{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5368427"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5368427","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Υπνική συμπεριφορά σε γενικό πληθυσμό 60-80 ετών","abstract":"Εισαγωγή: Ο ύπνος αποτελεί βασική βιολογική διεργασία, κρίσιμη για τη σωματική και νοητική αποκατάσταση. Η κακή ποιότητα ή διάρκεια ύπνου έχει συνδεθεί με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, επιδρώντας αρνητικά στην υγεία και τη λειτουργικότητα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της υπνικής συμπεριφοράς ατόμων ηλικίας 60–80 ετών, με στόχο τον εντοπισμό των συχνότερων διαταραχών ύπνου και των παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα και την ποσότητα του ύπνου. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω εξειδικευμένων ερωτηματολογίων, όπως οι κλίμακες Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS), Athens Insomnia Scale (AIS), STOP-Bang, Epworth Sleepiness Scale (ESS), REM Sleep Behavior Disorder Questionnaire (RBDQ1) και συμπληρωματικών ερωτήσεων για το Σύνδρομο Ανήσυχων Άκρων (RLS). Επιπλέον, συλλέχθηκαν δημογραφικά στοιχεία, ιατρικό ιστορικό, χαρακτηριστικά του ονειρικού περιεχομένου και εβδομαδιαίο ημερολόγιο ύπνου. Υλικό και Μέθοδος: Η μελέτη βασίστηκε σε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο σχεδιάστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της διεθνούς βιβλιογραφίας και τις επικυρωμένες κλίμακες αξιολόγησης του ύπνου. Αποτελέσματα: Το δείγμα αποτελούνταν από 100 άτομα ηλικίας 60–80 ετών. Ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων ήταν 72,1 έτη και το ποσοστό των γυναικών στο δείγμα ανήλθε στο 56%. Αϋπνία ανιχνεύθηκε στο 57% των συμμετεχόντων, ενώ το 35% εμφάνισε αυξημένη ημερήσια υπνηλία. Επιπλέον, το 41% παρουσίασε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Παρατηρήθηκε υψηλή συχνότητα συμπτωμάτων RLS (62% ≥3 κριτήρια) και σχετικά υψηλή θετική ανταπόκριση στο RBDQ1 (17%). Ο συνολικός μέσος όρος ύπνου ανήλθε σε 8,76 ώρες. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ δημογραφικών και κλινικών παραμέτρων, όπως καταγράφηκαν μέσω των κλιμάκων αξιολόγησης ύπνου και ψυχικής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, η ηλικία συσχετίστηκε θετικά με τις βαθμολογίες στις κλίμακες HADS (άγχους/κατάθλιψης), AIS (αϋπνίας), ESS (ημερήσιας υπνηλίας), STOP-Bang (κινδύνου εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας) και RLS (συνδρόμου ανήσυχων άκρων), καθώς και με παραμέτρους όπως η διατάραξη του ύπνου του συντρόφου και η αυξημένη διάρκεια του μεσημεριανού ύπνου. Όσον αφορά το φύλο, οι γυναίκες εμφάνισαν χαμηλότερες βαθμολογίες στις κλίμακες ESS και STOP-Bang, γεγονός που υποδηλώνει μικρότερη ημερήσια υπνηλία και χαμηλότερο κίνδυνο για άπνοια ύπνου σε σχέση με τους άνδρες. Το επάγγελμα βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά με τις βαθμολογίες των κλιμάκων AIS και RLS, με υψηλότερες τιμές σε ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους και άτομα που ασχολούνται με τα οικιακά. Αντίθετα, η αυτοαξιολογούμενη κατάσταση υγείας εμφάνισε σταθερά αρνητικές συσχετίσεις με σχεδόν όλες τις παραμέτρους ύπνου, γεγονός που δείχνει ότι η καλύτερη αντιλαμβανόμενη υγεία συνδέεται με χαμηλότερη συμπτωματολογία διαταραχών ύπνου και μικρότερη ψυχική επιβάρυνση. Περαιτέρω ανάλυση πραγματοποιήθηκε μέσω Two-Step Cluster (TSC) Analysis στο SPSS, από την οποία προέκυψαν τρεις διακριτές συστάδες βάσει του συνδυασμού των βαθμολογιών STOP-Bang και ESS: • Συστάδα Α: Οριακή υπνηλία, χαμηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Β: Χαμηλή υπνηλία, σαφής κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Γ: Σοβαρή υπνηλία, υψηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην ομάδα σοβαρής υπνηλίας και υψηλού κινδύνου (Συστάδα Γ), υπερτερούν οι άνδρες, ενώ το 86% των συμμετεχόντων της συστάδας αυτής ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 75–80 ετών, γεγονός που επιβεβαιώνει τα ευρήματα της αρχικής συσχέτισης των δεδομένων. