{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5362384"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5362384","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Ο ρόλος της Βιταμίνης D στην προεκλαμψία","abstract":"Η προεκλαμψία συγκαταλέγεται στα υπερτασικά νοσήματα της κύησης και αποτελεί σημαντική αιτία μητρικής και περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας, επηρεάζοντας ποσοστό 8–10% των εγκύων. Πρόκειται για πολυσυστηματικό σύνδρομο που εκδηλώνεται συνήθως κατά το δεύτερο ήμισυ της κύησης και συνδέεται παθογενετικά με διαταραχή της πλακουντιακής αγγειογένεσης και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία είχε ως κεντρική υπόθεση ότι η ανεπάρκεια ή τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατά την κύηση σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D στο μητρικό αίμα με τον αγγειογενετικό δείκτη sFlt-1/PlGF, στο πλαίσιο της ισχαιμικής νόσου του πλακούντα και των συνακόλουθων διαταραχών της μητρικής και εμβρυϊκής κυκλοφορίας, όπως η προεκλαμψία και η ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης. Η μελέτη ήταν προοπτικού χαρακτήρα, διάρκειας δύο ετών, και περιέλαβε 144 εγκύους που παρακολουθούνταν στο ΓΝΑ «Αλεξάνδρα». Πραγματοποιήθηκε συστηματική συλλογή κλινικών και δημογραφικών δεδομένων, καθώς και δειγμάτων αίματος, τα οποία αναλύθηκαν με τυποποιημένες ανοσολογικές και βιοχημικές μεθόδους. Η στατιστική ανάλυση περιέλαβε μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης και ανάλυση συσχέτισης Pearson, με επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορισμένο στο p&lt;0,05. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το συνολικό μοντέλο παλινδρόμησης ήταν στατιστικά σημαντικό, εξηγώντας το 20,7% της διακύμανσης των επιπέδων της βιταμίνης D (R²=0,207). Ο λόγος sFlt-1/PlGF αναδείχθηκε ως ανεξάρτητος και στατιστικά σημαντικός αρνητικός προγνωστικός παράγοντας των επιπέδων της βιταμίνης D (B=-4,51, p=0,046), ιδίως στις 32 εβδομάδες κύησης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική και μέτριας έντασης αρνητική συσχέτιση μεταξύ του λόγου sFlt-1/PlGF και των επιπέδων βιταμίνης D (r=-0,259, p=0,015), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αυξημένη αντιαγγειογενετική δραστηριότητα συνοδεύεται από μειωμένες συγκεντρώσεις βιταμίνης D. Αντιθέτως, το κάπνισμα δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση, ενώ ο Δείκτης Μάζας Σώματος και ο υποθυρεοειδισμός εμφάνισαν οριακές τάσεις προς στατιστική σημαντικότητα. Οι λοιποί βιοχημικοί δείκτες που μελετήθηκαν μαζί με τη βιταμίνη D (SGOT, SGPT και ολικό ασβέστιο) δεν ανέδειξαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την ύπαρξη ουσιαστικής αντίστροφης σχέσης μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης D και του αγγειογενετικού δείκτη sFlt-1/PlGF, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η βιταμίνη D ενδέχεται να διαδραματίζει ρόλο στη ρύθμιση της αγγειογένεσης και της λειτουργίας του πλακούντα. Αν και δεν μπορούν να εξαχθούν αιτιολογικά συμπεράσματα, η μελέτη αναδεικνύει τη βιταμίνη D ως πιθανό βιολογικό παράγοντα που σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του πλακούντα και την παθογένεια της προεκλαμψίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω προοπτικές μελέτες σε μεγαλύτερα δείγματα.","abstract_html":"Η προεκλαμψία συγκαταλέγεται στα υπερτασικά νοσήματα της κύησης και αποτελεί σημαντική αιτία μητρικής και περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας, επηρεάζοντας ποσοστό 8–10% των εγκύων. Πρόκειται για πολυσυστηματικό σύνδρομο που εκδηλώνεται συνήθως κατά το δεύτερο ήμισυ της κύησης και συνδέεται παθογενετικά με διαταραχή της πλακουντιακής αγγειογένεσης και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία είχε ως κεντρική υπόθεση ότι η ανεπάρκεια ή τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατά την κύηση σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D στο μητρικό αίμα με τον αγγειογενετικό δείκτη sFlt-1/PlGF, στο πλαίσιο της ισχαιμικής νόσου του πλακούντα και των συνακόλουθων διαταραχών της μητρικής και εμβρυϊκής κυκλοφορίας, όπως η προεκλαμψία και η ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης. Η μελέτη ήταν προοπτικού χαρακτήρα, διάρκειας δύο ετών, και περιέλαβε 144 εγκύους που παρακολουθούνταν στο ΓΝΑ «Αλεξάνδρα». Πραγματοποιήθηκε συστηματική συλλογή κλινικών και δημογραφικών δεδομένων, καθώς και δειγμάτων αίματος, τα οποία αναλύθηκαν με τυποποιημένες ανοσολογικές και βιοχημικές μεθόδους. Η στατιστική ανάλυση περιέλαβε μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης και ανάλυση συσχέτισης Pearson, με επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορισμένο στο p&amp;lt;0,05. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το συνολικό μοντέλο παλινδρόμησης ήταν στατιστικά σημαντικό, εξηγώντας το 20,7% της διακύμανσης των επιπέδων της βιταμίνης D (R²=0,207). Ο λόγος sFlt-1/PlGF αναδείχθηκε ως ανεξάρτητος και στατιστικά σημαντικός αρνητικός προγνωστικός παράγοντας των επιπέδων της βιταμίνης D (B=-4,51, p=0,046), ιδίως στις 32 εβδομάδες κύησης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική και μέτριας έντασης αρνητική συσχέτιση μεταξύ του λόγου sFlt-1/PlGF και των επιπέδων βιταμίνης D (r=-0,259, p=0,015), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αυξημένη αντιαγγειογενετική δραστηριότητα συνοδεύεται από μειωμένες συγκεντρώσεις βιταμίνης D. Αντιθέτως, το κάπνισμα δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση, ενώ ο Δείκτης Μάζας Σώματος και ο υποθυρεοειδισμός εμφάνισαν οριακές τάσεις προς στατιστική σημαντικότητα. Οι λοιποί βιοχημικοί δείκτες που μελετήθηκαν μαζί με τη βιταμίνη D (SGOT, SGPT και ολικό ασβέστιο) δεν ανέδειξαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την ύπαρξη ουσιαστικής αντίστροφης σχέσης μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης D και του αγγειογενετικού δείκτη sFlt-1/PlGF, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η βιταμίνη D ενδέχεται να διαδραματίζει ρόλο στη ρύθμιση της αγγειογένεσης και της λειτουργίας του πλακούντα. Αν και δεν μπορούν να εξαχθούν αιτιολογικά συμπεράσματα, η μελέτη αναδεικνύει τη βιταμίνη D ως πιθανό βιολογικό παράγοντα που σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του πλακούντα και την παθογένεια της προεκλαμψίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω προοπτικές μελέτες σε μεγαλύτερα δείγματα.","abstract_has_math":false,"creators":["Γκέλου Ευαγγελία","Gelou Evangelia"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:58Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5362384"],"render_values":[{"text":"uoadl:5362384","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5362384","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Γκέλου Ευαγγελία","Gelou Evangelia"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5362384","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5362384"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η προεκλαμψία συγκαταλέγεται στα υπερτασικά νοσήματα της κύησης και αποτελεί σημαντική αιτία μητρικής και περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας, επηρεάζοντας ποσοστό 8–10% των εγκύων. Πρόκειται για πολυσυστηματικό σύνδρομο που εκδηλώνεται συνήθως κατά το δεύτερο ήμισυ της κύησης και συνδέεται παθογενετικά με διαταραχή της πλακουντιακής αγγειογένεσης και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία είχε ως κεντρική υπόθεση ότι η ανεπάρκεια ή τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατά την κύηση σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D στο μητρικό αίμα με τον αγγειογενετικό δείκτη sFlt-1/PlGF, στο πλαίσιο της ισχαιμικής νόσου του πλακούντα και των συνακόλουθων διαταραχών της μητρικής και εμβρυϊκής κυκλοφορίας, όπως η προεκλαμψία και η ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης. Η μελέτη ήταν προοπτικού χαρακτήρα, διάρκειας δύο ετών, και περιέλαβε 144 εγκύους που παρακολουθούνταν στο ΓΝΑ «Αλεξάνδρα». Πραγματοποιήθηκε συστηματική συλλογή κλινικών και δημογραφικών δεδομένων, καθώς και δειγμάτων αίματος, τα οποία αναλύθηκαν με τυποποιημένες ανοσολογικές και βιοχημικές μεθόδους. Η στατιστική ανάλυση περιέλαβε μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης και ανάλυση συσχέτισης Pearson, με επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορισμένο στο p&lt;0,05. