{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5357676"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5357676","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Shape variability and sexual dimorphism of the chin: a 3D geometric morphometric analysis","abstract":"Εισαγωγή: Βάσει των εξελικτικών θεωριών, ο πώγωνας αποτελεί ένα ανατομικό στοιχείο μοναδικό στον άνθρωπο, με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα στις ιδιαιτερότητες που επέβαλαν οι συνθήκες και οι ανάγκες κάθε σταδίου εξέλιξης από την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων έχει επικεντρωθεί ανά τους αιώνες στην αποσαφήνιση του ρόλου του πώγωνα αλλά και στις μορφολογικές διαφορές του μεταξύ των δύο φύλων. Η ιατροδικαστική επιστήμη υποστηρίζει, μάλιστα, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο αναγνώρισης του φύλου. Στις μέχρι τώρα διαθέσιμες μελέτες ο φυλετικός διμορφισμός του πώγωνα έχει μελετηθεί με τη χρήση πλάγιων κεφαλομετρικών ακτινογραφιών, υπολογιστικών τομογραφιών, οπτικών λέιζερ, τρισδιάστατης σάρωσης του προσώπου, αλλά και με τη σύγκριση ανθρώπινων κρανίων. Γραμμικές μετρήσεις, γωνιακές, αλλά και γεωμετρικές μορφομετρικές μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί για να αναλύσουν τις μορφολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, καταλήγοντας όμως σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει τη μορφολογία του πώγωνα και στις τρεις διαστάσεις του, καθώς και τον φυλετικό διμορφισμό του. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα αποτελούνταν από 95 υπολογιστικές τομογραφίες ενήλικων ατόμων, οι οποίες έχουν ληφθεί προγενέστερα για λόγους μη σχετικούς με την παρούσα μελέτη (όπως ο σχεδιασμός και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων ή η εξαγωγή τρίτων γομφίων). Τα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού στη μελέτη ήταν τα ακόλουθα: ηλικία άνω των 21 ετών, απουσία κρανιοπροσωπικών δυσμορφιών και μη ελλείποντα ή εξαχθέντα δόντια στην πρόσθια περιοχή της κάτω γνάθου. Τα αρχεία DICOM μετατράπηκαν σε επιφάνειες πλέγματος. Η ανάλυση των τομογραφιών πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της γεωμετρικής μορφομετρίας. Η μεθοδολογία περιλάμβανε τρία στάδια: ένα χειρωνακτικό και δύο αυτοματοποιημένα, οδηγώντας σε πλήρη κάλυψη της περιοχής της σύμφυσης με 600 σημεία, σε πυκνή διάταξη, ώστε να περιγραφούν με επάρκεια και λεπτομέρεια τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της. Τα σημεία τοποθετήθηκαν αρχικά βάσει των ανατομικών δομών της περιοχής και ακολούθως αναπροσαρμόστηκαν με ελαχιστοποίηση της ενέργειας κάμψης έναντι του μέσου όρου του δείγματος, ώστε να επιτευχθεί αντιστοιχία μεταξύ των δειγμάτων. Η ανάλυση PCA χρησιμοποιήθηκε για να εξαχθούν οι κύριες συνιστώσες διακύμανσης του σχήματος (Principal Components-PCs). Οι τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εξετάστηκαν με μη παραμετρική στατιστική ανάλυση (permutation test) και απεικονίστηκαν με αλληλεπίθεση Προκρούστη. Αποτελέσματα: Τα πρώτα τρία PCs αντιστοιχούν σχεδόν στο 58% της διακύμανσης του σχήματος, η οποία σχετίστηκε κυρίως με το λόγο ύψους προς πλάτος, καθώς και με το πάχος της σύμφυσης. Σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων διαπιστώθηκαν τόσο στο σχήμα όσο και στο μέγεθος: οι ανδρικές συμφύσεις ήταν κατά 8,7% μεγαλύτερες. Επιπλέον, εντοπίστηκαν διαφορές στην καμπυλότητα του κάτω ορίου της σύμφυσης και στην προβολή των γενειακών ογκωμάτων, οι οποίες όμως εξασθένησαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό μετά το συνυπολογισμό της αλλομετρίας. Συμπεράσματα: Η παρούσα έρευνα προτείνει μια ταχεία, ημιαυτοματοποιημένη και φιλική προς τον χρήστη τρισδιάστατη γεωμετρική μορφομετρική μέθοδο για τη μελέτη της μορφολογίας του γενείου. Μέσω αυτής εντοπίστηκαν τα κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά της σύμφυσης, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, οι οποίες σχετίζονταν κυρίως με το μέγεθος, τονίζοντας την επιρροή