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος πληθυσμός παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά διαταραχών ύπνου, με πιο συχνά την αϋπνία, την ημερήσια υπνηλία και σημαντικό κίνδυνο για αποφρακτική υπνική άπνοια. Η προχωρημένη ηλικία σχετίστηκε με μεγαλύτερη επιβάρυνση στις περισσότερες παραμέτρους ύπνου και ψυχικής υγείας, ενώ οι άνδρες και τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση σύνδρομου άπνοιας στον ύπνο. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το πολύ υψηλό ποσοστό συμπτωμάτων RLS (62%), το οποίο πιθανόν δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική επιπολαστικότητα της διαταραχής. Παράγοντες όπως η αυτοσυμπλήρωση των ερωτηματολογίων, η υπερεκτίμηση ή σύγχυση συμπτωμάτων και η δυσκολία διάκρισης του RLS από άλλες παθήσεις της τρίτης ηλικίας με παρόμοια κλινική εικόνα μπορεί να έχουν επηρεάσει το αποτέλεσμα. Συνεπώς, η κλινική διάγνωση από ειδικό ιατρό θεωρείται καταλληλότερη για την ακριβή αναγνώριση του συνδρόμου. Συνολικά, τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν συχνό και πολυδιάστατο ζήτημα υγείας στους ηλικιωμένους, τονίζοντας την ανάγκη για συστηματικό έλεγχο και έγκαιρη αναγνώριση των σχετικών συμπτωμάτων.","abstract_html":"Εισαγωγή: Ο ύπνος αποτελεί βασική βιολογική διεργασία, κρίσιμη για τη σωματική και νοητική αποκατάσταση. Η κακή ποιότητα ή διάρκεια ύπνου έχει συνδεθεί με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, επιδρώντας αρνητικά στην υγεία και τη λειτουργικότητα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της υπνικής συμπεριφοράς ατόμων ηλικίας 60–80 ετών, με στόχο τον εντοπισμό των συχνότερων διαταραχών ύπνου και των παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα και την ποσότητα του ύπνου. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω εξειδικευμένων ερωτηματολογίων, όπως οι κλίμακες Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS), Athens Insomnia Scale (AIS), STOP-Bang, Epworth Sleepiness Scale (ESS), REM Sleep Behavior Disorder Questionnaire (RBDQ1) και συμπληρωματικών ερωτήσεων για το Σύνδρομο Ανήσυχων Άκρων (RLS). Επιπλέον, συλλέχθηκαν δημογραφικά στοιχεία, ιατρικό ιστορικό, χαρακτηριστικά του ονειρικού περιεχομένου και εβδομαδιαίο ημερολόγιο ύπνου. Υλικό και Μέθοδος: Η μελέτη βασίστηκε σε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο σχεδιάστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της διεθνούς βιβλιογραφίας και τις επικυρωμένες κλίμακες αξιολόγησης του ύπνου. Αποτελέσματα: Το δείγμα αποτελούνταν από 100 άτομα ηλικίας 60–80 ετών. Ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων ήταν 72,1 έτη και το ποσοστό των γυναικών στο δείγμα ανήλθε στο 56%. Αϋπνία ανιχνεύθηκε στο 57% των συμμετεχόντων, ενώ το 35% εμφάνισε αυξημένη ημερήσια υπνηλία. Επιπλέον, το 41% παρουσίασε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Παρατηρήθηκε υψηλή συχνότητα συμπτωμάτων RLS (62% ≥3 κριτήρια) και σχετικά υψηλή θετική ανταπόκριση στο RBDQ1 (17%). Ο συνολικός μέσος όρος ύπνου ανήλθε σε 8,76 ώρες. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ δημογραφικών και κλινικών παραμέτρων, όπως καταγράφηκαν μέσω των κλιμάκων αξιολόγησης ύπνου και ψυχικής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, η ηλικία συσχετίστηκε θετικά με τις βαθμολογίες στις κλίμακες HADS (άγχους/κατάθλιψης), AIS (αϋπνίας), ESS (ημερήσιας υπνηλίας), STOP-Bang (κινδύνου εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας) και RLS (συνδρόμου ανήσυχων άκρων), καθώς και με παραμέτρους όπως η διατάραξη του ύπνου του συντρόφου και η αυξημένη διάρκεια του μεσημεριανού ύπνου. Όσον αφορά το φύλο, οι