{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5359433"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5359433","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Current therapeutic approaches for retinopathy of prematurity","abstract":"Η αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας (ROP) παραμένει μια σημαντική αιτία αποτρέψιμης παιδικής τύφλωσης και έχει γίνει ολοένα και πιο συχνή καθώς η επιβίωση των εξαιρετικά πρόωρων νεογνών βελτιώνεται παγκοσμίως. Η ROP προκύπτει από μια διφασική διαταραχή της φυσιολογικής αγγειακής ανάπτυξης του αμφιβληστροειδούς, ξεκινώντας με αγγειοκαταστροφή οφειλόμενη στην υπεροξία και ακολουθούμενη από παθολογική νεοαγγείωση λόγω υποξίας, η οποία διαμεσολαβείται κυρίως από τον αγγειακό ενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα (VEGF). Πολλοί συστηματικοί και κλινικοί παράγοντες κινδύνου — όπως η εξαιρετικά πρόωρη γέννηση, οι διακυμάνσεις του κορεσμού οξυγόνου (SpO₂), η νεογνική σήψη, οι μεταγγίσεις αίματος και η ανεπαρκής αύξηση βάρους μετά τη γέννηση που σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα ινσουλινοειδους αυξητικού παράγοντα 1 (IGF-1) — συμβάλλουν στην εμφάνιση και τη βαρύτητα της νόσου. Η έγκαιρη ανίχνευση μέσω δομημένων προγραμμάτων ελέγχου και η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων βασισμένων στην αύξηση βάρους, όπως το μοντέλο Weight, IGF-1, Neonatal, Retinopathy of Prematurity (WINROP), είναι κρίσιμη για την έγκαιρη θεραπεία. Η φωτοπηξία με λέιζερ, που ιστορικά αποτελούσε το πρότυπο θεραπείας, προσφέρει παρατεταμένη υποστροφή της νεοαγγείωσης, ιδιαίτερα σε νόσο ζώνης II, αν και σχετίζεται με περιορισμό του περιφερικού οπτικού πεδίου και υψηλότερα ποσοστά μυωπίας. Οι ενδοϋαλοειδικές θεραπείες με αναστολείς του VEGF (anti-VEGF), όπως το bevacizumab και το ranibizumab, έχουν μεταμορφώσει τη διαχείριση της οπισθίας μορφής της νόσου (ζώνη I και επιθετική οπίσθια ROP), προσφέροντας ταχεία υποστροφή της νόσου plus και καλύτερη διατήρηση του περιφερικού αμφιβληστροειδούς. Ωστόσο, αυτές οι θεραπείες απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας καθυστερημένης υποτροπής και προκαλούν ανησυχίες σχετικά με την συστηματική έκθεση σε αναστολείς του VEGF σε πρόωρα νεογνά. Οι αναδυόμενες στρατηγικές — όπως η αρχική θεραπεία με anti-VEGF ακολουθούμενη από λέιζερ φωτοπηξία σε επίμονες ανάγγειες περιοχές — στοχεύουν στην ισορροπία μεταξύ σταθεροποίησης της ανατομίας και διατήρησης της οπτικής λειτουργίας. Πειραματικές θεραπείες που στοχεύουν στο οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και εναλλακτικές αγγειογενετικές οδούς βρίσκονται υπό αξιολόγηση και αντιπροσωπεύουν μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. Η βέλτιστη διαχείριση της ROP απαιτεί εξατομικευμένη επιλογή θεραπείας, μακροχρόνια παρακολούθηση του αμφιβληστροειδούς και στρατηγικές του συστήματος υγείας που υποστηρίζουν την έγκαιρη ανίχνευση και την ισότιμη πρόσβαση σε εξειδικευμένη οφθαλμολογική φροντίδα. Απαιτείται συνεχής έρευνα για την αποσαφήνιση των μακροχρόνιων οπτικών και νευροαναπτυξιακών εκβάσεων, τη βελτίωση των θεραπευτικών αλγορίθμων και τη μείωση του παγκόσμιου φορτίου τύφλωσης που σχετίζεται με την ROP.","abstract_html":"Η αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας (ROP) παραμένει μια σημαντική αιτία αποτρέψιμης παιδικής τύφλωσης και έχει γίνει ολοένα και πιο συχνή καθώς η επιβίωση των εξαιρετικά πρόωρων νεογνών βελτιώνεται παγκοσμίως. Η ROP προκύπτει από μια διφασική διαταραχή της φυσιολογικής αγγειακής