{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5361928"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5361928","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Relationship between cardiorespiratory and muscular parameters and CrossFit performance","abstract":"Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ φυσιολογικών και μυοδυναμικών παραμέτρων με την απόδοση σε τρεις διαφορετικού τύπου δοκιμασίες CrossFit (Cindy, Karen, Double Grace), καθώς και τις πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στη μελέτη συμμετείχαν 20 αθλητές και αθλήτριες (10 άνδρες, 10 γυναίκες). Αξιολογήθηκαν σωματομετρικά χαρακτηριστικά, δείκτες αερόβιας ικανότητας, δύναμης και ισχύος, καθώς και η απόδοση στις δοκιμασίες CrossFit. Η VO₂max εκτιμήθηκε έμμεσα μέσω του 20m shuttle run (Beep Test). Η αλτική ικανότητα μετρήθηκε με άλμα αντίθετης κίνησης (CMJ) μέσω της εφαρμογής MyJump, ενώ η δύναμη άνω σώματος αξιολογήθηκε με χειροδυναμόμετρο και ρίψη medicine ball 3 kg. Η μέγιστη δύναμη καταγράφηκε ως 1RM σε ημικάθισμα και πιέσεις πάγκου. Οι αγωνιστικές δοκιμασίες περιλάμβαναν: Cindy (AMRAP 20΄ με pull-ups, push-ups και squats), Karen (150 wall-ball shots για χρόνο) και Double Grace (60 clean &amp; jerk για χρόνο). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σαφείς διαφορές φύλου. Οι άνδρες παρουσίασαν υψηλότερες τιμές σε VO₂max, ύψος άλματος, χειροδυναμομέτρηση και μέγιστη δύναμη, ενώ οι γυναίκες εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους και μεγαλύτερες περιφερικές σωματομετρήσεις. Στους άνδρες, η απόδοση στη Cindy συσχετίστηκε θετικά με τη VO₂max και τη μέγιστη δύναμη των κάτω άκρων, γεγονός που υποδεικνύει τη σημασία της αερόβιας ικανότητας και της μυϊκής ισχύος σε δοκιμασίες κυκλικού χαρακτήρα μεγάλης διάρκειας. Στις δοκιμασίες Karen και Double Grace, οι δείκτες VO₂max και δύναμης παρουσίασαν αρνητικές συσχετίσεις με τον χρόνο εκτέλεσης, δηλαδή υψηλότερες τιμές σχετίστηκαν με μικρότερο χρόνο, άρα καλύτερη απόδοση. Στις γυναίκες, η Cindy εμφάνισε θετική συσχέτιση με τη VO₂max, ενώ η Karen και η Double Grace αρνητικές συσχετίσεις με δείκτες δύναμης και VO₂max. Επιπλέον, οι τρεις δοκιμασίες εμφάνισαν μεταξύ τους αρνητικές συσχετίσεις, υποδεικνύοντας διαφορετικές ενεργειακές απαιτήσεις και φυσιολογικά προφίλ απόδοσης. Τα ευρήματα ερμηνεύονται με βάση τη φυσιολογία των WODs: η Cindy ευνοεί αθλητές με υψηλή αερόβια ικανότητα και νευρομυϊκή αντοχή, η Karen απαιτεί διαχείριση κόπωσης και τοπική μυϊκή αντοχή σε υψηλό όγκο επαναλήψεων, ενώ η Double Grace εξαρτάται από ισχύ και τεχνική σε ταχύ ρυθμό. Οι υψηλότερες τελικές καρδιακές συχνότητες των γυναικών στην Karen πιθανώς σχετίζονται με φυσιολογικές διαφορές όπως το μικρότερο μέγεθος καρδιάς και τα χαμηλότερα επίπεδα αιμοσφαιρίνης, καθώς και διαφορετικές στρατηγικές ρυθμού. Συνολικά, η απόδοση στο CrossFit είναι πολυπαραγοντική και WOD-ειδική, με το φύλο να αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαφοροποίησης. Πρακτικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες, εξατομικευμένες προπονητικές παρεμβάσεις: ενίσχυση VO₂max και μέγιστης δύναμης για AMRAP δοκιμασίες, και έμφαση σε μυϊκή αντοχή και pacing για δοκιμασίες υψηλού όγκου ή ισχύος.","abstract_html":"Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ φυσιολογικών και μυοδυναμικών παραμέτρων με την απόδοση σε τρεις διαφορετικού τύπου δοκιμασίες CrossFit (Cindy, Karen, Double Grace), καθώς και τις πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στη μελέτη συμμετείχαν 20 αθλητές και αθλήτριες (10 άνδρες, 10 γυναίκες). Αξιολογήθηκαν σωματομετρικά χαρακτηριστικά, δείκτες αερόβιας ικανότητας, δύναμης και ισχύος, καθώς και η απόδοση στις δοκιμασίες CrossFit. Η VO₂max εκτιμήθηκε έμμεσα μέσω του 20m shuttle run (Beep Test). Η αλτική ικανότητα μετρήθηκε με άλμα αντίθετης κίνησης (CMJ) μέσω της εφαρμογής MyJump, ενώ η δύναμη άνω σώματος αξιολογήθηκε με χειροδυναμόμετρο και ρίψη medicine ball 3 kg. Η μέγιστη δύναμη καταγράφηκε ως 1RM σε ημικάθισμα και πιέσεις πάγκου. Οι αγωνιστικές δοκιμασίες περιλάμβαναν: Cindy (AMRAP 20΄ με pull-ups, push-ups και squats), Karen (150 wall-ball shots για χρόνο) και Double Grace (60 clean &amp;amp; jerk για χρόνο). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σαφείς διαφορές φύλου. Οι άνδρες παρουσίασαν υψηλότερες τιμές σε VO₂max, ύψος άλματος, χειροδυναμομέτρηση και μέγιστη δύναμη, ενώ οι γυναίκες εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους και μεγαλύτερες περιφερικές σωματομετρήσεις. Στους άνδρες, η απόδοση στη Cindy συσχετίστηκε θετικά με τη VO₂max και τη μέγιστη δύναμη των κάτω άκρων, γεγονός που υποδεικνύει τη σημασία της αερόβιας ικανότητας και της μυϊκής ισχύος σε δοκιμασίες κυκλικού χαρακτήρα μεγάλης διάρκειας. Στις δοκιμασίες Karen και Double Grace, οι δείκτες VO₂max και δύναμης παρουσίασαν αρνητικές συσχετίσεις με τον χρόνο εκτέλεσης, δηλαδή υψηλότερες τιμές σχετίστηκαν με μικρότερο χρόνο, άρα καλύτερη απόδοση. Στις γυναίκες, η Cindy εμφάνισε θετική συσχέτιση με τη VO₂max, ενώ η Karen και η Double Grace αρνητικές συσχετίσεις με δείκτες δύναμης και VO₂max. Επιπλέον, οι τρεις δοκιμασίες εμφάνισαν μεταξύ τους αρνητικές συσχετίσεις, υποδεικνύοντας διαφορετικές ενεργειακές απαιτήσεις και φυσιολογικά προφίλ απόδοσης. Τα ευρήματα ερμηνεύονται με βάση τη φυσιολογία των WODs: η Cindy ευνοεί αθλητές με υψηλή αερόβια ικανότητα και νευρομυϊκή αντοχή, η Karen απαιτεί διαχείριση κόπωσης και τοπική μυϊκή αντοχή σε υψηλό όγκο επαναλήψεων, ενώ η Double Grace εξαρτάται από ισχύ και τεχνική σε ταχύ ρυθμό. Οι υψηλότερες τελικές καρδιακές συχνότητες των γυναικών στην Karen πιθανώς σχετίζονται με φυσιολογικές διαφορές όπως το μικρότερο μέγεθος καρδιάς και τα χαμηλότερα επίπεδα αιμοσφαιρίνης, καθώς και διαφορετικές στρατηγικές ρυθμού. Συνολικά, η απόδοση στο CrossFit είναι πολυπαραγοντική και WOD-ειδική, με το φύλο να αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαφοροποίησης. Πρακτικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες, εξατομικευμένες προπονητικές παρεμβάσεις: ενίσχυση VO₂max και μέγιστης δύναμης για AMRAP δοκιμασίες, και έμφαση σε μυϊκή αντοχή και pacing για δοκιμασίες υψηλού όγκου ή ισχύος.","abstract_has_math":false,"creators":["Μπουράκη Ειρήνη","Mpouraki Eirini"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:56Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5361928"],"render_values":[{"text":"uoadl:5361928","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5361928","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Μπουράκη Ειρήνη","Mpouraki Eirini"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5361928","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5361928"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ φυσιολογικών και μυοδυναμικών παραμέτρων με την απόδοση σε τρεις διαφορετικού τύπου δοκιμασίες CrossFit (Cindy, Karen, Double Grace), καθώς και τις πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στη μελέτη συμμετείχαν 20 αθλητές και αθλήτριες (10 άνδρες, 10 γυναίκες). Αξιολογήθηκαν σωματομετρικά χαρακτηριστικά, δείκτες αερόβιας ικανότητας, δύναμης και ισχύος, καθώς και η απόδοση στις δοκιμασίες CrossFit. Η VO₂max εκτιμήθηκε έμμεσα μέσω του 20m shuttle run (Beep Test). Η αλτική ικανότητα μετρήθηκε με άλμα αντίθετης κίνησης (CMJ) μέσω της εφαρμογής MyJump, ενώ η δύναμη άνω σώματος αξιολογήθηκε με χειροδυναμόμετρο και ρίψη medicine ball 3 kg. Η μέγιστη δύναμη καταγράφηκε ως 1RM σε ημικάθισμα και πιέσεις πάγκου. Οι αγωνιστικές δοκιμασίες περιλάμβαναν: Cindy (AMRAP 20΄ με pull-ups, push-ups και squats), Karen (150 wall-ball shots για χρόνο) και Double Grace (60 clean &amp; jerk για χρόνο). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σαφείς διαφορές φύλου. Οι άνδρες παρουσίασαν υψηλότερες τιμές σε VO₂max, ύψος άλματος, χειροδυναμομέτρηση και μέγιστη δύναμη, ενώ οι γυναίκες εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους και μεγαλύτερες περιφερικές σωματομετρήσεις. Στους άνδρες, η απόδοση στη Cindy συσχετίστηκε θετικά με τη VO₂max και τη μέγιστη δύναμη των κάτω άκρων, γεγονός που υποδεικνύει τη σημασία της αερόβιας ικανότητας και της μυϊκής ισχύος σε δοκιμασίες κυκλικού χαρακτήρα μεγάλης διάρκειας. Στις δοκιμασίες Karen και Double Grace, οι δείκτες VO₂max και δύναμης παρουσίασαν αρνητικές συσχετίσεις με τον χρόνο εκτέλεσης, δηλαδή υψηλότερες τιμές σχετίστηκαν με μικρότερο χρόνο, άρα καλύτερη απόδοση. Στις γυναίκες, η Cindy εμφάνισε θετική συσχέτιση με τη VO₂max, ενώ η Karen και η Double Grace αρνητικές συσχετίσεις με δείκτες δύναμης και VO₂max. Επιπλέον, οι τρεις δοκιμασίες εμφάνισαν μεταξύ τους αρνητικές συσχετίσεις, υποδεικνύοντας διαφορετικές ενεργειακές απαιτήσεις και φυσιολογικά προφίλ απόδοσης. Τα ευρήματα ερμηνεύονται με βάση τη φυσιολογία των WODs: η Cindy ευνοεί αθλητές με υψηλή αερόβια ικανότητα και νευρομυϊκή αντοχή, η Karen απαιτεί διαχείριση κόπωσης και τοπική μυϊκή αντοχή σε υψηλό όγκο επαναλήψεων, ενώ η Double Grace εξαρτάται από ισχύ και τεχνική σε ταχύ ρυθμό. Οι υψηλότερες τελικές καρδιακές συχνότητες των γυναικών στην Karen πιθανώς σχετίζονται με φυσιολογικές διαφορές όπως το μικρότερο μέγεθος καρδιάς και τα χαμηλότερα επίπεδα αιμοσφαιρίνης, καθώς και διαφορετικές στρατηγικές ρυθμού. Συνολικά, η απόδοση στο CrossFit είναι πολυπαραγοντική και WOD-ειδική, με το φύλο να αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαφοροποίησης. Πρακτικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες, εξατομικευμένες προπονητικές παρεμβάσεις: ενίσχυση VO₂max και μέγιστης δύναμης για AMRAP δοκιμασίες, και έμφαση σε μυϊκή αντοχή και pacing για δοκιμασίες υψηλού όγκου ή ισχύος.","The present study aimed to investigate the relationships between maximal oxygen uptake (VO₂max), upper and lower limb strength and power, and performance in three selected CrossFit workouts (Cindy, Karen, Double Grace). In addition, potential sex differences in these relationships were examined to support the development of more individualized training approaches. Unlike previous studies that have mainly focused on isolated physiological or neuromuscular variables, this research adopted a multidimensional approach by examining different performance demands through three distinct CrossFit workouts. This design allowed a more comprehensive understanding of the physiological determinants of CrossFit performance and their variability between men and women. The analysis revealed clear sex-based differences in anthropometric, physiological, and strength parameters. Men displayed higher body mass, stature, BMI, VO₂max, jump performance, handgrip strength, and maximal strength (bench press and back squat), whereas women exhibited higher body fat percentages and larger peripheral anthropometric measurements. These differences were attributed to morphological, physiological, and hormonal factors, such as greater muscle mass and testosterone levels in men, and smaller heart size and lower hemoglobin concentrations in women, which may influence cardiovascular responses during high-volume workouts like Karen. Different association patterns between physiological variables and performance were observed across the three workouts and between sexes. In men, performance in Cindy was positively correlated with VO₂max and squat strength, indicating the relevance of aerobic capacity and lower-body strength in AMRAP-style workouts. In contrast, Karen showed negative correlations with VO₂max and strength, suggesting that higher values of these parameters did not necessarily translate into better performance in a workout emphasizing muscular endurance and fatigue management. Double Grace was also negatively correlated with VO₂max and strength, which can be explained by the fact that performance was assessed by completion time—thus, higher physiological values corresponded to shorter times and therefore better performance. Among women, Cindy performance was associated primarily with VO₂max, whereas Karen and Double Grace displayed negative correlations