γυναίκες εμφάνισαν χαμηλότερες βαθμολογίες στις κλίμακες ESS και STOP-Bang, γεγονός που υποδηλώνει μικρότερη ημερήσια υπνηλία και χαμηλότερο κίνδυνο για άπνοια ύπνου σε σχέση με τους άνδρες. Το επάγγελμα βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά με τις βαθμολογίες των κλιμάκων AIS και RLS, με υψηλότερες τιμές σε ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους και άτομα που ασχολούνται με τα οικιακά. Αντίθετα, η αυτοαξιολογούμενη κατάσταση υγείας εμφάνισε σταθερά αρνητικές συσχετίσεις με σχεδόν όλες τις παραμέτρους ύπνου, γεγονός που δείχνει ότι η καλύτερη αντιλαμβανόμενη υγεία συνδέεται με χαμηλότερη συμπτωματολογία διαταραχών ύπνου και μικρότερη ψυχική επιβάρυνση. Περαιτέρω ανάλυση πραγματοποιήθηκε μέσω Two-Step Cluster (TSC) Analysis στο SPSS, από την οποία προέκυψαν τρεις διακριτές συστάδες βάσει του συνδυασμού των βαθμολογιών STOP-Bang και ESS: • Συστάδα Α: Οριακή υπνηλία, χαμηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Β: Χαμηλή υπνηλία, σαφής κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Γ: Σοβαρή υπνηλία, υψηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην ομάδα σοβαρής υπνηλίας και υψηλού κινδύνου (Συστάδα Γ), υπερτερούν οι άνδρες, ενώ το 86% των συμμετεχόντων της συστάδας αυτής ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 75–80 ετών, γεγονός που επιβεβαιώνει τα ευρήματα της αρχικής συσχέτισης των δεδομένων. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος πληθυσμός παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά διαταραχών ύπνου, με πιο συχνά την αϋπνία, την ημερήσια υπνηλία και σημαντικό κίνδυνο για αποφρακτική υπνική άπνοια. Η προχωρημένη ηλικία σχετίστηκε με μεγαλύτερη επιβάρυνση στις περισσότερες παραμέτρους ύπνου και ψυχικής υγείας, ενώ οι άνδρες και τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση σύνδρομου άπνοιας στον ύπνο. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το πολύ υψηλό ποσοστό συμπτωμάτων RLS (62%), το οποίο πιθανόν δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική επιπολαστικότητα της διαταραχής. Παράγοντες όπως η αυτοσυμπλήρωση των ερωτηματολογίων, η υπερεκτίμηση ή σύγχυση συμπτωμάτων και η δυσκολία διάκρισης του RLS από άλλες παθήσεις της τρίτης ηλικίας με παρόμοια κλινική εικόνα μπορεί να έχουν επηρεάσει το αποτέλεσμα. Συνεπώς, η κλινική διάγνωση από ειδικό ιατρό θεωρείται καταλληλότερη για την ακριβή αναγνώριση του συνδρόμου. Συνολικά, τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν συχνό και πολυδιάστατο ζήτημα υγείας στους ηλικιωμένους, τονίζοντας την ανάγκη για συστηματικό έλεγχο και έγκαιρη αναγνώριση των σχετικών συμπτωμάτων.","abstract_has_math":false,"creators":["Ασλανίδου Κωνσταντίνα","Aslanidou Konstantina"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:04Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5368427"],"render_values":[{"text":"uoadl:5368427","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5368427","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Ασλανίδου Κωνσταντίνα","Aslanidou Konstantina"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5368427","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5368427"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Εισαγωγή: Ο ύπνος αποτελεί βασική βιολογική διεργασία, κρίσιμη για τη σωματική και νοητική αποκατάσταση. Η κακή ποιότητα ή διάρκεια ύπνου έχει συνδεθεί με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, επιδρώντας αρνητικά στην υγεία και τη λειτουργικότητα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της υπνικής συμπεριφοράς ατόμων ηλικίας 60–80 ετών, με στόχο τον εντοπισμό των συχνότερων διαταραχών ύπνου και των παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα και την ποσότητα του ύπνου. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω εξειδικευμένων ερωτηματολογίων, όπως οι κλίμακες Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS), Athens Insomnia Scale (AIS), STOP-Bang, Epworth Sleepiness Scale (ESS), REM Sleep Behavior Disorder Questionnaire (RBDQ1) και συμπληρωματικών ερωτήσεων για το Σύνδρομο Ανήσυχων Άκρων (RLS). Επιπλέον, συλλέχθηκαν δημογραφικά στοιχεία, ιατρικό ιστορικό, χαρακτηριστικά του ονειρικού περιεχομένου και εβδομαδιαίο ημερολόγιο ύπνου. Υλικό και Μέθοδος: Η μελέτη βασίστηκε σε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο σχεδιάστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της διεθνούς βιβλιογραφίας και τις επικυρωμένες κλίμακες αξιολόγησης του ύπνου. Αποτελέσματα: Το δείγμα αποτελούνταν από 100 άτομα ηλικίας 60–80 ετών. Ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων ήταν 72,1 έτη και το ποσοστό των γυναικών στο δείγμα ανήλθε στο 56%. Αϋπνία ανιχνεύθηκε στο 57% των συμμετεχόντων, ενώ το 35% εμφάνισε αυξημένη ημερήσια υπνηλία. Επιπλέον, το 41% παρουσίασε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Παρατηρήθηκε υψηλή συχνότητα συμπτωμάτων RLS (62% ≥3 κριτήρια) και σχετικά υψηλή θετική ανταπόκριση στο RBDQ1 (17%). Ο συνολικός μέσος όρος ύπνου ανήλθε σε 8,76 ώρες. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ δημογραφικών και κλινικών παραμέτρων, όπως καταγράφηκαν μέσω των κλιμάκων αξιολόγησης ύπνου και ψυχικής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, η ηλικία συσχετίστηκε θετικά με τις βαθμολογίες στις κλίμακες HADS (άγχους/κατάθλιψης), AIS (αϋπνίας), ESS (ημερήσιας υπνηλίας), STOP-Bang (κινδύνου εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας) και RLS (συνδρόμου ανήσυχων άκρων), καθώς και με παραμέτρους όπως η διατάραξη του ύπνου του συντρόφου και η αυξημένη διάρκεια του μεσημεριανού ύπνου. Όσον αφορά το φύλο, οι γυναίκες εμφάνισαν χαμηλότερες βαθμολογίες στις κλίμακες ESS και STOP-Bang, γεγονός που υποδηλώνει μικρότερη ημερήσια υπνηλία και χαμηλότερο κίνδυνο για άπνοια ύπνου σε σχέση με τους άνδρες. Το επάγγελμα βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά με τις βαθμολογίες των κλιμάκων AIS και RLS, με υψηλότερες τιμές σε ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους και άτομα που ασχολούνται με τα οικιακά. Αντίθετα, η αυτοαξιολογούμενη κατάσταση υγείας εμφάνισε σταθερά αρνητικές συσχετίσεις με σχεδόν όλες τις παραμέτρους ύπνου, γεγονός που δείχνει ότι η καλύτερη αντιλαμβανόμενη υγεία συνδέεται με χαμηλότερη συμπτωματολογία διαταραχών ύπνου και μικρότερη ψυχική επιβάρυνση. Περαιτέρω ανάλυση πραγματοποιήθηκε μέσω Two-Step Cluster (TSC) Analysis στο SPSS, από την οποία προέκυψαν τρεις διακριτές συστάδες βάσει του συνδυασμού των βαθμολογιών STOP-Bang και ESS: • Συστάδα Α: Οριακή υπνηλία, χαμηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Β: Χαμηλή υπνηλία, σαφής κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Γ: Σοβαρή υπνηλία, υψηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην ομάδα σοβαρής υπνηλίας και υψηλού κινδύνου (Συστάδα Γ), υπερτερούν οι άνδρες, ενώ το 86% των συμμετεχόντων της συστάδας αυτής ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 75–80 ετών, γεγονός που επιβεβαιώνει τα ευρήματα της αρχικής συσχέτισης των δεδομένων. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος πληθυσμός παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά διαταραχών ύπνου, με πιο συχνά την αϋπνία, την ημερήσια υπνηλία και σημαντικό κίνδυνο για αποφρακτική υπνική άπνοια. Η προχωρημένη ηλικία σχετίστηκε με μεγαλύτερη επιβάρυνση στις περισσότερες παραμέτρους ύπνου και ψυχικής υγείας, ενώ οι άνδρες και τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση σύνδρομου άπνοιας στον ύπνο. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το πολύ υψηλό ποσοστό συμπτωμάτων RLS (62%), το οποίο πιθανόν δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική επιπολαστικότητα της διαταραχής. Παράγοντες όπως η αυτοσυμπλήρωση των ερωτηματολογίων, η υπερεκτίμηση ή σύγχυση συμπτωμάτων και η δυσκολία διάκρισης του RLS από άλλες παθήσεις της τρίτης ηλικίας με παρόμοια κλινική εικόνα μπορεί να έχουν επηρεάσει το αποτέλεσμα. Συνεπώς, η κλινική διάγνωση από ειδικό ιατρό θεωρείται καταλληλότερη για την ακριβή αναγνώριση του συνδρόμου. Συνολικά, τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν συχνό και πολυδιάστατο ζήτημα υγείας στους ηλικιωμένους, τονίζοντας την ανάγκη για συστηματικό έλεγχο και έγκαιρη αναγνώριση των σχετικών συμπτωμάτων.","Introduction: Sleep is a fundamental biological process, essential for physical and cognitive restoration. Poor sleep quality or duration has been associated with increased morbidity and mortality , exerting a negative impact on health and overall functionality. Purpose:The purpose of this study was to investigate the sleep behavior of adults aged 60–80 years, with the aim of identifying the most prevalent sleep disorders and the factors influencing sleep quality and quantity. Data collection was carried out using a set of specialized questionnaires, including the Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS), the Athens Insomnia Scale (AIS), the STOP-Bang questionnaire, the Epworth Sleepiness Scale (ESS), the REM Sleep Behavior Disorder Questionnaire (RBDQ1), and supplementary questions related to Restless Legs Syndrome (RLS). Additional information on demographic characteristics, medical history, dream content, and a weekly sleep diary was also obtained. Materials and Methods:The study was based on a structured questionnaire developed in accordance with established international literature and validated sleep assessment tools. Results: The sample consisted of 100 individuals aged 60–80 years. The mean age of the participants was 72.1 years, and 56% of the sample were women. Insomnia was detected in 57% of the participants, whereas 35% exhibited increased daytime sleepiness. Additionally, 41% presented an elevated risk for obstructive sleep apnea. A high frequency of RLS symptoms was observed (62% ≥3 criteria), while only 17% responded positively to the RBDQ1. The overall mean sleep duration was 8.76 hours. The statistical analysis revealed significant associations among demographic and clinical parameters, as assessed through sleep and mental health evaluation scales. More specifically, age was positively associated with scores on the HADS (anxiety/depression), AIS (insomnia), ESS (daytime sleepiness), STOP-Bang (risk of obstructive sleep apnea), and RLS (restless legs syndrome) scales, as well as with parameters such as partner-reported sleep disturbance and increased duration of daytime napping. Regarding sex, women demonstrated lower scores on the ESS and STOP-Bang scales, indicating reduced daytime sleepiness and a lower risk of sleep apnea compared to men. Occupation was found to be positively associated with AIS and RLS scores, with higher values observed among self-employed individuals, retirees, and homemakers. Conversely, self-rated health consistently showed negative associations with nearly all sleep-related parameters, indicating that better perceived health is linked to lower symptomatology of sleep disorders and reduced psychological burden. Further analysis was conducted using Two-Step Cluster (TSC) Analysis in SPSS, which identified three distinct clusters based on the combined STOP-Bang and ESS scores: • Cluster A: Borderline sleepiness, low risk of obstructive sleep apnea • Cluster B: Low sleepiness, clear risk of obstructive sleep apnea • Cluster C: Severe sleepiness, high risk of obstructive sleep apnea Notably, in the cluster characterized by severe sleepiness and high risk (Cluster C), men were overrepresented, and 86% of