H₂O/EtOH 75:25 extract of sample SMR2, the major constituents were isolated using semi-preparative HPLC. Their chemical structures were elucidated through 1D and 2D NMR spectroscopy and identified as salvianolic acid derivatives, namely salvianolic acid A, salvianolic acid B, and salvianolic acid G. These findings were further confirmed by LC–MS analysis, which identified phenolic derivatives of salvianolic acids as well as tanshinone-type terpenoids. In contrast, the corresponding extract of S. triloba roots was found to be rich in rosmarinic acid, caffeic acid, and diterpenes of the carnosol type, highlighting a remarkable qualitative difference in the chemical composition of the roots of the two species. Overall, the identified secondary metabolites support the beneficial osteoprotective and antioxidant properties attributed to S. miltiorrhiza and S. triloba, respectively. In conclusion, the present work constitutes a comparative phytochemical study of the two species, revealing substantial differences in their chemical profiles: the roots of S. miltiorrhiza are characterized by the presence of highly bioactive polyphenolic oligomers, according to international literature, whereas S. triloba exhibits a typical Mediterranean chemical profile rich in phenolic monomers and diterpenes."],"dc:identifier":["uoadl:5371332","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5371332"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Θετικές Επιστήμες","Science"],"dc:title":["Συγκριτική μελέτη του χημικού περιεχομένου εκχυλισμάτων από εμπορικές και καλλιεργούμενες πρώτες ύλες των ειδών Salvia miltiorrhiza και Salvia triloba"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:09Z"}