{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5340173"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5340173","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Validity of manual and automated 2D structural superimposition on the anterior cranial base","abstract":"Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ακρίβειας της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης δισδιάστατης δομικής αλληλεπίθεσης στην πρόσθια κρανιακή βάση χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Björk (2D). Οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν την εκτίμηση της επαναληψιμότητας, τη σύγκριση της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης μεθόδου, καθώς και την αξιολόγηση της ακρίβειας της αλληλεπίθεσης με τη χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων (difference blending mode). Υλικά και μέθοδοι: Δεκατέσσερα ανθρώπινα ξηρά κρανία ακτινογραφήθηκαν δύο φορές το καθένα. Η δεύτερη ακτινοβόληση έγινε ύστερα από αφαίρεση και επανατοποθέτηση του κρανίου στον κεφαλοστάτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκαν δύο ακτινογραφίες για το κάθε κρανίο που ήταν διαφορετικές μεταξύ τους λόγω του σφάλματος τοποθέτησης στον κεφαλοστάτη. Χρησιμοποιώντας τους μεταλλικούς δείκτες που υπήρχαν προσκολλημένοι πάνω σε κάθε κρανίο, δημιουργήθηκε ένα πρότυπο αναφοράς (gold standard) για το κάθε κρανίο. Τρεις παρατηρητές πραγματοποίησαν δύο χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις ανά κρανίο: μία σε εικόνες κλίμακας του γκρι και μία με τη χρήση μιας λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων του λογισμικού (blending mode). Οι ίδιες αλληλεπιθέσεις, πραγματοποιήθηκαν ξανά μία εβδομάδα αργότερα. Επιπροσθέτως, για το κάθε κρανίο, πραγματοποιήθηκε αυτοματοποιημένη δομική αλληλεπίθεση βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία (mutual information). Η ακρίβεια αξιολογήθηκε μέσω της ρίζας του μέσου τετραγωνικού σφάλματος (RMSE), χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο (template) που αποτελούνταν από 14 ευρέως χρησιμοποιούμενα κεφαλομετρικά σημεία. Το RMSE της αυτοματοποιημένης μεθόδου συγκρίθηκε με τον μέσο όρο του RMSE κάθε εξεταστή στις δύο επαναλήψεις, μέσω Γενικών Γραμμικών Μοντέλων (General Linear Models). Για τις χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις καταγράφηκε ο χρόνος αλληλεπίθεσης του κάθε ερευνητή και στη συνέχεια συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Η αυτοματοποιημένη μέθοδος εμφάνισε υψηλή ακρίβεια (μέσο RMSE 0,48 mm, SD 0,35), συγκρίσιμη με εκείνη του πιο ακριβούς παρατηρητή (0,38 mm, SD 0,22), χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά από τις χειρωνακτικές μεθόδους. Ωστόσο, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ακρίβεια μεταξύ των τριών παρατηρητών (F = 4.76, p = 0.017). Η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν βελτίωσε την ακρίβεια, αλλά μείωσε σημαντικά τον χρόνο αλληλεπίθεσης για δύο από τους τρεις παρατηρητές, γεγονός που υποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να εξαρτάται από τον χρήστη. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των δύο επαναλήψεων (p &gt; 0.5). Συμπεράσματα: Η χειρωνακτική και η αυτοματοποιημένη μέθοδος παρουσίασαν συγκρίσιμη ακρίβεια και αξιοπιστία. Η αυτοματοποιημένη διαδικασία, βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία, μπορεί να αποτελέσει μια αξιόπιστη και αποδοτική εναλλακτική λύση, ιδίως για κλινικούς με περιορισμένη εμπειρία στη χειρωνακτική δομική αλληλεπίθεση. Αν και η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν αύξησε την ακρίβεια, ενδέχεται να συνεισφέρει στη μείωση του χρόνου αλληλεπίθεσης για κάποιους χρήστες. Συνολικά, και οι δύο προσεγγίσεις κρίνονται αξιόπιστες και αποδοτικές. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν την εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ζωντανούς ασθενείς και σε διαφορετικούς πληθυσμούς, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.","abstract_html":"Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ακρίβειας της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης δισδιάστατης δομικής αλληλεπίθεσης στην πρόσθια κρανιακή βάση χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Björk (2D). Οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν την εκτίμηση της επαναληψιμότητας, τη σύγκριση της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης μεθόδου, καθώς και την αξιολόγηση της ακρίβειας της αλληλεπίθεσης με τη χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων (difference blending mode). Υλικά και μέθοδοι: Δεκατέσσερα ανθρώπινα ξηρά κρανία ακτινογραφήθηκαν δύο φορές το καθένα. Η δεύτερη ακτινοβόληση έγινε ύστερα από αφαίρεση και επανατοποθέτηση του κρανίου στον κεφαλοστάτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκαν δύο ακτινογραφίες για το κάθε κρανίο που ήταν διαφορετικές μεταξύ τους λόγω του σφάλματος τοποθέτησης στον κεφαλοστάτη. Χρησιμοποιώντας τους μεταλλικούς δείκτες που υπήρχαν προσκολλημένοι πάνω σε κάθε κρανίο, δημιουργήθηκε ένα πρότυπο αναφοράς (gold standard) για το κάθε κρανίο. Τρεις παρατηρητές πραγματοποίησαν δύο χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις ανά κρανίο: μία σε εικόνες κλίμακας του γκρι και μία με τη χρήση μιας λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων του λογισμικού (blending mode). Οι ίδιες αλληλεπιθέσεις, πραγματοποιήθηκαν ξανά μία εβδομάδα αργότερα. Επιπροσθέτως, για το κάθε κρανίο, πραγματοποιήθηκε αυτοματοποιημένη δομική αλληλεπίθεση βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία (mutual information). Η ακρίβεια αξιολογήθηκε μέσω της ρίζας του μέσου τετραγωνικού σφάλματος (RMSE), χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο (template) που αποτελούνταν από 14 ευρέως χρησιμοποιούμενα κεφαλομετρικά σημεία. Το RMSE της αυτοματοποιημένης μεθόδου συγκρίθηκε με τον μέσο όρο του RMSE κάθε εξεταστή στις δύο επαναλήψεις, μέσω Γενικών Γραμμικών Μοντέλων (General Linear Models). Για τις χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις καταγράφηκε ο χρόνος αλληλεπίθεσης του κάθε ερευνητή και στη συνέχεια συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Η αυτοματοποιημένη μέθοδος εμφάνισε υψηλή ακρίβεια (μέσο RMSE 0,48 mm, SD 0,35), συγκρίσιμη με εκείνη του πιο ακριβούς παρατηρητή (0,38 mm, SD 0,22), χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά από τις χειρωνακτικές μεθόδους. Ωστόσο, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ακρίβεια μεταξύ των τριών παρατηρητών (F = 4.76, p = 0.017). Η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν βελτίωσε την ακρίβεια, αλλά μείωσε σημαντικά τον χρόνο αλληλεπίθεσης για δύο από τους τρεις παρατηρητές, γεγονός που υποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να εξαρτάται από τον χρήστη. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των δύο επαναλήψεων (p &amp;gt; 0.5). Συμπεράσματα: Η χειρωνακτική και η αυτοματοποιημένη μέθοδος παρουσίασαν συγκρίσιμη ακρίβεια και αξιοπιστία. Η αυτοματοποιημένη διαδικασία, βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία, μπορεί να αποτελέσει μια αξιόπιστη και αποδοτική εναλλακτική λύση, ιδίως για κλινικούς με περιορισμένη εμπειρία στη χειρωνακτική δομική αλληλεπίθεση. Αν και η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν αύξησε την ακρίβεια, ενδέχεται να συνεισφέρει στη μείωση του χρόνου αλληλεπίθεσης για κάποιους χρήστες. Συνολικά, και οι δύο προσεγγίσεις κρίνονται αξιόπιστες και αποδοτικές. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν την εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ζωντανούς ασθενείς και σε διαφορετικούς πληθυσμούς, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.","abstract_has_math":false,"creators":["Βασιλείου Δημήτριος","Vasileiou Dimitrios"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:45Z","subjects":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"languages":["English"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5340173"],"render_values":[{"text":"uoadl:5340173","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5340173","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["Βασιλείου Δημήτριος","Vasileiou Dimitrios"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["English"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5340173","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5340173"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ακρίβειας της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης δισδιάστατης δομικής αλληλεπίθεσης στην πρόσθια κρανιακή βάση χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Björk (2D). Οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν την εκτίμηση της επαναληψιμότητας, τη σύγκριση της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης μεθόδου, καθώς και την αξιολόγηση της ακρίβειας της αλληλεπίθεσης με τη χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων (difference blending mode). Υλικά και μέθοδοι: Δεκατέσσερα ανθρώπινα ξηρά κρανία ακτινογραφήθηκαν δύο φορές το καθένα. Η δεύτερη ακτινοβόληση έγινε ύστερα από αφαίρεση και επανατοποθέτηση του κρανίου στον κεφαλοστάτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκαν δύο ακτινογραφίες για το κάθε κρανίο που ήταν διαφορετικές μεταξύ τους λόγω του σφάλματος τοποθέτησης στον κεφαλοστάτη. Χρησιμοποιώντας τους μεταλλικούς δείκτες που υπήρχαν προσκολλημένοι πάνω σε κάθε κρανίο, δημιουργήθηκε ένα πρότυπο αναφοράς (gold standard) για το κάθε κρανίο. Τρεις παρατηρητές πραγματοποίησαν δύο χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις ανά κρανίο: μία σε εικόνες κλίμακας του γκρι και μία με τη χρήση μιας λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων του λογισμικού (blending mode). Οι ίδιες αλληλεπιθέσεις, πραγματοποιήθηκαν ξανά μία εβδομάδα αργότερα. Επιπροσθέτως, για το κάθε κρανίο, πραγματοποιήθηκε αυτοματοποιημένη δομική αλληλεπίθεση βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία (mutual information). Η ακρίβεια αξιολογήθηκε μέσω της ρίζας του μέσου τετραγωνικού σφάλματος (RMSE), χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο (template) που αποτελούνταν από 14 ευρέως χρησιμοποιούμενα κεφαλομετρικά σημεία. Το RMSE της αυτοματοποιημένης μεθόδου συγκρίθηκε με τον μέσο όρο του RMSE κάθε εξεταστή στις δύο επαναλήψεις, μέσω Γενικών Γραμμικών Μοντέλων (General Linear Models). Για τις χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις καταγράφηκε ο χρόνος αλληλεπίθεσης του κάθε ερευνητή και στη συνέχεια συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Η αυτοματοποιημένη μέθοδος εμφάνισε υψηλή ακρίβεια (μέσο RMSE 0,48 mm, SD 0,35), συγκρίσιμη με εκείνη του πιο ακριβούς παρατηρητή (0,38 mm, SD 0,22), χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά από τις χειρωνακτικές μεθόδους. Ωστόσο, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ακρίβεια μεταξύ των τριών παρατηρητών (F = 4.76, p = 0.017). Η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν βελτίωσε την ακρίβεια, αλλά μείωσε σημαντικά τον χρόνο αλληλεπίθεσης για δύο από τους τρεις παρατηρητές, γεγονός που υποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να εξαρτάται από τον χρήστη. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των δύο επαναλήψεων (p &gt; 0.5). Συμπεράσματα: Η χειρωνακτική και η αυτοματοποιημένη μέθοδος παρουσίασαν συγκρίσιμη ακρίβεια και αξιοπιστία. Η αυτοματοποιημένη διαδικασία, βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία, μπορεί να αποτελέσει μια αξιόπιστη και αποδοτική εναλλακτική λύση, ιδίως για κλινικούς με περιορισμένη εμπειρία στη χειρωνακτική δομική αλληλεπίθεση. Αν και η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν αύξησε την ακρίβεια, ενδέχεται να συνεισφέρει στη μείωση του χρόνου αλληλεπίθεσης για κάποιους χρήστες. Συνολικά, και οι δύο προσεγγίσεις κρίνονται αξιόπιστες και αποδοτικές. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν την εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ζωντανούς ασθενείς και σε διαφορετικούς πληθυσμούς, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.","Objectives: To evaluate the validity of digital manual and automated structural superimposition on the anterior cranial base using Björk’s two-dimensional (2D) cephalometric method. Secondary aims included assessing repeatability and reproducibility, comparing manual and automated methods, and testing a colour blending superimposition mode. Materials and Methods: Fourteen dry human skulls were radiographed twice. A gold standard superimposition was established using metallic markers. Three observers performed digital manual superimpositions twice on each skull; once using greyscale images and once using a colour blending mode. Superimpositions were repeated one week later. An automated mutual information-based superimposition was also performed. Validity was assessed using root mean square error (RMSE) at 14 standardized cephalometric landmarks from a reference template. The RMSE of the automated method was compared to the average RMSE of each examiner across both trials using General Linear Models. Alignment time was recorded for the manual methods. Results: The automated method demonstrated high validity (RMSE 0.48 mm, SD 0.35), closely matching the performance of the most accurate observer (RMSE 0.38 mm, SD 0.22), and showed no statistically significant difference when compared to the digital manual methods. A statistically significant difference in accuracy was observed between the observers (F = 4.76, p = 0.017). Colour blending did not improve accuracy, but significantly reduced alignment time for two observers. No significant differences were found between repeats (p &gt; 0.5). Conclusions: The digital manual and automated methods showed comparable validity. While colour blending did not improve accuracy, it may reduce alignment time for some clinicians. Both approaches appear reliable and efficient."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Validity of manual and automated 2D structural superimposition on the anterior cranial base"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["Βασιλείου Δημήτριος","Vasileiou Dimitrios"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της ακρίβειας της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης δισδιάστατης δομικής αλληλεπίθεσης στην πρόσθια κρανιακή βάση χρησιμοποιώντας την μέθοδο του Björk (2D). Οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν την εκτίμηση της επαναληψιμότητας, τη σύγκριση της χειρωνακτικής και αυτοματοποιημένης μεθόδου, καθώς και την αξιολόγηση της ακρίβειας της αλληλεπίθεσης με τη χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων (difference blending mode). Υλικά και μέθοδοι: Δεκατέσσερα ανθρώπινα ξηρά κρανία ακτινογραφήθηκαν δύο φορές το καθένα. Η δεύτερη ακτινοβόληση έγινε ύστερα από αφαίρεση και επανατοποθέτηση του κρανίου στον κεφαλοστάτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκαν δύο ακτινογραφίες για το κάθε κρανίο που ήταν διαφορετικές μεταξύ τους λόγω του σφάλματος τοποθέτησης στον κεφαλοστάτη. Χρησιμοποιώντας τους μεταλλικούς δείκτες που υπήρχαν προσκολλημένοι πάνω σε κάθε κρανίο, δημιουργήθηκε ένα πρότυπο αναφοράς (gold standard) για το κάθε κρανίο. Τρεις παρατηρητές πραγματοποίησαν δύο χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις ανά κρανίο: μία σε εικόνες κλίμακας του γκρι και μία με τη χρήση μιας λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων του λογισμικού (blending mode). Οι ίδιες αλληλεπιθέσεις, πραγματοποιήθηκαν ξανά μία εβδομάδα αργότερα. Επιπροσθέτως, για το κάθε κρανίο, πραγματοποιήθηκε αυτοματοποιημένη δομική αλληλεπίθεση βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία (mutual information). Η ακρίβεια αξιολογήθηκε μέσω της ρίζας του μέσου τετραγωνικού σφάλματος (RMSE), χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο (template) που αποτελούνταν από 14 ευρέως χρησιμοποιούμενα κεφαλομετρικά σημεία. Το RMSE της αυτοματοποιημένης μεθόδου συγκρίθηκε με τον μέσο