{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5367935"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5367935","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Asphericity and spherical aberrations in untreated eyes: a retrospective analysis of topographic and aberrometric data","abstract":"Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο χαρακτηρισμός της ασφαιρικότητας του κερατοειδούς (τιμή Q) και των οφθαλμικών εκτροπών σε μεγάλο δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών με χρήση σύγχρονου διαγνωστικού μηχανήματος. Συγκεκριμένα, επιδιώξαμε να περιγράψουμε τις ηλικιακές μεταβολές διαφόρων βιομετρικών και παραμέτρων οπτικής ποιότητας, να ποσοτικοποιήσουμε τη σχετική επίδραση των κερατοειδικών έναντι των ενδοφθάλμιων σφαιρικών εκτροπών (SA) στη διαμήκη σφαιρική εκτροπή (LSA) και στον διορθωμένο δείκτη Strehl, και να εντοπίσουμε ποιες παράμετροι σχετίζονται ισχυρότερα με καλύτερη οπτική ποιότητα, με πιθανές επιπτώσεις στον σχεδιασμό και την επιλογή ενδοφακών (IOLs) ροηγμένης τεχνολογίας. Ως δευτερεύοντες στόχοι, διερευνήθηκαν πιθανές διαφορές μεταξύ φύλων και μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού, καθώς και το αν, σε νεότερους οφθαλμούς, το διαθλαστικό σφάλμα (εκφρασμένο ως σφαιρικό ισοδύναμο) σχετίζεται με τις κερατοειδικές εκτροπές υψηλής τάξης (cHOAs) ή τη σφαιρική εκτροπή του κερατοειδούς. Μέθοδοι: Η αναδρομική αυτή μελέτη περιέλαβε 400 μη χειρουργημένους οφθαλμούς ενηλίκων ασθενών (18–90 ετών), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τυπικό προεγχειρητικό έλεγχο διαθλαστικής χειρουργικής ή καταρράκτη σε ένα κέντρο, με χρήση του Combi Wavefront Analyzer (SCHWIND PERAMIS και SCHWIND SIRIUS). Οι παράμετροι που συλλέχθηκαν περιλάμβαναν: ηλικία, φύλο, διαθλαστικό σφάλμα, τοπογραφικό αστιγματισμό και άξονα αστιγματισμού, επίπεδη (K1), κυρτή (K2) και μέση κερατομετρική τιμή (Kavg), κεντρικό πάχος κερατοειδούς (CCT), διάμετρος κόρης, πρόσθια τιμή Q του κερατοειδούς, LSA, κερατοειδική, ενδοφθάλμια και ολική SA, τη ρίζα μέσης τετραγωνικής τιμής (RMS) των ολικών και κερατοειδικών εκτροπών υψηλής τάξης (tHOAs, cHOAs αντίστοιχα), και τον διορθωμένο συνολικό και κερατοειδικό δείκτη Strehl. Η τιμή Q και η LSA υπολογίστηκαν για πλήρη διάμετρο κόρης σύμφωνα με τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις της συσκευής, ενώ οι SA, HOAs και ο δείκτης Strehl αναλύθηκαν για διάμετρο κόρης 4,5 mm. Οι επιδράσεις της ηλικίας αξιολογήθηκαν με συσχετίσεις Pearson και συγκρίσεις μεταξύ υποομάδων ≤40 και &gt;40 ετών. Οι συσχετίσεις με τον διορθωμένο λόγο Strehl και την LSA διερευνήθηκαν με πολυπαραγοντική παλινδρόμηση με ποινή και συσχετίσεις Pearson. Το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε σε p &lt; 0,05. Αποτελέσματα: Η τιμή Q ήταν κατά μέσο όρο ήπια προλατική (-0,16 ± 0,10) και γινόταν σημαντικά λιγότερο αρνητική με την ηλικία (r = 0,26, p &lt; 0,001). Όλες οι τιμές των εκτροπών αυξάνονταν με την ηλικία: RMS των tHOAs (r = 0,26, p &lt; 0,001), RMS των cHOAs (r = 0,29, p &lt; 0,001), ολικ΄ή SA (r = 0,29, p &lt; 0,001), κερατοειδική SA (r = 0,18, p &lt; 0,001), ενδοφθαλμια SA (r = 0,22, p &lt; 0,001) και LSA (r = 0,21, p &lt; 0,001), ενώ ο διορθωμένος συνολικός δείκτης Strehl μειωνόταν (r = -0,30, p &lt; 0,001). Η κερατοειδική SA παρουσίασε ισχυρή θετική συσχέτιση με την LSA (r = 0,73, p &lt; 0,001) και ασθενέστερη αλλά σημαντική αρνητική συσχέτιση με τον διορθωμένο συνολικό δείκτη Strehl (r = -0,16, p = 0,001), ενώ η ενδοφθάλμια SA δεν συσχετίστηκε σημαντικά με καμία από τις δύο παραμέτρους (p = 0,15). Η αυτόματη επιλογή προβλεπτικών μεταβλητών και η ridge παλινδρόμηση ανέδειξαν το RMS των tHOAs ως τον κύριο καθοριστικό παράγοντα του διορθωμένου συνολικού δείκτη Strehl (R² μοντέλου ≈ 0,50· συσχέτιση RMS tHOAs–Strehl: r = -0,71, p &lt; 0,001) και την τιμή Q ως τον κυρίαρχο καθοριστικό παράγοντα της LSA μαζί με τα K1/K2 και την κερατοειδική SA (R² μοντέλου ≈ 0,87· συσχέτιση Q–LSA: r = 0,86, p &lt; 0,001). Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού για καμία παράμετρο, ούτε σημαντικές διαφορές μεταξύ φύλων στον διορθωμένο δείκτη Strehl ή στις tHOAs· οι γυναίκες παρουσίασαν ελαφρώς υψηλότερη κερατοειδική SA από τους άνδρες (p = 0,017). Σε νεότερη υποομάδα (≤35 ετών, n = 110), ούτε το RMS των cHOAs ούτε η κερατοειδική SA συσχετίστηκαν σημαντικά με το σφαιρικό ισοδύναμο. Συμπεράσματα: Σε αυτό το κλινικό δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών, η αύξηση της ηλικίας σχετιζόταν με σταδιακή μετατόπιση προς λιγότερο προλατικό κερατοειδή, αυξημένη κερατοειδική και ολική SA, αύξηση των HOAs και μείωση της αντικειμενικής οπτικής ποιότητας. Η κερατοειδική, και όχι η ενδοφθάλμια SA αποτέλεσε τη βασική συνιστώσα που συνδέεται τόσο με την LSA όσο και με τον δείκτη Strehl, ενώ το RMS των tHOAs αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης της οπτικής ποιότητας. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν μια υψηλά εξατομικευμένη και προσαρμοσμένη στην ηλικία προσέγγιση όσον αφορά στο σχεδιασμό και στην επιλογή ενδοφακών προηγμένης τεχνολογίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ασφαιρικότητα του κερατοειδούς, την κερατοειδική SA και τις ολικές HOAs σε κλινικά σημαντικές διαμέτρους κόρης.","abstract_html":"Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο χαρακτηρισμός της ασφαιρικότητας του κερατοειδούς (τιμή Q) και των οφθαλμικών εκτροπών σε μεγάλο δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών με χρήση σύγχρονου διαγνωστικού μηχανήματος. Συγκεκριμένα, επιδιώξαμε να περιγράψουμε τις ηλικιακές μεταβολές διαφόρων βιομετρικών και παραμέτρων οπτικής ποιότητας, να ποσοτικοποιήσουμε τη σχετική επίδραση των κερατοειδικών έναντι των ενδοφθάλμιων σφαιρικών εκτροπών (SA) στη διαμήκη σφαιρική εκτροπή (LSA) και στον διορθωμένο δείκτη Strehl, και να εντοπίσουμε ποιες παράμετροι σχετίζονται ισχυρότερα με καλύτερη οπτική ποιότητα, με πιθανές επιπτώσεις στον σχεδιασμό και την επιλογή ενδοφακών (IOLs) ροηγμένης τεχνολογίας. Ως δευτερεύοντες στόχοι, διερευνήθηκαν πιθανές διαφορές μεταξύ φύλων και μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού, καθώς και το αν, σε νεότερους οφθαλμούς, το διαθλαστικό σφάλμα (εκφρασμένο ως σφαιρικό ισοδύναμο) σχετίζεται με τις κερατοειδικές εκτροπές υψηλής τάξης (cHOAs) ή τη σφαιρική εκτροπή του κερατοειδούς. Μέθοδοι: Η αναδρομική αυτή μελέτη περιέλαβε 400 μη χειρουργημένους οφθαλμούς ενηλίκων ασθενών (18–90 ετών), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τυπικό προεγχειρητικό έλεγχο διαθλαστικής χειρουργικής ή καταρράκτη σε ένα κέντρο, με χρήση του Combi Wavefront Analyzer (SCHWIND PERAMIS και SCHWIND SIRIUS). Οι παράμετροι που συλλέχθηκαν περιλάμβαναν: ηλικία, φύλο, διαθλαστικό σφάλμα, τοπογραφικό αστιγματισμό και άξονα αστιγματισμού, επίπεδη (K1), κυρτή (K2) και μέση κερατομετρική τιμή (Kavg), κεντρικό πάχος κερατοειδούς (CCT), διάμετρος κόρης, πρόσθια τιμή Q του κερατοειδούς, LSA, κερατοειδική, ενδοφθάλμια και ολική SA, τη ρίζα μέσης τετραγωνικής τιμής (RMS) των ολικών και κερατοειδικών εκτροπών υψηλής τάξης (tHOAs, cHOAs αντίστοιχα), και τον διορθωμένο συνολικό και κερατοειδικό δείκτη Strehl. Η τιμή Q και η LSA υπολογίστηκαν για πλήρη διάμετρο κόρης σύμφωνα με τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις της συσκευής, ενώ οι SA, HOAs και ο δείκτης Strehl αναλύθηκαν για διάμετρο κόρης 4,5 mm. Οι επιδράσεις