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το συνολικό μοντέλο παλινδρόμησης ήταν στατιστικά σημαντικό, εξηγώντας το 20,7% της διακύμανσης των επιπέδων της βιταμίνης D (R²=0,207). Ο λόγος sFlt-1/PlGF αναδείχθηκε ως ανεξάρτητος και στατιστικά σημαντικός αρνητικός προγνωστικός παράγοντας των επιπέδων της βιταμίνης D (B=-4,51, p=0,046), ιδίως στις 32 εβδομάδες κύησης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική και μέτριας έντασης αρνητική συσχέτιση μεταξύ του λόγου sFlt-1/PlGF και των επιπέδων βιταμίνης D (r=-0,259, p=0,015), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αυξημένη αντιαγγειογενετική δραστηριότητα συνοδεύεται από μειωμένες συγκεντρώσεις βιταμίνης D. Αντιθέτως, το κάπνισμα δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση, ενώ ο Δείκτης Μάζας Σώματος και ο υποθυρεοειδισμός εμφάνισαν οριακές τάσεις προς στατιστική σημαντικότητα. Οι λοιποί βιοχημικοί δείκτες που μελετήθηκαν μαζί με τη βιταμίνη D (SGOT, SGPT και ολικό ασβέστιο) δεν ανέδειξαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την ύπαρξη ουσιαστικής αντίστροφης σχέσης μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης D και του αγγειογενετικού δείκτη sFlt-1/PlGF, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η βιταμίνη D ενδέχεται να διαδραματίζει ρόλο στη ρύθμιση της αγγειογένεσης και της λειτουργίας του πλακούντα. Αν και δεν μπορούν να εξαχθούν αιτιολογικά συμπεράσματα, η μελέτη αναδεικνύει τη βιταμίνη D ως πιθανό βιολογικό παράγοντα που σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του πλακούντα και την παθογένεια της προεκλαμψίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω προοπτικές μελέτες σε μεγαλύτερα δείγματα.","Preeclampsia is classified among the hypertensive disorders of pregnancy and represents a major cause of maternal and perinatal morbidity and mortality, affecting approximately 8–10% of pregnant women. It is a multisystem syndrome that typically manifests during the second half of gestation and is pathogenetically associated with impaired placental angiogenesis and endothelial dysfunction. The present master thesis was based on the central hypothesis that vitamin D deficiency or low vitamin D levels during pregnancy are associated with an increased risk of developing preeclampsia. The aim of the study was to investigate the association between maternal serum 25-hydroxyvitamin D levels and the angiogenic marker sFlt-1/PlGF ratio, within the context of placental ischemic disease and the consequent disturbances of maternal and fetal circulation, such as preeclampsia and intrauterine growth restriction. This was a prospective study of two years’ duration and included 144 pregnant women who were followed up at “Alexandra” Hospital. Systematic collection of clinical and demographic data was performed, along with blood sampling, which was analyzed using standardized immunological and biochemical methods. Statistical analysis included multiple linear regression models and Pearson correlation analysis, with the level of statistical significance set at p&lt;0.05. The results demonstrated that the overall regression model was statistically significant, explaining 20.7% of the variance in vitamin D levels (R²=0.207). The sFlt-1/PlGF ratio emerged as an independent and statistically