with both VO₂max and strength indicators, highlighting distinct physiological profiles for endurance- versus power-oriented workouts. These findings are consistent with existing literature, which identifies VO₂max and muscular strength as key predictors of CrossFit performance. Meta-analytic data indicates that both aerobic capacity and maximal strength significantly influence performance across various WODs. However, the negative correlations found for Karen and Double Grace reflect the nature of these workouts, which rely heavily on muscular endurance, pacing strategies, and local fatigue tolerance rather than maximal aerobic capacity. Sex differences were also evident in physiological responses, with women exhibiting higher final heart rates in Karen despite performing with lighter absolute loads. This suggests a relatively greater cardiovascular strain, likely due to physiological differences such as lower cardiac output and oxygen-carrying capacity. Overall, the study confirms that CrossFit performance is multifactorial and WOD-specific."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Relationship between cardiorespiratory and muscular parameters and CrossFit performance"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Μπουράκη Ειρήνη","Mpouraki Eirini"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ φυσιολογικών και μυοδυναμικών παραμέτρων με την απόδοση σε τρεις διαφορετικού τύπου δοκιμασίες CrossFit (Cindy, Karen, Double Grace), καθώς και τις πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στη μελέτη συμμετείχαν 20 αθλητές και αθλήτριες (10 άνδρες, 10 γυναίκες). Αξιολογήθηκαν σωματομετρικά χαρακτηριστικά, δείκτες αερόβιας ικανότητας, δύναμης και ισχύος, καθώς και η απόδοση στις δοκιμασίες CrossFit. Η VO₂max εκτιμήθηκε έμμεσα μέσω του 20m shuttle run (Beep Test). Η αλτική ικανότητα μετρήθηκε με άλμα αντίθετης κίνησης (CMJ) μέσω της εφαρμογής MyJump, ενώ η δύναμη άνω σώματος αξιολογήθηκε με χειροδυναμόμετρο και ρίψη medicine ball 3 kg. Η μέγιστη δύναμη καταγράφηκε ως 1RM σε ημικάθισμα και πιέσεις πάγκου. Οι αγωνιστικές δοκιμασίες περιλάμβαναν: Cindy (AMRAP 20΄ με pull-ups, push-ups και squats), Karen (150 wall-ball shots για χρόνο) και Double Grace (60 clean &amp; jerk για χρόνο). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σαφείς διαφορές φύλου. Οι άνδρες παρουσίασαν υψηλότερες τιμές σε VO₂max, ύψος άλματος, χειροδυναμομέτρηση και μέγιστη δύναμη, ενώ οι γυναίκες εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό σωματικού λίπους και μεγαλύτερες περιφερικές σωματομετρήσεις. Στους άνδρες, η απόδοση στη Cindy συσχετίστηκε θετικά με τη VO₂max και τη μέγιστη δύναμη των κάτω άκρων, γεγονός που υποδεικνύει τη σημασία της αερόβιας ικανότητας και της μυϊκής ισχύος σε δοκιμασίες κυκλικού χαρακτήρα μεγάλης διάρκειας. Στις δοκιμασίες Karen και Double Grace, οι δείκτες VO₂max και δύναμης παρουσίασαν αρνητικές συσχετίσεις με τον χρόνο εκτέλεσης, δηλαδή υψηλότερες τιμές σχετίστηκαν με μικρότερο χρόνο, άρα καλύτερη απόδοση. Στις γυναίκες, η Cindy εμφάνισε θετική συσχέτιση με τη VO₂max, ενώ η Karen και η Double Grace αρνητικές συσχετίσεις με δείκτες δύναμης και VO₂max. Επιπλέον, οι τρεις δοκιμασίες εμφάνισαν μεταξύ τους αρνητικές συσχετίσεις, υποδεικνύοντας διαφορετικές ενεργειακές απαιτήσεις και φυσιολογικά προφίλ απόδοσης. Τα ευρήματα ερμηνεύονται με βάση τη φυσιολογία των WODs: η Cindy ευνοεί αθλητές με υψηλή αερόβια ικανότητα και νευρομυϊκή αντοχή, η Karen απαιτεί διαχείριση κόπωσης και τοπική μυϊκή αντοχή σε υψηλό όγκο επαναλήψεων, ενώ η Double Grace εξαρτάται από ισχύ και τεχνική σε ταχύ ρυθμό. Οι υψηλότερες τελικές καρδιακές συχνότητες των γυναικών στην Karen πιθανώς σχετίζονται με φυσιολογικές διαφορές όπως το μικρότερο μέγεθος καρδιάς και τα χαμηλότερα επίπεδα αιμοσφαιρίνης, καθώς και διαφορετικές στρατηγικές ρυθμού. Συνολικά, η απόδοση στο CrossFit είναι πολυπαραγοντική και WOD-ειδική, με το φύλο να αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαφοροποίησης. Πρακτικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες, εξατομικευμένες προπονητικές παρεμβάσεις: ενίσχυση VO₂max και μέγιστης δύναμης για AMRAP δοκιμασίες, και έμφαση σε μυϊκή αντοχή και pacing για δοκιμασίες υψηλού όγκου ή ισχύος.","The present study aimed to investigate the relationships between maximal oxygen uptake (VO₂max), upper and lower limb strength and power, and performance in three selected CrossFit workouts (Cindy, Karen, Double Grace). In addition, potential sex differences in these relationships were examined to support the development of more individualized training approaches. Unlike previous studies that have mainly focused on isolated physiological or neuromuscular variables, this research adopted a multidimensional approach by examining different performance demands through three distinct CrossFit workouts. This design allowed a more comprehensive understanding of the physiological determinants of CrossFit performance and their variability between men and women. The analysis revealed clear sex-based differences in anthropometric, physiological, and strength parameters. Men displayed higher body mass, stature, BMI, VO₂max, jump performance, handgrip strength, and maximal strength (bench press and back squat), whereas women exhibited higher body fat percentages and larger peripheral anthropometric measurements. These differences were attributed to morphological, physiological, and hormonal factors, such as greater muscle mass and testosterone levels in men, and smaller heart size and lower hemoglobin concentrations in women, which may influence cardiovascular responses during high-volume workouts like Karen. Different association patterns between physiological variables and performance were observed across the three workouts and between sexes. In men, performance in Cindy was positively correlated with VO₂max and squat strength, indicating the relevance of aerobic capacity and lower-body strength in AMRAP-style workouts. In contrast, Karen showed negative correlations with VO₂max and strength, suggesting that higher values of these parameters did not necessarily translate into better performance in a workout emphasizing muscular endurance and fatigue management. Double Grace was also negatively correlated with VO₂max and strength, which can be explained by the fact that performance was assessed by completion time—thus, higher physiological values corresponded to shorter times and therefore better performance. Among women, Cindy performance was associated primarily with VO₂max, whereas Karen and Double Grace displayed negative correlations with both VO₂max and strength indicators, highlighting distinct physiological profiles for endurance- versus power-oriented workouts. These findings are consistent with existing literature, which identifies VO₂max and muscular strength as key predictors of CrossFit performance. Meta-analytic data indicates that both aerobic capacity and maximal strength significantly influence performance across various WODs. However, the negative correlations found for Karen and Double Grace reflect the nature of these workouts, which rely heavily on muscular endurance, pacing strategies, and local fatigue tolerance rather than maximal aerobic capacity. Sex differences were also evident in physiological responses, with women exhibiting higher final heart rates in Karen despite performing with lighter absolute loads. This suggests a relatively greater cardiovascular strain, likely due to physiological differences such as lower cardiac output and oxygen-carrying capacity. Overall, the study confirms that CrossFit performance is multifactorial and WOD-specific."],"dc:identifier":["uoadl:5361928","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5361928"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Relationship between cardiorespiratory and muscular parameters and CrossFit performance"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:56Z"}