της αλλομετρίας.","abstract_html":"Εισαγωγή: Βάσει των εξελικτικών θεωριών, ο πώγωνας αποτελεί ένα ανατομικό στοιχείο μοναδικό στον άνθρωπο, με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα στις ιδιαιτερότητες που επέβαλαν οι συνθήκες και οι ανάγκες κάθε σταδίου εξέλιξης από την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων έχει επικεντρωθεί ανά τους αιώνες στην αποσαφήνιση του ρόλου του πώγωνα αλλά και στις μορφολογικές διαφορές του μεταξύ των δύο φύλων. Η ιατροδικαστική επιστήμη υποστηρίζει, μάλιστα, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο αναγνώρισης του φύλου. Στις μέχρι τώρα διαθέσιμες μελέτες ο φυλετικός διμορφισμός του πώγωνα έχει μελετηθεί με τη χρήση πλάγιων κεφαλομετρικών ακτινογραφιών, υπολογιστικών τομογραφιών, οπτικών λέιζερ, τρισδιάστατης σάρωσης του προσώπου, αλλά και με τη σύγκριση ανθρώπινων κρανίων. Γραμμικές μετρήσεις, γωνιακές, αλλά και γεωμετρικές μορφομετρικές μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί για να αναλύσουν τις μορφολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, καταλήγοντας όμως σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει τη μορφολογία του πώγωνα και στις τρεις διαστάσεις του, καθώς και τον φυλετικό διμορφισμό του. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα αποτελούνταν από 95 υπολογιστικές τομογραφίες ενήλικων ατόμων, οι οποίες έχουν ληφθεί προγενέστερα για λόγους μη σχετικούς με την παρούσα μελέτη (όπως ο σχεδιασμός και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων ή η εξαγωγή τρίτων γομφίων). Τα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού στη μελέτη ήταν τα ακόλουθα: ηλικία άνω των 21 ετών, απουσία κρανιοπροσωπικών δυσμορφιών και μη ελλείποντα ή εξαχθέντα δόντια στην πρόσθια περιοχή της κάτω γνάθου. Τα αρχεία DICOM μετατράπηκαν σε επιφάνειες πλέγματος. Η ανάλυση των τομογραφιών πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της γεωμετρικής μορφομετρίας. Η μεθοδολογία περιλάμβανε τρία στάδια: ένα χειρωνακτικό και δύο αυτοματοποιημένα, οδηγώντας σε πλήρη κάλυψη της περιοχής της σύμφυσης με 600 σημεία, σε πυκνή διάταξη, ώστε να περιγραφούν με επάρκεια και λεπτομέρεια τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της. Τα σημεία τοποθετήθηκαν αρχικά βάσει των ανατομικών δομών της περιοχής και ακολούθως αναπροσαρμόστηκαν με ελαχιστοποίηση της ενέργειας κάμψης έναντι του μέσου όρου του δείγματος, ώστε να επιτευχθεί αντιστοιχία μεταξύ των δειγμάτων. Η ανάλυση PCA χρησιμοποιήθηκε για να εξαχθούν οι κύριες συνιστώσες διακύμανσης του σχήματος (Principal Components-PCs). Οι τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εξετάστηκαν με μη παραμετρική στατιστική ανάλυση (permutation test) και απεικονίστηκαν με αλληλεπίθεση Προκρούστη. Αποτελέσματα: Τα πρώτα τρία PCs αντιστοιχούν σχεδόν στο 58% της διακύμανσης του σχήματος, η οποία σχετίστηκε κυρίως με το λόγο ύψους προς πλάτος, καθώς και με το πάχος της σύμφυσης. Σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων διαπιστώθηκαν τόσο στο σχήμα όσο και στο μέγεθος: οι ανδρικές συμφύσεις ήταν κατά 8,7% μεγαλύτερες. Επιπλέον, εντοπίστηκαν διαφορές στην καμπυλότητα του κάτω ορίου της σύμφυσης και στην προβολή των γενειακών ογκωμάτων, οι οποίες όμως εξασθένησαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό μετά το συνυπολογισμό της αλλομετρίας. Συμπεράσματα: Η παρούσα έρευνα προτείνει μια ταχεία, ημιαυτοματοποιημένη και φιλική προς τον χρήστη τρισδιάστατη γεωμετρική μορφομετρική μέθοδο για τη μελέτη της μορφολογίας του γενείου. Μέσω αυτής εντοπίστηκαν τα κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά της σύμφυσης, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, οι οποίες σχετίζονταν κυρίως με το μέγεθος, τονίζοντας την επιρροή της αλλομετρίας.","abstract_has_math":false,"creators":["Χριστοπούλου Ισιδώρα","Christopoulou