ανάπτυξης του αμφιβληστροειδούς, ξεκινώντας με αγγειοκαταστροφή οφειλόμενη στην υπεροξία και ακολουθούμενη από παθολογική νεοαγγείωση λόγω υποξίας, η οποία διαμεσολαβείται κυρίως από τον αγγειακό ενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα (VEGF). Πολλοί συστηματικοί και κλινικοί παράγοντες κινδύνου — όπως η εξαιρετικά πρόωρη γέννηση, οι διακυμάνσεις του κορεσμού οξυγόνου (SpO₂), η νεογνική σήψη, οι μεταγγίσεις αίματος και η ανεπαρκής αύξηση βάρους μετά τη γέννηση που σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα ινσουλινοειδους αυξητικού παράγοντα 1 (IGF-1) — συμβάλλουν στην εμφάνιση και τη βαρύτητα της νόσου. Η έγκαιρη ανίχνευση μέσω δομημένων προγραμμάτων ελέγχου και η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων βασισμένων στην αύξηση βάρους, όπως το μοντέλο Weight, IGF-1, Neonatal, Retinopathy of Prematurity (WINROP), είναι κρίσιμη για την έγκαιρη θεραπεία. Η φωτοπηξία με λέιζερ, που ιστορικά αποτελούσε το πρότυπο θεραπείας, προσφέρει παρατεταμένη υποστροφή της νεοαγγείωσης, ιδιαίτερα σε νόσο ζώνης II, αν και σχετίζεται με περιορισμό του περιφερικού οπτικού πεδίου και υψηλότερα ποσοστά μυωπίας. Οι ενδοϋαλοειδικές θεραπείες με αναστολείς του VEGF (anti-VEGF), όπως το bevacizumab και το ranibizumab, έχουν μεταμορφώσει τη διαχείριση της οπισθίας μορφής της νόσου (ζώνη I και επιθετική οπίσθια ROP), προσφέροντας ταχεία υποστροφή της νόσου plus και καλύτερη διατήρηση του περιφερικού αμφιβληστροειδούς. Ωστόσο, αυτές οι θεραπείες απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας καθυστερημένης υποτροπής και προκαλούν ανησυχίες σχετικά με την συστηματική έκθεση σε αναστολείς του VEGF σε πρόωρα νεογνά. Οι αναδυόμενες στρατηγικές — όπως η αρχική θεραπεία με anti-VEGF ακολουθούμενη από λέιζερ φωτοπηξία σε επίμονες ανάγγειες περιοχές — στοχεύουν στην ισορροπία μεταξύ σταθεροποίησης της ανατομίας και διατήρησης της οπτικής λειτουργίας. Πειραματικές θεραπείες που στοχεύουν στο οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και εναλλακτικές αγγειογενετικές οδούς βρίσκονται υπό αξιολόγηση και αντιπροσωπεύουν μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. Η βέλτιστη διαχείριση της ROP απαιτεί εξατομικευμένη επιλογή θεραπείας, μακροχρόνια παρακολούθηση του αμφιβληστροειδούς και στρατηγικές του συστήματος υγείας που υποστηρίζουν την έγκαιρη ανίχνευση και την ισότιμη πρόσβαση σε εξειδικευμένη οφθαλμολογική φροντίδα. Απαιτείται συνεχής έρευνα για την αποσαφήνιση των μακροχρόνιων οπτικών και νευροαναπτυξιακών εκβάσεων, τη βελτίωση των θεραπευτικών αλγορίθμων και τη μείωση του παγκόσμιου φορτίου τύφλωσης που σχετίζεται με την ROP.","abstract_has_math":false,"creators":["Τσιριπίδης Κωνσταντίνος","Tsiripidis Konstantinos"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:51Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5359433"],"render_values":[{"text":"uoadl:5359433","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5359433","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Τσιριπίδης Κωνσταντίνος","Tsiripidis Konstantinos"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5359433","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5359433"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας (ROP) παραμένει μια σημαντική αιτία αποτρέψιμης παιδικής τύφλωσης και έχει γίνει ολοένα και πιο συχνή καθώς η επιβίωση των εξαιρετικά πρόωρων νεογνών βελτιώνεται παγκοσμίως. Η ROP προκύπτει από μια διφασική διαταραχή της φυσιολογικής αγγειακής ανάπτυξης του αμφιβληστροειδούς, ξεκινώντας με