participants within this group belonged to the 75–80-year age category, confirming the patterns observed in the initial correlation analysis. Conclusions: In summary, the findings indicate that this population exhibits markedly elevated rates of sleep disorders, including frequent insomnia, daytime sleepiness, and a substantial risk for obstructive sleep apnea. Advanced age was associated with greater impairment across most sleep and mental-health parameters, while men and older participants demonstrated a higher likelihood of developing sleep apnea. Of particular note is the very high prevalence of RLS-related symptoms (62%), which may not accurately reflect the true epidemiology of the disorder. Factors such as self-administration of questionnaires, potential overestimation or misinterpretation of symptoms, and the difficulty in distinguishing RLS from other age-related conditions with similar clinical presentations may have contributed to this finding. Therefore, clinical diagnosis by a qualified physician is considered more appropriate for the accurate identification of the syndrome. Overall, the results confirm that sleep disorders represent a common and multifaceted health concern among older adults, underscoring the need for systematic screening and timely recognition of relevant symptoms."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Υπνική συμπεριφορά σε γενικό πληθυσμό 60-80 ετών"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Ασλανίδου Κωνσταντίνα","Aslanidou Konstantina"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Εισαγωγή: Ο ύπνος αποτελεί βασική βιολογική διεργασία, κρίσιμη για τη σωματική και νοητική αποκατάσταση. Η κακή ποιότητα ή διάρκεια ύπνου έχει συνδεθεί με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, επιδρώντας αρνητικά στην υγεία και τη λειτουργικότητα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της υπνικής συμπεριφοράς ατόμων ηλικίας 60–80 ετών, με στόχο τον εντοπισμό των συχνότερων διαταραχών ύπνου και των παραγόντων που επηρεάζουν την ποιότητα και την ποσότητα του ύπνου. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω εξειδικευμένων ερωτηματολογίων, όπως οι κλίμακες Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS), Athens Insomnia Scale (AIS), STOP-Bang, Epworth Sleepiness Scale (ESS), REM Sleep Behavior Disorder Questionnaire (RBDQ1) και συμπληρωματικών ερωτήσεων για το Σύνδρομο Ανήσυχων Άκρων (RLS). Επιπλέον, συλλέχθηκαν δημογραφικά στοιχεία, ιατρικό ιστορικό, χαρακτηριστικά του ονειρικού περιεχομένου και εβδομαδιαίο ημερολόγιο ύπνου. Υλικό και Μέθοδος: Η μελέτη βασίστηκε σε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο σχεδιάστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της διεθνούς βιβλιογραφίας και τις επικυρωμένες κλίμακες αξιολόγησης του ύπνου. Αποτελέσματα: Το δείγμα αποτελούνταν από 100 άτομα ηλικίας 60–80 ετών. Ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων ήταν 72,1 έτη και το ποσοστό των γυναικών στο δείγμα ανήλθε στο 56%. Αϋπνία ανιχνεύθηκε στο 57% των συμμετεχόντων, ενώ το 35% εμφάνισε αυξημένη ημερήσια υπνηλία. Επιπλέον, το 41% παρουσίασε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Παρατηρήθηκε υψηλή συχνότητα συμπτωμάτων RLS (62% ≥3 κριτήρια) και σχετικά υψηλή θετική ανταπόκριση στο RBDQ1 (17%). Ο συνολικός μέσος όρος ύπνου ανήλθε σε 8,76 ώρες. Η στατιστική ανάλυση ανέδειξε σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ δημογραφικών και κλινικών παραμέτρων, όπως καταγράφηκαν μέσω των κλιμάκων αξιολόγησης ύπνου και ψυχικής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, η ηλικία συσχετίστηκε θετικά με τις βαθμολογίες στις κλίμακες HADS (άγχους/κατάθλιψης), AIS (αϋπνίας), ESS (ημερήσιας υπνηλίας), STOP-Bang (κινδύνου εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας) και RLS (συνδρόμου