significant negative predictor of vitamin D levels (B=−4.51, p=0.046), particularly at 32 weeks of gestation. Furthermore, a statistically significant and moderate inverse correlation was identified between the sFlt-1/PlGF ratio and vitamin D levels (r=−0.259, p=0.015), indicating that increased antiangiogenic activity is associated with lower vitamin D concentrations. In contrast, smoking was not significantly associated with vitamin D levels, while body mass index and hypothyroidism demonstrated borderline trends toward statistical significance. The remaining biochemical markers examined alongside vitamin D (SGOT, SGPT, and total calcium) did not show statistically significant associations. In conclusion, the findings of the study support the existence of a meaningful inverse relationship between vitamin D levels and the angiogenic marker sFlt-1/PlGF ratio, reinforcing the hypothesis that vitamin D may play a role in the regulation of angiogenesis and placental function. Although causal inferences cannot be established, the study highlights vitamin D as a potential biological factor associated with placental dysfunction and the pathogenesis of preeclampsia, underscoring the need for further prospective studies in larger populations."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Ο ρόλος της Βιταμίνης D στην προεκλαμψία"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Γκέλου Ευαγγελία","Gelou Evangelia"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η προεκλαμψία συγκαταλέγεται στα υπερτασικά νοσήματα της κύησης και αποτελεί σημαντική αιτία μητρικής και περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας, επηρεάζοντας ποσοστό 8–10% των εγκύων. Πρόκειται για πολυσυστηματικό σύνδρομο που εκδηλώνεται συνήθως κατά το δεύτερο ήμισυ της κύησης και συνδέεται παθογενετικά με διαταραχή της πλακουντιακής αγγειογένεσης και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Η παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία είχε ως κεντρική υπόθεση ότι η ανεπάρκεια ή τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατά την κύηση σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D στο μητρικό αίμα με τον αγγειογενετικό δείκτη sFlt-1/PlGF, στο πλαίσιο της ισχαιμικής νόσου του πλακούντα και των συνακόλουθων διαταραχών της μητρικής και εμβρυϊκής κυκλοφορίας, όπως η προεκλαμψία και η ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης. Η μελέτη ήταν προοπτικού χαρακτήρα, διάρκειας δύο ετών, και περιέλαβε 144 εγκύους που παρακολουθούνταν στο ΓΝΑ «Αλεξάνδρα». Πραγματοποιήθηκε συστηματική συλλογή κλινικών και δημογραφικών δεδομένων, καθώς και δειγμάτων αίματος, τα οποία αναλύθηκαν με τυποποιημένες ανοσολογικές και βιοχημικές μεθόδους. Η στατιστική ανάλυση περιέλαβε μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης και ανάλυση συσχέτισης Pearson, με επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορισμένο στο p&lt;0,05. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το συνολικό μοντέλο παλινδρόμησης ήταν στατιστικά σημαντικό, εξηγώντας το 20,7% της διακύμανσης των επιπέδων της βιταμίνης D (R²=0,207). Ο λόγος sFlt-1/PlGF αναδείχθηκε ως ανεξάρτητος και στατιστικά σημαντικός αρνητικός προγνωστικός παράγοντας των επιπέδων της βιταμίνης D (B=-4,51, p=0,046), ιδίως στις 32 εβδομάδες κύησης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική και μέτριας έντασης αρνητική συσχέτιση μεταξύ του λόγου sFlt-1/PlGF και των επιπέδων βιταμίνης D (r=-0,259, p=0,015), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αυξημένη αντιαγγειογενετική δραστηριότητα συνοδεύεται από μειωμένες συγκεντρώσεις βιταμίνης D. Αντιθέτως, το κάπνισμα δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική συσχέτιση, ενώ ο Δείκτης Μάζας Σώματος και ο υποθυρεοειδισμός εμφάνισαν οριακές τάσεις προς στατιστική σημαντικότητα. Οι λοιποί βιοχημικοί δείκτες που μελετήθηκαν μαζί