{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5326358"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5326358","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Από την Παρεκκλίνουσα Συμπεριφορά στην Παραβατικότητα: Απόψεις Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης","abstract":"Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται την παρεκκλίνουσα και παραβατική συμπεριφορά των μαθητών, με έμφαση στη μετάβαση από ήπιες μορφές απόκλισης σε πιο δομημένες και σοβαρές εκδηλώσεις παραβατικότητας. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι αντιλήψεις, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εκπαιδευτικών, καθώς και οι ανάγκες τους σε επίπεδο συνεργασίας και υποστήριξης, ώστε να ενισχυθεί ο προληπτικός και παιδαγωγικός ρόλος του σχολείου. Για τις ανάγκες της έρευνας υιοθετήθηκε ποιοτική προσέγγιση, καθώς επιτρέπει τη σε βάθος κατανόηση των νοημάτων που αποδίδουν οι εκπαιδευτικοί στις συμπεριφορές των μαθητών και στις καθημερινές προκλήσεις διαχείρισής τους. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, οι οποίες απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση. Το δείγμα αποτέλεσαν 22 εκπαιδευτικοί από σχολικές μονάδες διαφορετικών περιοχών της Ελλάδας (Κέρκυρα, Περιστέρι, Χολαργός), επιλεγμένοι με σκοπούμενη δειγματοληψία, ώστε να διαθέτουν άμεση εμπειρία από περιστατικά σχολικής συμπεριφοράς. Η ανάλυση ανέδειξε πέντε βασικές θεματικές κατηγορίες που αποτυπώνουν: (α) τους ορισμούς/αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, (β) τις μορφές και την ένταση των συμπεριφορών, καθώς και τους παράγοντες που θεωρούν ότι τις προκαλούν ή τις ενισχύουν, (γ) τις πρακτικές πρόληψης και διαχείρισης, (δ) τη συνεργασία με οικογένεια και υποστηρικτικούς φορείς και (ε) τις ανάγκες επιμόρφωσης και δομικής στήριξης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρότι αναγνωρίζονται κρίσιμες αρχές πρόληψης (σαφείς κανόνες, ασφαλές κλίμα, συνεργασία σχολείου–οικογένειας, δράσεις κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής), η εφαρμογή τους παραμένει συχνά αποσπασματική, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για συστηματικότερες πολιτικές, βιωματική επιμόρφωση και σταθερές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στο σχολείο.","abstract_html":"Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται την παρεκκλίνουσα και παραβατική συμπεριφορά των μαθητών, με έμφαση στη μετάβαση από ήπιες μορφές απόκλισης σε πιο δομημένες και σοβαρές εκδηλώσεις παραβατικότητας. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι αντιλήψεις, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εκπαιδευτικών, καθώς και οι ανάγκες τους σε επίπεδο συνεργασίας και υποστήριξης, ώστε να ενισχυθεί ο προληπτικός και παιδαγωγικός ρόλος του σχολείου. Για τις ανάγκες της έρευνας υιοθετήθηκε ποιοτική προσέγγιση, καθώς επιτρέπει τη σε βάθος κατανόηση των νοημάτων που αποδίδουν οι εκπαιδευτικοί στις συμπεριφορές των μαθητών και στις καθημερινές προκλήσεις διαχείρισής τους. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, οι οποίες απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση. Το δείγμα αποτέλεσαν 22 εκπαιδευτικοί από σχολικές μονάδες διαφορετικών περιοχών της Ελλάδας (Κέρκυρα, Περιστέρι, Χολαργός), επιλεγμένοι με σκοπούμενη δειγματοληψία, ώστε να διαθέτουν άμεση εμπειρία από περιστατικά σχολικής συμπεριφοράς. Η ανάλυση ανέδειξε πέντε βασικές θεματικές κατηγορίες που αποτυπώνουν: (α) τους ορισμούς/αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, (β) τις μορφές και την ένταση των συμπεριφορών, καθώς και τους παράγοντες που θεωρούν ότι τις προκαλούν ή τις ενισχύουν, (γ) τις πρακτικές πρόληψης και διαχείρισης, (δ) τη συνεργασία με οικογένεια και υποστηρικτικούς φορείς και (ε) τις ανάγκες επιμόρφωσης και δομικής στήριξης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρότι αναγνωρίζονται κρίσιμες αρχές πρόληψης (σαφείς κανόνες, ασφαλές κλίμα, συνεργασία σχολείου–οικογένειας, δράσεις κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής), η εφαρμογή τους παραμένει συχνά αποσπασματική, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για συστηματικότερες πολιτικές, βιωματική επιμόρφωση και σταθερές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στο