της ηλικίας αξιολογήθηκαν με συσχετίσεις Pearson και συγκρίσεις μεταξύ υποομάδων ≤40 και &amp;gt;40 ετών. Οι συσχετίσεις με τον διορθωμένο λόγο Strehl και την LSA διερευνήθηκαν με πολυπαραγοντική παλινδρόμηση με ποινή και συσχετίσεις Pearson. Το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε σε p &amp;lt; 0,05. Αποτελέσματα: Η τιμή Q ήταν κατά μέσο όρο ήπια προλατική (-0,16 ± 0,10) και γινόταν σημαντικά λιγότερο αρνητική με την ηλικία (r = 0,26, p &amp;lt; 0,001). Όλες οι τιμές των εκτροπών αυξάνονταν με την ηλικία: RMS των tHOAs (r = 0,26, p &amp;lt; 0,001), RMS των cHOAs (r = 0,29, p &amp;lt; 0,001), ολικ΄ή SA (r = 0,29, p &amp;lt; 0,001), κερατοειδική SA (r = 0,18, p &amp;lt; 0,001), ενδοφθαλμια SA (r = 0,22, p &amp;lt; 0,001) και LSA (r = 0,21, p &amp;lt; 0,001), ενώ ο διορθωμένος συνολικός δείκτης Strehl μειωνόταν (r = -0,30, p &amp;lt; 0,001). Η κερατοειδική SA παρουσίασε ισχυρή θετική συσχέτιση με την LSA (r = 0,73, p &amp;lt; 0,001) και ασθενέστερη αλλά σημαντική αρνητική συσχέτιση με τον διορθωμένο συνολικό δείκτη Strehl (r = -0,16, p = 0,001), ενώ η ενδοφθάλμια SA δεν συσχετίστηκε σημαντικά με καμία από τις δύο παραμέτρους (p = 0,15). Η αυτόματη επιλογή προβλεπτικών μεταβλητών και η ridge παλινδρόμηση ανέδειξαν το RMS των tHOAs ως τον κύριο καθοριστικό παράγοντα του διορθωμένου συνολικού δείκτη Strehl (R² μοντέλου ≈ 0,50· συσχέτιση RMS tHOAs–Strehl: r = -0,71, p &amp;lt; 0,001) και την τιμή Q ως τον κυρίαρχο καθοριστικό παράγοντα της LSA μαζί με τα K1/K2 και την κερατοειδική SA (R² μοντέλου ≈ 0,87· συσχέτιση Q–LSA: r = 0,86, p &amp;lt; 0,001). Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού για καμία παράμετρο, ούτε σημαντικές διαφορές μεταξύ φύλων στον διορθωμένο δείκτη Strehl ή στις tHOAs· οι γυναίκες παρουσίασαν ελαφρώς υψηλότερη κερατοειδική SA από τους άνδρες (p = 0,017). Σε νεότερη υποομάδα (≤35 ετών, n = 110), ούτε το RMS των cHOAs ούτε η κερατοειδική SA συσχετίστηκαν σημαντικά με το σφαιρικό ισοδύναμο. Συμπεράσματα: Σε αυτό το κλινικό δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών, η αύξηση της ηλικίας σχετιζόταν με σταδιακή μετατόπιση προς λιγότερο προλατικό κερατοειδή, αυξημένη κερατοειδική και ολική SA, αύξηση των HOAs και μείωση της αντικειμενικής οπτικής ποιότητας. Η κερατοειδική, και όχι η ενδοφθάλμια SA αποτέλεσε τη βασική συνιστώσα που συνδέεται τόσο με την LSA όσο και με τον δείκτη Strehl, ενώ το RMS των tHOAs αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης της οπτικής ποιότητας. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν μια υψηλά εξατομικευμένη και προσαρμοσμένη στην ηλικία προσέγγιση όσον αφορά στο σχεδιασμό και στην επιλογή ενδοφακών προηγμένης τεχνολογίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ασφαιρικότητα του κερατοειδούς, την κερατοειδική SA και τις ολικές HOAs σε κλινικά σημαντικές διαμέτρους κόρης.","abstract_has_math":false,"creators":["Ξανθοπούλου Ευθαλία","Xanthopoulou Efthalia"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:02:02Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5367935"],"render_values":[{"text":"uoadl:5367935","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5367935","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Ξανθοπούλου Ευθαλία","Xanthopoulou Efthalia"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5367935","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5367935"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο χαρακτηρισμός της ασφαιρικότητας του κερατοειδούς (τιμή Q) και των οφθαλμικών εκτροπών σε μεγάλο δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών με χρήση σύγχρονου διαγνωστικού μηχανήματος. Συγκεκριμένα, επιδιώξαμε να περιγράψουμε