ανήσυχων άκρων), καθώς και με παραμέτρους όπως η διατάραξη του ύπνου του συντρόφου και η αυξημένη διάρκεια του μεσημεριανού ύπνου. Όσον αφορά το φύλο, οι γυναίκες εμφάνισαν χαμηλότερες βαθμολογίες στις κλίμακες ESS και STOP-Bang, γεγονός που υποδηλώνει μικρότερη ημερήσια υπνηλία και χαμηλότερο κίνδυνο για άπνοια ύπνου σε σχέση με τους άνδρες. Το επάγγελμα βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά με τις βαθμολογίες των κλιμάκων AIS και RLS, με υψηλότερες τιμές σε ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους και άτομα που ασχολούνται με τα οικιακά. Αντίθετα, η αυτοαξιολογούμενη κατάσταση υγείας εμφάνισε σταθερά αρνητικές συσχετίσεις με σχεδόν όλες τις παραμέτρους ύπνου, γεγονός που δείχνει ότι η καλύτερη αντιλαμβανόμενη υγεία συνδέεται με χαμηλότερη συμπτωματολογία διαταραχών ύπνου και μικρότερη ψυχική επιβάρυνση. Περαιτέρω ανάλυση πραγματοποιήθηκε μέσω Two-Step Cluster (TSC) Analysis στο SPSS, από την οποία προέκυψαν τρεις διακριτές συστάδες βάσει του συνδυασμού των βαθμολογιών STOP-Bang και ESS: • Συστάδα Α: Οριακή υπνηλία, χαμηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Β: Χαμηλή υπνηλία, σαφής κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας • Συστάδα Γ: Σοβαρή υπνηλία, υψηλός κίνδυνος για σύνδρομο αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην ομάδα σοβαρής υπνηλίας και υψηλού κινδύνου (Συστάδα Γ), υπερτερούν οι άνδρες, ενώ το 86% των συμμετεχόντων της συστάδας αυτής ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 75–80 ετών, γεγονός που επιβεβαιώνει τα ευρήματα της αρχικής συσχέτισης των δεδομένων. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος πληθυσμός παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά διαταραχών ύπνου, με πιο συχνά την αϋπνία, την ημερήσια υπνηλία και σημαντικό κίνδυνο για αποφρακτική υπνική άπνοια. Η προχωρημένη ηλικία σχετίστηκε με μεγαλύτερη επιβάρυνση στις περισσότερες παραμέτρους ύπνου και ψυχικής υγείας, ενώ οι άνδρες και τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση σύνδρομου άπνοιας στον ύπνο. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το πολύ υψηλό ποσοστό συμπτωμάτων RLS (62%), το οποίο πιθανόν δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική επιπολαστικότητα της διαταραχής. Παράγοντες όπως η αυτοσυμπλήρωση των ερωτηματολογίων, η υπερεκτίμηση ή σύγχυση συμπτωμάτων και η δυσκολία διάκρισης του RLS από άλλες παθήσεις της τρίτης ηλικίας με παρόμοια κλινική εικόνα μπορεί να έχουν επηρεάσει το αποτέλεσμα. Συνεπώς, η κλινική διάγνωση από ειδικό ιατρό θεωρείται καταλληλότερη για την ακριβή αναγνώριση του συνδρόμου. Συνολικά, τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν συχνό και πολυδιάστατο ζήτημα υγείας στους ηλικιωμένους, τονίζοντας την ανάγκη για συστηματικό έλεγχο και έγκαιρη αναγνώριση των σχετικών συμπτωμάτων.","Introduction: Sleep is a fundamental biological process, essential for physical and cognitive restoration. Poor sleep quality or duration has been associated with increased morbidity and mortality , exerting a negative impact on health and overall functionality. Purpose:The purpose of this study was to investigate the sleep behavior of adults aged 60–80 years, with the aim of identifying the most prevalent sleep disorders and the factors influencing sleep quality and quantity. Data collection was carried out using a set of specialized questionnaires, including the Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS), the Athens Insomnia Scale (AIS), the STOP-Bang questionnaire, the Epworth Sleepiness Scale (ESS), the REM Sleep Behavior Disorder Questionnaire (RBDQ1), and supplementary questions related to Restless Legs Syndrome (RLS). Additional information on demographic characteristics, medical history, dream content, and a weekly sleep diary was also obtained. Materials