Isidora"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:45Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5357676"],"render_values":[{"text":"uoadl:5357676","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5357676","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Χριστοπούλου Ισιδώρα","Christopoulou Isidora"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5357676","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5357676"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Εισαγωγή: Βάσει των εξελικτικών θεωριών, ο πώγωνας αποτελεί ένα ανατομικό στοιχείο μοναδικό στον άνθρωπο, με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα στις ιδιαιτερότητες που επέβαλαν οι συνθήκες και οι ανάγκες κάθε σταδίου εξέλιξης από την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων έχει επικεντρωθεί ανά τους αιώνες στην αποσαφήνιση του ρόλου του πώγωνα αλλά και στις μορφολογικές διαφορές του μεταξύ των δύο φύλων. Η ιατροδικαστική επιστήμη υποστηρίζει, μάλιστα, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο αναγνώρισης του φύλου. Στις μέχρι τώρα διαθέσιμες μελέτες ο φυλετικός διμορφισμός του πώγωνα έχει μελετηθεί με τη χρήση πλάγιων κεφαλομετρικών ακτινογραφιών, υπολογιστικών τομογραφιών, οπτικών λέιζερ, τρισδιάστατης σάρωσης του προσώπου, αλλά και με τη σύγκριση ανθρώπινων κρανίων. Γραμμικές μετρήσεις, γωνιακές, αλλά και γεωμετρικές μορφομετρικές μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί για να αναλύσουν τις μορφολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, καταλήγοντας όμως σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει τη μορφολογία του πώγωνα και στις τρεις διαστάσεις του, καθώς και τον φυλετικό διμορφισμό του. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα αποτελούνταν από 95 υπολογιστικές τομογραφίες ενήλικων ατόμων, οι οποίες έχουν ληφθεί προγενέστερα για λόγους μη σχετικούς με την παρούσα μελέτη (όπως ο σχεδιασμός και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων ή η εξαγωγή τρίτων γομφίων). Τα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού στη μελέτη ήταν τα ακόλουθα: ηλικία άνω των 21 ετών, απουσία κρανιοπροσωπικών δυσμορφιών και μη ελλείποντα ή εξαχθέντα δόντια στην πρόσθια περιοχή της κάτω γνάθου. Τα αρχεία DICOM μετατράπηκαν σε επιφάνειες πλέγματος. Η ανάλυση των τομογραφιών πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της γεωμετρικής μορφομετρίας. Η μεθοδολογία περιλάμβανε τρία στάδια: ένα χειρωνακτικό και δύο αυτοματοποιημένα, οδηγώντας σε πλήρη κάλυψη της περιοχής της σύμφυσης με 600 σημεία, σε πυκνή διάταξη, ώστε να περιγραφούν με επάρκεια και λεπτομέρεια τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της. Τα σημεία τοποθετήθηκαν αρχικά βάσει των ανατομικών δομών της περιοχής και ακολούθως αναπροσαρμόστηκαν με ελαχιστοποίηση της ενέργειας κάμψης έναντι του μέσου όρου του δείγματος, ώστε να επιτευχθεί αντιστοιχία μεταξύ των δειγμάτων. Η ανάλυση PCA χρησιμοποιήθηκε για να εξαχθούν οι κύριες συνιστώσες διακύμανσης του σχήματος (Principal Components-PCs). Οι τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εξετάστηκαν με μη παραμετρική στατιστική ανάλυση (permutation test) και απεικονίστηκαν με αλληλεπίθεση Προκρούστη. Αποτελέσματα: Τα πρώτα τρία PCs αντιστοιχούν σχεδόν στο 58% της διακύμανσης του σχήματος, η οποία σχετίστηκε κυρίως με το λόγο ύψους προς πλάτος, καθώς και με το πάχος της σύμφυσης. Σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων διαπιστώθηκαν τόσο στο σχήμα όσο και στο μέγεθος: οι ανδρικές συμφύσεις ήταν κατά 8,7% μεγαλύτερες. Επιπλέον, εντοπίστηκαν διαφορές στην καμπυλότητα του κάτω ορίου της σύμφυσης και στην προβολή των γενειακών ογκωμάτων, οι οποίες όμως εξασθένησαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό μετά το συνυπολογισμό της αλλομετρίας. Συμπεράσματα: Η παρούσα έρευνα προτείνει μια ταχεία, ημιαυτοματοποιημένη και φιλική προς τον χρήστη τρισδιάστατη γεωμετρική μορφομετρική μέθοδο για τη μελέτη της μορφολογίας του γενείου. Μέσω αυτής εντοπίστηκαν τα κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά της σύμφυσης, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, οι