τις ηλικιακές μεταβολές διαφόρων βιομετρικών και παραμέτρων οπτικής ποιότητας, να ποσοτικοποιήσουμε τη σχετική επίδραση των κερατοειδικών έναντι των ενδοφθάλμιων σφαιρικών εκτροπών (SA) στη διαμήκη σφαιρική εκτροπή (LSA) και στον διορθωμένο δείκτη Strehl, και να εντοπίσουμε ποιες παράμετροι σχετίζονται ισχυρότερα με καλύτερη οπτική ποιότητα, με πιθανές επιπτώσεις στον σχεδιασμό και την επιλογή ενδοφακών (IOLs) ροηγμένης τεχνολογίας. Ως δευτερεύοντες στόχοι, διερευνήθηκαν πιθανές διαφορές μεταξύ φύλων και μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού, καθώς και το αν, σε νεότερους οφθαλμούς, το διαθλαστικό σφάλμα (εκφρασμένο ως σφαιρικό ισοδύναμο) σχετίζεται με τις κερατοειδικές εκτροπές υψηλής τάξης (cHOAs) ή τη σφαιρική εκτροπή του κερατοειδούς. Μέθοδοι: Η αναδρομική αυτή μελέτη περιέλαβε 400 μη χειρουργημένους οφθαλμούς ενηλίκων ασθενών (18–90 ετών), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τυπικό προεγχειρητικό έλεγχο διαθλαστικής χειρουργικής ή καταρράκτη σε ένα κέντρο, με χρήση του Combi Wavefront Analyzer (SCHWIND PERAMIS και SCHWIND SIRIUS). Οι παράμετροι που συλλέχθηκαν περιλάμβαναν: ηλικία, φύλο, διαθλαστικό σφάλμα, τοπογραφικό αστιγματισμό και άξονα αστιγματισμού, επίπεδη (K1), κυρτή (K2) και μέση κερατομετρική τιμή (Kavg), κεντρικό πάχος κερατοειδούς (CCT), διάμετρος κόρης, πρόσθια τιμή Q του κερατοειδούς, LSA, κερατοειδική, ενδοφθάλμια και ολική SA, τη ρίζα μέσης τετραγωνικής τιμής (RMS) των ολικών και κερατοειδικών εκτροπών υψηλής τάξης (tHOAs, cHOAs αντίστοιχα), και τον διορθωμένο συνολικό και κερατοειδικό δείκτη Strehl. Η τιμή Q και η LSA υπολογίστηκαν για πλήρη διάμετρο κόρης σύμφωνα με τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις της συσκευής, ενώ οι SA, HOAs και ο δείκτης Strehl αναλύθηκαν για διάμετρο κόρης 4,5 mm. Οι επιδράσεις της ηλικίας αξιολογήθηκαν με συσχετίσεις Pearson και συγκρίσεις μεταξύ υποομάδων ≤40 και &gt;40 ετών. Οι συσχετίσεις με τον διορθωμένο λόγο Strehl και την LSA διερευνήθηκαν με πολυπαραγοντική παλινδρόμηση με ποινή και συσχετίσεις Pearson. Το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε σε p &lt; 0,05. Αποτελέσματα: Η τιμή Q ήταν κατά μέσο όρο ήπια προλατική (-0,16 ± 0,10) και γινόταν σημαντικά λιγότερο αρνητική με την ηλικία (r = 0,26, p &lt; 0,001). Όλες οι τιμές των εκτροπών αυξάνονταν με την ηλικία: RMS των tHOAs (r = 0,26, p &lt; 0,001), RMS των cHOAs (r = 0,29, p &lt; 0,001), ολικ΄ή SA (r = 0,29, p &lt; 0,001), κερατοειδική SA (r = 0,18, p &lt; 0,001), ενδοφθαλμια SA (r = 0,22, p &lt; 0,001) και LSA (r = 0,21, p &lt; 0,001), ενώ ο διορθωμένος συνολικός δείκτης Strehl μειωνόταν (r = -0,30, p &lt; 0,001). Η κερατοειδική SA παρουσίασε ισχυρή θετική συσχέτιση με την LSA (r = 0,73, p &lt; 0,001) και ασθενέστερη αλλά σημαντική αρνητική συσχέτιση με τον διορθωμένο συνολικό δείκτη Strehl (r = -0,16, p = 0,001), ενώ η ενδοφθάλμια SA δεν συσχετίστηκε σημαντικά με καμία από τις δύο παραμέτρους (p = 0,15). Η αυτόματη επιλογή προβλεπτικών μεταβλητών και η ridge παλινδρόμηση ανέδειξαν το RMS των tHOAs ως τον κύριο καθοριστικό παράγοντα του διορθωμένου συνολικού δείκτη Strehl (R² μοντέλου ≈ 0,50· συσχέτιση RMS tHOAs–Strehl: r = -0,71, p &lt; 0,001) και την τιμή Q ως τον κυρίαρχο καθοριστικό παράγοντα της LSA μαζί με τα K1/K2 και την κερατοειδική SA (R² μοντέλου ≈ 0,87· συσχέτιση Q–LSA: r = 0,86, p &lt; 0,001). Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού για καμία παράμετρο, ούτε σημαντικές διαφορές μεταξύ φύλων στον διορθωμένο δείκτη Strehl ή στις tHOAs· οι γυναίκες παρουσίασαν ελαφρώς υψηλότερη κερατοειδική SA από τους άνδρες (p = 0,017). Σε νεότερη υποομάδα (≤35 ετών, n = 110), ούτε το RMS των cHOAs ούτε η κερατοειδική SA συσχετίστηκαν σημαντικά με το σφαιρικό ισοδύναμο. Συμπεράσματα: Σε αυτό το κλινικό δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών, η αύξηση της ηλικίας σχετιζόταν με σταδιακή μετατόπιση προς λιγότερο προλατικό κερατοειδή, αυξημένη κερατοειδική και ολική SA, αύξηση των HOAs και μείωση της αντικειμενικής οπτικής ποιότητας. Η κερατοειδική, και όχι η ενδοφθάλμια SA αποτέλεσε τη βασική συνιστώσα που συνδέεται τόσο με την LSA όσο και με τον δείκτη Strehl, ενώ το RMS των tHOAs αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης της οπτικής ποιότητας. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν μια υψηλά εξατομικευμένη και προσαρμοσμένη στην ηλικία προσέγγιση όσον αφορά στο σχεδιασμό και στην επιλογή ενδοφακών προηγμένης τεχνολογίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ασφαιρικότητα του κερατοειδούς, την κερατοειδική SA και τις ολικές HOAs σε κλινικά σημαντικές διαμέτρους κόρης.","Purpose: The aim of this study was to characterize corneal asphericity (Q value) and ocular aberrations in a large series of untreated eyes using a modern device. Specifically, we sought to describe the age-related changes of various biometric and optical quality parameters, quantify the relative influence of corneal versus (vs) internal spherical aberrations (SA) on longitudinal spherical aberration (LSA) and corrected Strehl ratio and identify which parameters are most strongly associated with better optical quality, with potential implications for the design and selection of premium intraocular lenses (IOLs). As secondary aims, we explored possible sex and intralateral differences, and examined whether, in younger eyes, refractive error (expressed as spherical equivalent) is related to corneal higher order aberrations (cHOAs) or corneal SA. Methods: This retrospective study included 400 untreated eyes from adult patients (range 18-90 years) who underwent routine refractive or cataract evaluation at a single center using the Combi Wavefront Analyzer (SCHWIND PERAMIS and SCHWIND SIRIUS). Extracted parameters included age, sex, refractive error, topographic astigmatism and axis of astigmatism, anterior flat (K1), steep (K2), and mean keratometry (Kavg), central corneal thickness (CCT), pupil size, anterior corneal Q value, LSA, corneal, internal and total SA, root mean square (RMS) of total and corneal higher order aberrations (tHOAs, cHOAs respectively), and corrected total and corneal Strehl ratio. The Q value and LSA were computed at the full pupil, according to the device’s default settings, while SA, HOAs and Strehl ratio were analyzed at a 4.5 millimeters (mm) pupil diameter. Age effects were assessed using Pearson correlations and comparisons between ≤ 40 and &gt; 40 years of age subgroups. Associations with corrected Strehl ratio and LSA were explored using multivariable penalized regression and Pearson correlation. The significance level was set at p &lt; 0.05. Results: Q value was on average mildly prolate (-0.16 ± 0.10) and became significantly less negative with age (r = 0.26, p &lt; 0.001). All aberration metrics increased with age: RMS of tHOAs (r = 0.26, p &lt; 0.001), RMS of cHOAs (r = 0.29, p &lt; 0.001), ocular SA (r = 0.29, p &lt; 0.001), corneal SA (r = 0.18, p &lt; 0.001), internal SA (r = 0.22, p &lt; 0.001) and LSA (r = 0.21, p &lt; 0.001) while corrected total Strehl ratio decreased (r = -0.30, p &lt; 0.001). Corneal SA showed a strong positive correlation with LSA (r = 0.73, p &lt; 0.001) and a weaker but significant negative correlation with corrected total Strehl ratio (r = -0.16, p = 0.001), whereas internal SA was not significantly associated with