αγγειοκαταστροφή οφειλόμενη στην υπεροξία και ακολουθούμενη από παθολογική νεοαγγείωση λόγω υποξίας, η οποία διαμεσολαβείται κυρίως από τον αγγειακό ενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα (VEGF). Πολλοί συστηματικοί και κλινικοί παράγοντες κινδύνου — όπως η εξαιρετικά πρόωρη γέννηση, οι διακυμάνσεις του κορεσμού οξυγόνου (SpO₂), η νεογνική σήψη, οι μεταγγίσεις αίματος και η ανεπαρκής αύξηση βάρους μετά τη γέννηση που σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα ινσουλινοειδους αυξητικού παράγοντα 1 (IGF-1) — συμβάλλουν στην εμφάνιση και τη βαρύτητα της νόσου. Η έγκαιρη ανίχνευση μέσω δομημένων προγραμμάτων ελέγχου και η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων βασισμένων στην αύξηση βάρους, όπως το μοντέλο Weight, IGF-1, Neonatal, Retinopathy of Prematurity (WINROP), είναι κρίσιμη για την έγκαιρη θεραπεία. Η φωτοπηξία με λέιζερ, που ιστορικά αποτελούσε το πρότυπο θεραπείας, προσφέρει παρατεταμένη υποστροφή της νεοαγγείωσης, ιδιαίτερα σε νόσο ζώνης II, αν και σχετίζεται με περιορισμό του περιφερικού οπτικού πεδίου και υψηλότερα ποσοστά μυωπίας. Οι ενδοϋαλοειδικές θεραπείες με αναστολείς του VEGF (anti-VEGF), όπως το bevacizumab και το ranibizumab, έχουν μεταμορφώσει τη διαχείριση της οπισθίας μορφής της νόσου (ζώνη I και επιθετική οπίσθια ROP), προσφέροντας ταχεία υποστροφή της νόσου plus και καλύτερη διατήρηση του περιφερικού αμφιβληστροειδούς. Ωστόσο, αυτές οι θεραπείες απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας καθυστερημένης υποτροπής και προκαλούν ανησυχίες σχετικά με την συστηματική έκθεση σε αναστολείς του VEGF σε πρόωρα νεογνά. Οι αναδυόμενες στρατηγικές — όπως η αρχική θεραπεία με anti-VEGF ακολουθούμενη από λέιζερ φωτοπηξία σε επίμονες ανάγγειες περιοχές — στοχεύουν στην ισορροπία μεταξύ σταθεροποίησης της ανατομίας και διατήρησης της οπτικής λειτουργίας. Πειραματικές θεραπείες που στοχεύουν στο οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και εναλλακτικές αγγειογενετικές οδούς βρίσκονται υπό αξιολόγηση και αντιπροσωπεύουν μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. Η βέλτιστη διαχείριση της ROP απαιτεί εξατομικευμένη επιλογή θεραπείας, μακροχρόνια παρακολούθηση του αμφιβληστροειδούς και στρατηγικές του συστήματος υγείας που υποστηρίζουν την έγκαιρη ανίχνευση και την ισότιμη πρόσβαση σε εξειδικευμένη οφθαλμολογική φροντίδα. Απαιτείται συνεχής έρευνα για την αποσαφήνιση των μακροχρόνιων οπτικών και νευροαναπτυξιακών εκβάσεων, τη βελτίωση των θεραπευτικών αλγορίθμων και τη μείωση του παγκόσμιου φορτίου τύφλωσης που σχετίζεται με την ROP.","Retinopathy of prematurity (ROP) remains a major cause of preventable childhood blindness as neonatal survival of extremely preterm infants improves worldwide. ROP arises from a biphasic disruption of normal retinal vascular development, beginning with hyperoxia-induced vaso-obliteration and followed by hypoxia-driven pathological neovascularization mediated primarily by vascular endothelial growth factor (VEGF). Many systemic and clinical risk factors (including extreme prematurity, fluctuations in oxygen saturation (SpO₂), neonatal sepsis, inadequate postnatal weight gain linked to low insulin-like growth factor 1 (IGF-1) and blood transfusions) contribute to disease onset and severity. Early detection through screening algorithms, such as the Weight, IGF-1, Neonatal Retinopathy of Prematurity (WINROP) model, is critical for timely treatment. Laser photocoagulation, historically the standard of care, provides