οποίες σχετίζονταν κυρίως με το μέγεθος, τονίζοντας την επιρροή της αλλομετρίας.","Background: The chin is a distinctive anatomical trait unique to Homo sapiens, with unclear origin and function. Objectives: This study aimed to evaluate chin morphology, quantify shape variability, and identify potential sex differences. Materials and method: The sample consisted of 95 CBCT images, from university archives. Inclusion and exclusion criteria were: age above 21 years, absence of craniofacial deformities, no missing or extracted teeth in the anterior mandibular area and no alveolar bone resorption. Raw DICOM data were converted into mesh surfaces. The method comprised three steps: one manual and two automated resulting in comprehensive coverage of the chin by 600 semilandmarks, free to slide along the surface. Principal component analysis (PCA) extracted the main patterns of shape variation. Sex differences were evaluated with permutation tests and allometry was assessed by regressing on the logarithm of centroid size. Results: The first PCs accounted for nearly 58% of shape variation, which was primarily linked to height-to-width ratio and symphyseal thickness. Significant sex differences were found both in shape and size; male symphyses were 8.7% larger. Notable sex-related shape differences in mental tubercle prominence and mandibular curvature were also found, but were significantly weakened after removing the allometry effect. Conclusions: We suggest a new 3D geometric morphometric method, to assess chin morphology, which proved fast and user-friendly. We identified the main symphyseal shape patterns and the sex differences, which were mostly related to size, exhibiting a pronounced allometric effect. This method could benefit fields such as plastic surgery, forensics, anthropology and human biology."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Shape variability and sexual dimorphism of the chin: a 3D geometric morphometric analysis"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Χριστοπούλου Ισιδώρα","Christopoulou Isidora"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Εισαγωγή: Βάσει των εξελικτικών θεωριών, ο πώγωνας αποτελεί ένα ανατομικό στοιχείο μοναδικό στον άνθρωπο, με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα στις ιδιαιτερότητες που επέβαλαν οι συνθήκες και οι ανάγκες κάθε σταδίου εξέλιξης από την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων έχει επικεντρωθεί ανά τους αιώνες στην αποσαφήνιση του ρόλου του πώγωνα αλλά και στις μορφολογικές διαφορές του μεταξύ των δύο φύλων. Η ιατροδικαστική επιστήμη υποστηρίζει, μάλιστα, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει εργαλείο αναγνώρισης του φύλου. Στις μέχρι τώρα διαθέσιμες μελέτες ο φυλετικός διμορφισμός του πώγωνα έχει μελετηθεί με τη χρήση πλάγιων κεφαλομετρικών ακτινογραφιών, υπολογιστικών τομογραφιών, οπτικών λέιζερ, τρισδιάστατης σάρωσης του προσώπου, αλλά και με τη σύγκριση ανθρώπινων κρανίων. Γραμμικές μετρήσεις, γωνιακές, αλλά και γεωμετρικές μορφομετρικές μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί για να αναλύσουν τις μορφολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, καταλήγοντας όμως σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει τη μορφολογία του πώγωνα και στις τρεις διαστάσεις του, καθώς και τον φυλετικό διμορφισμό του. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγμα αποτελούνταν από 95 υπολογιστικές τομογραφίες ενήλικων ατόμων, οι οποίες έχουν ληφθεί προγενέστερα για λόγους μη σχετικούς με την παρούσα μελέτη (όπως ο σχεδιασμός και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων ή η εξαγωγή τρίτων γομφίων). Τα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού στη μελέτη ήταν τα ακόλουθα: ηλικία άνω των 21 ετών, απουσία κρανιοπροσωπικών δυσμορφιών και μη ελλείποντα ή εξαχθέντα δόντια στην πρόσθια περιοχή της κάτω γνάθου. Τα αρχεία DICOM μετατράπηκαν σε επιφάνειες πλέγματος. Η ανάλυση των