and Methods:The study was based on a structured questionnaire developed in accordance with established international literature and validated sleep assessment tools. Results: The sample consisted of 100 individuals aged 60–80 years. The mean age of the participants was 72.1 years, and 56% of the sample were women. Insomnia was detected in 57% of the participants, whereas 35% exhibited increased daytime sleepiness. Additionally, 41% presented an elevated risk for obstructive sleep apnea. A high frequency of RLS symptoms was observed (62% ≥3 criteria), while only 17% responded positively to the RBDQ1. The overall mean sleep duration was 8.76 hours. The statistical analysis revealed significant associations among demographic and clinical parameters, as assessed through sleep and mental health evaluation scales. More specifically, age was positively associated with scores on the HADS (anxiety/depression), AIS (insomnia), ESS (daytime sleepiness), STOP-Bang (risk of obstructive sleep apnea), and RLS (restless legs syndrome) scales, as well as with parameters such as partner-reported sleep disturbance and increased duration of daytime napping. Regarding sex, women demonstrated lower scores on the ESS and STOP-Bang scales, indicating reduced daytime sleepiness and a lower risk of sleep apnea compared to men. Occupation was found to be positively associated with AIS and RLS scores, with higher values observed among self-employed individuals, retirees, and homemakers. Conversely, self-rated health consistently showed negative associations with nearly all sleep-related parameters, indicating that better perceived health is linked to lower symptomatology of sleep disorders and reduced psychological burden. Further analysis was conducted using Two-Step Cluster (TSC) Analysis in SPSS, which identified three distinct clusters based on the combined STOP-Bang and ESS scores: • Cluster A: Borderline sleepiness, low risk of obstructive sleep apnea • Cluster B: Low sleepiness, clear risk of obstructive sleep apnea • Cluster C: Severe sleepiness, high risk of obstructive sleep apnea Notably, in the cluster characterized by severe sleepiness and high risk (Cluster C), men were overrepresented, and 86% of participants within this group belonged to the 75–80-year age category, confirming the patterns observed in the initial correlation analysis. Conclusions: In summary, the findings indicate that this population exhibits markedly elevated rates of sleep disorders, including frequent insomnia, daytime sleepiness, and a substantial risk for obstructive sleep apnea. Advanced age was associated with greater impairment across most sleep and mental-health parameters, while men and older participants demonstrated a higher likelihood of developing sleep apnea. Of particular note is the very high prevalence of RLS-related symptoms (62%), which may not accurately reflect the true epidemiology of the disorder. Factors such as self-administration of questionnaires, potential overestimation or misinterpretation of symptoms, and the difficulty in distinguishing RLS from other age-related conditions with similar clinical presentations may have contributed to this finding. Therefore, clinical diagnosis by a qualified physician is considered more appropriate for the accurate identification of the syndrome. Overall, the results confirm that sleep disorders represent a common and multifaceted health concern among older adults, underscoring the need for systematic screening and timely recognition of relevant symptoms."],"dc:identifier":["uoadl:5368427","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5368427"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Υπνική συμπεριφορά σε γενικό πληθυσμό 60-80 ετών"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:04Z"}