a lasting regression of neovascularization, particularly in zone II disease. However, it is associated with peripheral visual field loss and higher rates of myopia. Intravitreal anti-vascular endothelial growth factor (anti-VEGF) agents, including bevacizumab and ranibizumab, have transformed the management of posterior disease (zone I and aggressive posterior ROP), offering rapid regression of plus disease and better preservation of peripheral retina. These therapies however, require prolonged follow-up due to the possibility of late reactivation and raise ongoing concerns regarding systemic exposure to VEGF suppression in premature infants. Newer strategies, such as initial anti-VEGF therapy followed by laser ablation of persistent avascular retina, aim to balance anatomical stabilization with preservation of visual function. Experimental treatments targeting oxidative stress, inflammation, and alternative angiogenic pathways are under evaluation and represent future therapeutic directions. Optimal management of ROP requires individualized treatment, long-term follow-up, early screening and access to specialized ophthalmic care. More research is needed to quantify long-term visual and neurodevelopmental outcomes, refine treatment algorithms, and reduce the global burden of ROP-related blindness."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Current therapeutic approaches for retinopathy of prematurity"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Τσιριπίδης Κωνσταντίνος","Tsiripidis Konstantinos"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας (ROP) παραμένει μια σημαντική αιτία αποτρέψιμης παιδικής τύφλωσης και έχει γίνει ολοένα και πιο συχνή καθώς η επιβίωση των εξαιρετικά πρόωρων νεογνών βελτιώνεται παγκοσμίως. Η ROP προκύπτει από μια διφασική διαταραχή της φυσιολογικής αγγειακής ανάπτυξης του αμφιβληστροειδούς, ξεκινώντας με αγγειοκαταστροφή οφειλόμενη στην υπεροξία και ακολουθούμενη από παθολογική νεοαγγείωση λόγω υποξίας, η οποία διαμεσολαβείται κυρίως από τον αγγειακό ενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα (VEGF). Πολλοί συστηματικοί και κλινικοί παράγοντες κινδύνου — όπως η εξαιρετικά πρόωρη γέννηση, οι διακυμάνσεις του κορεσμού οξυγόνου (SpO₂), η νεογνική σήψη, οι μεταγγίσεις αίματος και η ανεπαρκής αύξηση βάρους μετά τη γέννηση που σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα ινσουλινοειδους αυξητικού παράγοντα 1 (IGF-1) — συμβάλλουν στην εμφάνιση και τη βαρύτητα της νόσου. Η έγκαιρη ανίχνευση μέσω δομημένων προγραμμάτων ελέγχου και η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων βασισμένων στην αύξηση βάρους, όπως το μοντέλο Weight, IGF-1, Neonatal, Retinopathy of Prematurity (WINROP), είναι κρίσιμη για την έγκαιρη θεραπεία. Η φωτοπηξία με λέιζερ, που ιστορικά αποτελούσε το πρότυπο θεραπείας, προσφέρει παρατεταμένη υποστροφή της νεοαγγείωσης, ιδιαίτερα σε νόσο ζώνης II, αν και σχετίζεται με περιορισμό του περιφερικού οπτικού πεδίου και υψηλότερα ποσοστά μυωπίας. Οι ενδοϋαλοειδικές θεραπείες με αναστολείς του VEGF (anti-VEGF), όπως το bevacizumab και το ranibizumab, έχουν μεταμορφώσει τη διαχείριση της οπισθίας μορφής της νόσου (ζώνη I και επιθετική οπίσθια ROP), προσφέροντας ταχεία υποστροφή της νόσου plus και καλύτερη διατήρηση του περιφερικού αμφιβληστροειδούς. Ωστόσο, αυτές οι θεραπείες απαιτούν μακροχρόνια παρακολούθηση λόγω της πιθανότητας καθυστερημένης υποτροπής και προκαλούν ανησυχίες σχετικά με την συστηματική έκθεση σε αναστολείς του VEGF σε πρόωρα