either parameter (p = 0.15). Automatic predictor selection and ridge regression identified RMS of tHOAs as the main determinant of corrected total Strehl ratio (model R2 ≈ 0.50; RMS of tHOAs vs Strehl: r = -0.71, p &lt; 0.001) and Q value as the dominant determinant of the LSA together with K1/K2 and corneal SA (model R2 ≈ 0.87; Q vs LSA: r = 0.86, p &lt; 0.001). No clinically relevant differences were found between right and left eyes for any parameter, and there were no significant sex differences in corrected Strehl ratio or tHOAs; females had slightly higher corneal SA than males (p = 0.017). In a younger subgroup (≤ 35 years, n = 110), neither RMS of cHOAs nor corneal SA correlated significantly with spherical equivalent. Conclusions: In this clinical sample of untreated eyes, increasing age was associated with a gradual shift towards a less prolate cornea, higher corneal and total SA, increased HOAs and reduced objective optical quality. Corneal rather than internal SA was the main spherical component linked to both LSA and Strehl ratio, while RMS of tHOAs emerged as the strongest single predictor of optical quality. These findings support an age-aware and highly individualized approach to premium IOL design and selection, with particular attention to corneal asphericity, corneal SA and overall HOAs at clinically relevant pupil sizes."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Asphericity and spherical aberrations in untreated eyes: a retrospective analysis of topographic and aberrometric data"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Ξανθοπούλου Ευθαλία","Xanthopoulou Efthalia"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο χαρακτηρισμός της ασφαιρικότητας του κερατοειδούς (τιμή Q) και των οφθαλμικών εκτροπών σε μεγάλο δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών με χρήση σύγχρονου διαγνωστικού μηχανήματος. Συγκεκριμένα, επιδιώξαμε να περιγράψουμε τις ηλικιακές μεταβολές διαφόρων βιομετρικών και παραμέτρων οπτικής ποιότητας, να ποσοτικοποιήσουμε τη σχετική επίδραση των κερατοειδικών έναντι των ενδοφθάλμιων σφαιρικών εκτροπών (SA) στη διαμήκη σφαιρική εκτροπή (LSA) και στον διορθωμένο δείκτη Strehl, και να εντοπίσουμε ποιες παράμετροι σχετίζονται ισχυρότερα με καλύτερη οπτική ποιότητα, με πιθανές επιπτώσεις στον σχεδιασμό και την επιλογή ενδοφακών (IOLs) ροηγμένης τεχνολογίας. Ως δευτερεύοντες στόχοι, διερευνήθηκαν πιθανές διαφορές μεταξύ φύλων και μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού, καθώς και το αν, σε νεότερους οφθαλμούς, το διαθλαστικό σφάλμα (εκφρασμένο ως σφαιρικό ισοδύναμο) σχετίζεται με τις κερατοειδικές εκτροπές υψηλής τάξης (cHOAs) ή τη σφαιρική εκτροπή του κερατοειδούς. Μέθοδοι: Η αναδρομική αυτή μελέτη περιέλαβε 400 μη χειρουργημένους οφθαλμούς ενηλίκων ασθενών (18–90 ετών), οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τυπικό προεγχειρητικό έλεγχο διαθλαστικής χειρουργικής ή καταρράκτη σε ένα κέντρο, με χρήση του Combi Wavefront Analyzer (SCHWIND PERAMIS και SCHWIND SIRIUS). Οι παράμετροι που συλλέχθηκαν περιλάμβαναν: ηλικία, φύλο, διαθλαστικό σφάλμα, τοπογραφικό αστιγματισμό και άξονα αστιγματισμού, επίπεδη (K1), κυρτή (K2) και μέση κερατομετρική τιμή (Kavg), κεντρικό πάχος κερατοειδούς (CCT), διάμετρος κόρης, πρόσθια τιμή Q του κερατοειδούς, LSA, κερατοειδική, ενδοφθάλμια και ολική SA, τη ρίζα μέσης τετραγωνικής τιμής (RMS) των ολικών και κερατοειδικών εκτροπών υψηλής τάξης (tHOAs, cHOAs αντίστοιχα), και τον διορθωμένο συνολικό και κερατοειδικό δείκτη Strehl. Η τιμή Q και η LSA υπολογίστηκαν για πλήρη διάμετρο κόρης σύμφωνα με τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις της συσκευής, ενώ οι SA, HOAs