σχολείο.","abstract_has_math":false,"creators":["ΒΕΣΚΟΥΚΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ","VESKOUKI ANGELIKI"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:42Z","subjects":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5326358"],"render_values":[{"text":"uoadl:5326358","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5326358","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΒΕΣΚΟΥΚΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ","VESKOUKI ANGELIKI"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5326358","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5326358"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται την παρεκκλίνουσα και παραβατική συμπεριφορά των μαθητών, με έμφαση στη μετάβαση από ήπιες μορφές απόκλισης σε πιο δομημένες και σοβαρές εκδηλώσεις παραβατικότητας. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι αντιλήψεις, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εκπαιδευτικών, καθώς και οι ανάγκες τους σε επίπεδο συνεργασίας και υποστήριξης, ώστε να ενισχυθεί ο προληπτικός και παιδαγωγικός ρόλος του σχολείου. Για τις ανάγκες της έρευνας υιοθετήθηκε ποιοτική προσέγγιση, καθώς επιτρέπει τη σε βάθος κατανόηση των νοημάτων που αποδίδουν οι εκπαιδευτικοί στις συμπεριφορές των μαθητών και στις καθημερινές προκλήσεις διαχείρισής τους. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, οι οποίες απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση. Το δείγμα αποτέλεσαν 22 εκπαιδευτικοί από σχολικές μονάδες διαφορετικών περιοχών της Ελλάδας (Κέρκυρα, Περιστέρι, Χολαργός), επιλεγμένοι με σκοπούμενη δειγματοληψία, ώστε να διαθέτουν άμεση εμπειρία από περιστατικά σχολικής συμπεριφοράς. Η ανάλυση ανέδειξε πέντε βασικές θεματικές κατηγορίες που αποτυπώνουν: (α) τους ορισμούς/αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, (β) τις μορφές και την ένταση των συμπεριφορών, καθώς και τους παράγοντες που θεωρούν ότι τις προκαλούν ή τις ενισχύουν, (γ) τις πρακτικές πρόληψης και διαχείρισης, (δ) τη συνεργασία με οικογένεια και υποστηρικτικούς φορείς και (ε) τις ανάγκες επιμόρφωσης και δομικής στήριξης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρότι αναγνωρίζονται κρίσιμες αρχές πρόληψης (σαφείς κανόνες, ασφαλές κλίμα, συνεργασία σχολείου–οικογένειας, δράσεις κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής), η εφαρμογή τους παραμένει συχνά αποσπασματική, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για συστηματικότερες πολιτικές, βιωματική επιμόρφωση και σταθερές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στο σχολείο.","This dissertation investigates how primary education teachers perceive, interpret, and manage students’ deviant and delinquent behaviour, with an emphasis on the transition from milder forms of deviation to more structured and serious manifestations of delinquency. The aim is to highlight teachers’ perceptions, experiences, and practices, as well as their needs in terms of collaboration and support, in order to strengthen the school’s preventive and pedagogical role. A qualitative approach was adopted, as it allows for an in-depth understanding of the meanings teachers attribute to students’ behaviour and to the everyday challenges of managing it. Data were collected through semi-structured interviews, which were transcribed and analysed using thematic analysis. The sample consisted of 22 teachers from school units in different regions of Greece (Corfu, Peristeri, Cholargos), selected through purposive sampling to ensure direct experience with incidents related to school behaviour. The analysis identified five main thematic categories reflecting: (a) teachers’ definitions/perceptions, (b) the forms and severity of behaviours, as well as the factors teachers believe cause or intensify them, (c) prevention and management practices, (d) collaboration with families and support services, and (e) needs for training and structural support. The findings indicate that although key prevention principles are recognised (clear rules, a safe school climate, school–family collaboration, and social-emotional learning initiatives), their implementation often remains fragmented, reinforcing the need for more systematic policies, experiential professional development, and stable structures of psychosocial support within schools."