νεογνά. Οι αναδυόμενες στρατηγικές — όπως η αρχική θεραπεία με anti-VEGF ακολουθούμενη από λέιζερ φωτοπηξία σε επίμονες ανάγγειες περιοχές — στοχεύουν στην ισορροπία μεταξύ σταθεροποίησης της ανατομίας και διατήρησης της οπτικής λειτουργίας. Πειραματικές θεραπείες που στοχεύουν στο οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή και εναλλακτικές αγγειογενετικές οδούς βρίσκονται υπό αξιολόγηση και αντιπροσωπεύουν μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. Η βέλτιστη διαχείριση της ROP απαιτεί εξατομικευμένη επιλογή θεραπείας, μακροχρόνια παρακολούθηση του αμφιβληστροειδούς και στρατηγικές του συστήματος υγείας που υποστηρίζουν την έγκαιρη ανίχνευση και την ισότιμη πρόσβαση σε εξειδικευμένη οφθαλμολογική φροντίδα. Απαιτείται συνεχής έρευνα για την αποσαφήνιση των μακροχρόνιων οπτικών και νευροαναπτυξιακών εκβάσεων, τη βελτίωση των θεραπευτικών αλγορίθμων και τη μείωση του παγκόσμιου φορτίου τύφλωσης που σχετίζεται με την ROP.","Retinopathy of prematurity (ROP) remains a major cause of preventable childhood blindness as neonatal survival of extremely preterm infants improves worldwide. ROP arises from a biphasic disruption of normal retinal vascular development, beginning with hyperoxia-induced vaso-obliteration and followed by hypoxia-driven pathological neovascularization mediated primarily by vascular endothelial growth factor (VEGF). Many systemic and clinical risk factors (including extreme prematurity, fluctuations in oxygen saturation (SpO₂), neonatal sepsis, inadequate postnatal weight gain linked to low insulin-like growth factor 1 (IGF-1) and blood transfusions) contribute to disease onset and severity. Early detection through screening algorithms, such as the Weight, IGF-1, Neonatal Retinopathy of Prematurity (WINROP) model, is critical for timely treatment. Laser photocoagulation, historically the standard of care, provides a lasting regression of neovascularization, particularly in zone II disease. However, it is associated with peripheral visual field loss and higher rates of myopia. Intravitreal anti-vascular endothelial growth factor (anti-VEGF) agents, including bevacizumab and ranibizumab, have transformed the management of posterior disease (zone I and aggressive posterior ROP), offering rapid regression of plus disease and better preservation of peripheral retina. These therapies however, require prolonged follow-up due to the possibility of late reactivation and raise ongoing concerns regarding systemic exposure to VEGF suppression in premature infants. Newer strategies, such as initial anti-VEGF therapy followed by laser ablation of persistent avascular retina, aim to balance anatomical stabilization with preservation of visual function. Experimental treatments targeting oxidative stress, inflammation, and alternative angiogenic pathways are under evaluation and represent future therapeutic directions. Optimal management of ROP requires individualized treatment, long-term follow-up, early screening and access to specialized ophthalmic care. More research is needed to quantify long-term visual and neurodevelopmental outcomes, refine treatment algorithms, and reduce the global burden of ROP-related blindness."],"dc:identifier":["uoadl:5359433","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5359433"],"dc:language":["English"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Current therapeutic approaches for retinopathy of prematurity"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:51Z"}