με τη βιταμίνη D (SGOT, SGPT και ολικό ασβέστιο) δεν ανέδειξαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την ύπαρξη ουσιαστικής αντίστροφης σχέσης μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης D και του αγγειογενετικού δείκτη sFlt-1/PlGF, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η βιταμίνη D ενδέχεται να διαδραματίζει ρόλο στη ρύθμιση της αγγειογένεσης και της λειτουργίας του πλακούντα. Αν και δεν μπορούν να εξαχθούν αιτιολογικά συμπεράσματα, η μελέτη αναδεικνύει τη βιταμίνη D ως πιθανό βιολογικό παράγοντα που σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του πλακούντα και την παθογένεια της προεκλαμψίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω προοπτικές μελέτες σε μεγαλύτερα δείγματα.","Preeclampsia is classified among the hypertensive disorders of pregnancy and represents a major cause of maternal and perinatal morbidity and mortality, affecting approximately 8–10% of pregnant women. It is a multisystem syndrome that typically manifests during the second half of gestation and is pathogenetically associated with impaired placental angiogenesis and endothelial dysfunction. The present master thesis was based on the central hypothesis that vitamin D deficiency or low vitamin D levels during pregnancy are associated with an increased risk of developing preeclampsia. The aim of the study was to investigate the association between maternal serum 25-hydroxyvitamin D levels and the angiogenic marker sFlt-1/PlGF ratio, within the context of placental ischemic disease and the consequent disturbances of maternal and fetal circulation, such as preeclampsia and intrauterine growth restriction. This was a prospective study of two years’ duration and included 144 pregnant women who were followed up at “Alexandra” Hospital. Systematic collection of clinical and demographic data was performed, along with blood sampling, which was analyzed using standardized immunological and biochemical methods. Statistical analysis included multiple linear regression models and Pearson correlation analysis, with the level of statistical significance set at p&lt;0.05. The results demonstrated that the overall regression model was statistically significant, explaining 20.7% of the variance in vitamin D levels (R²=0.207). The sFlt-1/PlGF ratio emerged as an independent and statistically significant negative predictor of vitamin D levels (B=−4.51, p=0.046), particularly at 32 weeks of gestation. Furthermore, a statistically significant and moderate inverse correlation was identified between the sFlt-1/PlGF ratio and vitamin D levels (r=−0.259, p=0.015), indicating that increased antiangiogenic activity is associated with lower vitamin D concentrations. In contrast, smoking was not significantly associated with vitamin D levels, while body mass index and hypothyroidism demonstrated borderline trends toward statistical significance. The remaining biochemical markers examined alongside vitamin D (SGOT, SGPT, and total calcium) did not show statistically significant associations. In conclusion, the findings of the study support the existence of a meaningful inverse relationship between vitamin D levels and the angiogenic marker sFlt-1/PlGF ratio, reinforcing the hypothesis that vitamin D may play a role in the regulation of angiogenesis and placental function. Although causal inferences cannot be established, the study highlights vitamin D as a potential biological factor associated with placental dysfunction and the pathogenesis of preeclampsia, underscoring the need for further prospective studies in larger populations."],"dc:identifier":["uoadl:5362384","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5362384"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Ο ρόλος της Βιταμίνης D στην προεκλαμψία"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:58Z"}