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Από την Παρεκκλίνουσα Συμπεριφορά στην Παραβατικότητα: Απόψεις Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΒΕΣΚΟΥΚΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ","VESKOUKI ANGELIKI"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν και διαχειρίζονται την παρεκκλίνουσα και παραβατική συμπεριφορά των μαθητών, με έμφαση στη μετάβαση από ήπιες μορφές απόκλισης σε πιο δομημένες και σοβαρές εκδηλώσεις παραβατικότητας. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι αντιλήψεις, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εκπαιδευτικών, καθώς και οι ανάγκες τους σε επίπεδο συνεργασίας και υποστήριξης, ώστε να ενισχυθεί ο προληπτικός και παιδαγωγικός ρόλος του σχολείου. Για τις ανάγκες της έρευνας υιοθετήθηκε ποιοτική προσέγγιση, καθώς επιτρέπει τη σε βάθος κατανόηση των νοημάτων που αποδίδουν οι εκπαιδευτικοί στις συμπεριφορές των μαθητών και στις καθημερινές προκλήσεις διαχείρισής τους. Η συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, οι οποίες απομαγνητοφωνήθηκαν και αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση. Το δείγμα αποτέλεσαν 22 εκπαιδευτικοί από σχολικές μονάδες διαφορετικών περιοχών της Ελλάδας (Κέρκυρα, Περιστέρι, Χολαργός), επιλεγμένοι με σκοπούμενη δειγματοληψία, ώστε να διαθέτουν άμεση εμπειρία από περιστατικά σχολικής συμπεριφοράς. Η ανάλυση ανέδειξε πέντε βασικές θεματικές κατηγορίες που αποτυπώνουν: (α) τους ορισμούς/αντιλήψεις των εκπαιδευτικών, (β) τις μορφές και την ένταση των συμπεριφορών, καθώς και τους παράγοντες που θεωρούν ότι τις προκαλούν ή τις ενισχύουν, (γ) τις πρακτικές πρόληψης και διαχείρισης, (δ) τη συνεργασία με οικογένεια και υποστηρικτικούς φορείς και (ε) τις ανάγκες επιμόρφωσης και δομικής στήριξης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι, παρότι αναγνωρίζονται κρίσιμες αρχές πρόληψης (σαφείς κανόνες, ασφαλές κλίμα, συνεργασία σχολείου–οικογένειας, δράσεις κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής), η εφαρμογή τους παραμένει συχνά αποσπασματική, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για συστηματικότερες πολιτικές, βιωματική επιμόρφωση και σταθερές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στο σχολείο.","This dissertation investigates how primary education teachers perceive, interpret, and manage students’ deviant and delinquent behaviour, with an emphasis on the transition from milder forms of deviation to more structured and serious manifestations of delinquency. The aim is to highlight teachers’ perceptions, experiences, and practices, as well as their needs in terms of collaboration and support, in order to strengthen the school’s preventive and pedagogical role. A qualitative approach was adopted, as it allows for an in-depth understanding of the meanings teachers attribute to students’ behaviour and to the everyday challenges of managing it. Data were collected through semi-structured interviews, which were transcribed and analysed using thematic analysis. The sample consisted of 22 teachers from school units in different regions of Greece (Corfu, Peristeri, Cholargos), selected through purposive sampling to ensure direct experience with incidents related to school behaviour. The analysis identified five main thematic categories reflecting: (a) teachers’ definitions/perceptions, (b) the forms and severity of behaviours, as well as the factors teachers believe cause or intensify them, (c) prevention and management practices, (d) collaboration with families and support services, and (e) needs for training and structural support. The findings indicate that although key prevention principles are recognised (clear rules, a safe school climate, school–family collaboration, and social-emotional learning initiatives), their implementation often remains fragmented, reinforcing the need for more systematic policies, experiential professional development, and stable structures of psychosocial support within schools."],"dc:identifier":["uoadl:5326358","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5326358"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Εκπαίδευση – Αθλητισμός","Education - Sport science"],"dc:title":["Από την Παρεκκλίνουσα Συμπεριφορά στην Παραβατικότητα: Απόψεις Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:42Z"}