όρο του RMSE κάθε εξεταστή στις δύο επαναλήψεις, μέσω Γενικών Γραμμικών Μοντέλων (General Linear Models). Για τις χειρωνακτικές αλληλεπιθέσεις καταγράφηκε ο χρόνος αλληλεπίθεσης του κάθε ερευνητή και στη συνέχεια συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα. Αποτελέσματα: Η αυτοματοποιημένη μέθοδος εμφάνισε υψηλή ακρίβεια (μέσο RMSE 0,48 mm, SD 0,35), συγκρίσιμη με εκείνη του πιο ακριβούς παρατηρητή (0,38 mm, SD 0,22), χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά από τις χειρωνακτικές μεθόδους. Ωστόσο, εντοπίστηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ακρίβεια μεταξύ των τριών παρατηρητών (F = 4.76, p = 0.017). Η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν βελτίωσε την ακρίβεια, αλλά μείωσε σημαντικά τον χρόνο αλληλεπίθεσης για δύο από τους τρεις παρατηρητές, γεγονός που υποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητά της ενδέχεται να εξαρτάται από τον χρήστη. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των δύο επαναλήψεων (p &gt; 0.5). Συμπεράσματα: Η χειρωνακτική και η αυτοματοποιημένη μέθοδος παρουσίασαν συγκρίσιμη ακρίβεια και αξιοπιστία. Η αυτοματοποιημένη διαδικασία, βασισμένη στην αμοιβαία πληροφορία, μπορεί να αποτελέσει μια αξιόπιστη και αποδοτική εναλλακτική λύση, ιδίως για κλινικούς με περιορισμένη εμπειρία στη χειρωνακτική δομική αλληλεπίθεση. Αν και η χρήση της λειτουργίας ανάμειξης χρωμάτων δεν αύξησε την ακρίβεια, ενδέχεται να συνεισφέρει στη μείωση του χρόνου αλληλεπίθεσης για κάποιους χρήστες. Συνολικά, και οι δύο προσεγγίσεις κρίνονται αξιόπιστες και αποδοτικές. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν την εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ζωντανούς ασθενείς και σε διαφορετικούς πληθυσμούς, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.","Objectives: To evaluate the validity of digital manual and automated structural superimposition on the anterior cranial base using Björk’s two-dimensional (2D) cephalometric method. Secondary aims included assessing repeatability and reproducibility, comparing manual and automated methods, and testing a colour blending superimposition mode. Materials and Methods: Fourteen dry human skulls were radiographed twice. A gold standard superimposition was established using metallic markers. Three observers performed digital manual superimpositions twice on each skull; once using greyscale images and once using a colour blending mode. Superimpositions were repeated one week later. An automated mutual information-based superimposition was also performed. Validity was assessed using root mean square error (RMSE) at 14 standardized cephalometric landmarks from a reference template. The RMSE of the automated method was compared to the average RMSE of each examiner across both trials using General Linear Models. Alignment time was recorded for the manual methods. Results: The automated method demonstrated high validity (RMSE 0.48 mm, SD 0.35), closely matching the performance of the most accurate observer (RMSE 0.38 mm, SD 0.22), and showed no statistically significant difference when compared to the digital manual methods. A statistically significant difference in accuracy was observed between the observers (F = 4.76, p = 0.017). Colour blending did not improve accuracy, but significantly reduced alignment time for two observers. No significant differences were found between repeats (p &gt; 0.5). Conclusions: The digital manual and automated methods showed comparable validity. While colour blending did not improve accuracy, it may reduce alignment time for some clinicians. Both approaches appear reliable and efficient."],"dc:identifier":["uoadl:5340173","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5340173"],"dc:language":["English"],"dc:subject":["Επιστήμες Υγείας","Health Sciences"],"dc:title":["Validity of manual and automated 2D structural superimposition on the anterior cranial base"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:45Z"}