και ο δείκτης Strehl αναλύθηκαν για διάμετρο κόρης 4,5 mm. Οι επιδράσεις της ηλικίας αξιολογήθηκαν με συσχετίσεις Pearson και συγκρίσεις μεταξύ υποομάδων ≤40 και &gt;40 ετών. Οι συσχετίσεις με τον διορθωμένο λόγο Strehl και την LSA διερευνήθηκαν με πολυπαραγοντική παλινδρόμηση με ποινή και συσχετίσεις Pearson. Το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε σε p &lt; 0,05. Αποτελέσματα: Η τιμή Q ήταν κατά μέσο όρο ήπια προλατική (-0,16 ± 0,10) και γινόταν σημαντικά λιγότερο αρνητική με την ηλικία (r = 0,26, p &lt; 0,001). Όλες οι τιμές των εκτροπών αυξάνονταν με την ηλικία: RMS των tHOAs (r = 0,26, p &lt; 0,001), RMS των cHOAs (r = 0,29, p &lt; 0,001), ολικ΄ή SA (r = 0,29, p &lt; 0,001), κερατοειδική SA (r = 0,18, p &lt; 0,001), ενδοφθαλμια SA (r = 0,22, p &lt; 0,001) και LSA (r = 0,21, p &lt; 0,001), ενώ ο διορθωμένος συνολικός δείκτης Strehl μειωνόταν (r = -0,30, p &lt; 0,001). Η κερατοειδική SA παρουσίασε ισχυρή θετική συσχέτιση με την LSA (r = 0,73, p &lt; 0,001) και ασθενέστερη αλλά σημαντική αρνητική συσχέτιση με τον διορθωμένο συνολικό δείκτη Strehl (r = -0,16, p = 0,001), ενώ η ενδοφθάλμια SA δεν συσχετίστηκε σημαντικά με καμία από τις δύο παραμέτρους (p = 0,15). Η αυτόματη επιλογή προβλεπτικών μεταβλητών και η ridge παλινδρόμηση ανέδειξαν το RMS των tHOAs ως τον κύριο καθοριστικό παράγοντα του διορθωμένου συνολικού δείκτη Strehl (R² μοντέλου ≈ 0,50· συσχέτιση RMS tHOAs–Strehl: r = -0,71, p &lt; 0,001) και την τιμή Q ως τον κυρίαρχο καθοριστικό παράγοντα της LSA μαζί με τα K1/K2 και την κερατοειδική SA (R² μοντέλου ≈ 0,87· συσχέτιση Q–LSA: r = 0,86, p &lt; 0,001). Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ δεξιού και αριστερού οφθαλμού για καμία παράμετρο, ούτε σημαντικές διαφορές μεταξύ φύλων στον διορθωμένο δείκτη Strehl ή στις tHOAs· οι γυναίκες παρουσίασαν ελαφρώς υψηλότερη κερατοειδική SA από τους άνδρες (p = 0,017). Σε νεότερη υποομάδα (≤35 ετών, n = 110), ούτε το RMS των cHOAs ούτε η κερατοειδική SA συσχετίστηκαν σημαντικά με το σφαιρικό ισοδύναμο. Συμπεράσματα: Σε αυτό το κλινικό δείγμα μη χειρουργημένων οφθαλμών, η αύξηση της ηλικίας σχετιζόταν με σταδιακή μετατόπιση προς λιγότερο προλατικό κερατοειδή, αυξημένη κερατοειδική και ολική SA, αύξηση των HOAs και μείωση της αντικειμενικής οπτικής ποιότητας. Η κερατοειδική, και όχι η ενδοφθάλμια SA αποτέλεσε τη βασική συνιστώσα που συνδέεται τόσο με την LSA όσο και με τον δείκτη Strehl, ενώ το RMS των tHOAs αναδείχθηκε ως ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης της οπτικής ποιότητας. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν μια υψηλά εξατομικευμένη και προσαρμοσμένη στην ηλικία προσέγγιση όσον αφορά στο σχεδιασμό και στην επιλογή ενδοφακών προηγμένης τεχνολογίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ασφαιρικότητα του κερατοειδούς, την κερατοειδική SA και τις ολικές HOAs σε κλινικά σημαντικές διαμέτρους κόρης.","Purpose: The aim of this study was to characterize corneal asphericity (Q value) and ocular aberrations in a large series of untreated eyes using a modern device. Specifically, we sought to describe the age-related changes of various biometric and optical quality parameters, quantify the relative influence of corneal versus (vs) internal spherical aberrations (SA) on longitudinal spherical aberration (LSA) and corrected Strehl ratio and identify which parameters are most strongly associated with better optical quality, with potential implications for the design and selection of premium intraocular lenses (IOLs). As secondary aims, we explored possible sex and intralateral differences, and examined whether, in younger eyes, refractive error (expressed as spherical