τομογραφιών πραγματοποιήθηκε με τη χρήση της γεωμετρικής μορφομετρίας. Η μεθοδολογία περιλάμβανε τρία στάδια: ένα χειρωνακτικό και δύο αυτοματοποιημένα, οδηγώντας σε πλήρη κάλυψη της περιοχής της σύμφυσης με 600 σημεία, σε πυκνή διάταξη, ώστε να περιγραφούν με επάρκεια και λεπτομέρεια τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της. Τα σημεία τοποθετήθηκαν αρχικά βάσει των ανατομικών δομών της περιοχής και ακολούθως αναπροσαρμόστηκαν με ελαχιστοποίηση της ενέργειας κάμψης έναντι του μέσου όρου του δείγματος, ώστε να επιτευχθεί αντιστοιχία μεταξύ των δειγμάτων. Η ανάλυση PCA χρησιμοποιήθηκε για να εξαχθούν οι κύριες συνιστώσες διακύμανσης του σχήματος (Principal Components-PCs). Οι τυχόν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εξετάστηκαν με μη παραμετρική στατιστική ανάλυση (permutation test) και απεικονίστηκαν με αλληλεπίθεση Προκρούστη. Αποτελέσματα: Τα πρώτα τρία PCs αντιστοιχούν σχεδόν στο 58% της διακύμανσης του σχήματος, η οποία σχετίστηκε κυρίως με το λόγο ύψους προς πλάτος, καθώς και με το πάχος της σύμφυσης. Σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων διαπιστώθηκαν τόσο στο σχήμα όσο και στο μέγεθος: οι ανδρικές συμφύσεις ήταν κατά 8,7% μεγαλύτερες. Επιπλέον, εντοπίστηκαν διαφορές στην καμπυλότητα του κάτω ορίου της σύμφυσης και στην προβολή των γενειακών ογκωμάτων, οι οποίες όμως εξασθένησαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό μετά το συνυπολογισμό της αλλομετρίας. Συμπεράσματα: Η παρούσα έρευνα προτείνει μια ταχεία, ημιαυτοματοποιημένη και φιλική προς τον χρήστη τρισδιάστατη γεωμετρική μορφομετρική μέθοδο για τη μελέτη της μορφολογίας του γενείου. Μέσω αυτής εντοπίστηκαν τα κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά της σύμφυσης, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, οι οποίες σχετίζονταν κυρίως με το μέγεθος, τονίζοντας την επιρροή της αλλομετρίας.","Background: The chin is a distinctive anatomical trait unique to Homo sapiens, with unclear origin and function. Objectives: This study aimed to evaluate chin morphology, quantify shape variability, and identify potential sex differences. Materials and method: The sample consisted of 95 CBCT images, from university archives. Inclusion and exclusion criteria were: age above 21 years, absence of craniofacial deformities, no missing or extracted teeth in the anterior mandibular area and no alveolar bone resorption. Raw DICOM data were converted into mesh surfaces. The method comprised three steps: one manual and two automated resulting in comprehensive coverage of the chin by 600 semilandmarks, free to slide along the surface. Principal component analysis (PCA) extracted the main patterns of shape variation. Sex differences were evaluated with permutation tests and allometry was assessed by regressing on the logarithm of centroid size. Results: The first PCs accounted for nearly 58% of shape variation, which was primarily linked to height-to-width ratio and symphyseal thickness. Significant sex differences were found both in shape and size; male symphyses were 8.7% larger. Notable sex-related shape differences in mental tubercle prominence and mandibular curvature were also found, but were significantly weakened after removing the allometry effect. Conclusions: We suggest a new 3D geometric morphometric method, to assess chin morphology, which proved fast and user-friendly. We identified the main symphyseal shape patterns and the sex differences, which were mostly related to size, exhibiting a pronounced allometric effect. This method could benefit fields such as plastic surgery, forensics, anthropology and human biology."],"dc:identifier":["uoadl:5357676","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5357676"],"dc:language":["English"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Shape variability and sexual dimorphism of the chin: a 3D geometric morphometric analysis"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:45Z"}