equivalent) is related to corneal higher order aberrations (cHOAs) or corneal SA. Methods: This retrospective study included 400 untreated eyes from adult patients (range 18-90 years) who underwent routine refractive or cataract evaluation at a single center using the Combi Wavefront Analyzer (SCHWIND PERAMIS and SCHWIND SIRIUS). Extracted parameters included age, sex, refractive error, topographic astigmatism and axis of astigmatism, anterior flat (K1), steep (K2), and mean keratometry (Kavg), central corneal thickness (CCT), pupil size, anterior corneal Q value, LSA, corneal, internal and total SA, root mean square (RMS) of total and corneal higher order aberrations (tHOAs, cHOAs respectively), and corrected total and corneal Strehl ratio. The Q value and LSA were computed at the full pupil, according to the device’s default settings, while SA, HOAs and Strehl ratio were analyzed at a 4.5 millimeters (mm) pupil diameter. Age effects were assessed using Pearson correlations and comparisons between ≤ 40 and &gt; 40 years of age subgroups. Associations with corrected Strehl ratio and LSA were explored using multivariable penalized regression and Pearson correlation. The significance level was set at p &lt; 0.05. Results: Q value was on average mildly prolate (-0.16 ± 0.10) and became significantly less negative with age (r = 0.26, p &lt; 0.001). All aberration metrics increased with age: RMS of tHOAs (r = 0.26, p &lt; 0.001), RMS of cHOAs (r = 0.29, p &lt; 0.001), ocular SA (r = 0.29, p &lt; 0.001), corneal SA (r = 0.18, p &lt; 0.001), internal SA (r = 0.22, p &lt; 0.001) and LSA (r = 0.21, p &lt; 0.001) while corrected total Strehl ratio decreased (r = -0.30, p &lt; 0.001). Corneal SA showed a strong positive correlation with LSA (r = 0.73, p &lt; 0.001) and a weaker but significant negative correlation with corrected total Strehl ratio (r = -0.16, p = 0.001), whereas internal SA was not significantly associated with either parameter (p = 0.15). Automatic predictor selection and ridge regression identified RMS of tHOAs as the main determinant of corrected total Strehl ratio (model R2 ≈ 0.50; RMS of tHOAs vs Strehl: r = -0.71, p &lt; 0.001) and Q value as the dominant determinant of the LSA together with K1/K2 and corneal SA (model R2 ≈ 0.87; Q vs LSA: r = 0.86, p &lt; 0.001). No clinically relevant differences were found between right and left eyes for any parameter, and there were no significant sex differences in corrected Strehl ratio or tHOAs; females had slightly higher corneal SA than males (p = 0.017). In a younger subgroup (≤ 35 years, n = 110), neither RMS of cHOAs nor corneal SA correlated significantly with spherical equivalent. Conclusions: In this clinical sample of untreated eyes, increasing age was associated with a gradual shift towards a less prolate cornea, higher corneal and total SA, increased HOAs and reduced objective optical quality. Corneal rather than internal SA was the main spherical component linked to both LSA and Strehl ratio, while RMS of tHOAs emerged as the strongest single predictor of optical quality. These findings support an age-aware and highly individualized approach to premium IOL design and selection, with particular attention to corneal asphericity, corneal SA and overall HOAs at clinically relevant pupil sizes."],"dc:identifier":["uoadl:5367935","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5367935"],"dc:language":["English"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Asphericity and spherical aberrations in untreated eyes: a retrospective analysis of topographic and aberrometric data"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:02:02Z"}