{"id":{"repo_id":"athens","oai_identifier":"oai:lib.uoa.gr:uoadl:5326285"},"canonical_url":"https://search.dev.ndltd.org/etd/athens/oai:lib.uoa.gr:uoadl:5326285","repository":{"repo_id":"athens","name":"National and Kapodistrian University of Athens","base_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/oaipmh"},"display":{"title":"Ποινικοποίηση ενεργειών πληρώματος","abstract":"Το φαινόμενο της ποινικοποίησης ενεργειών πληρώματος αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ζητήματα που απασχολούν τη ναυτιλιακή κοινότητα · ευρίσκεται δε στο μεταίχμιο μεταξύ ναυτικού και ποινικού δικαίου. Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μία διαρκώς αυξανόμενη τάση ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, η οποία εκδηλώνεται με τη μη χρηστή μεταχείριση των ναυτικών σε περίπτωση εμπλοκής τους σε ναυτικά ατυχήματα. Οι αιτίες του πολυδιάστατου αυτού φαινομένου είναι ποικίλες. Κατ’ αρχάς, η ίδια η φύση του ναυτικού επαγγέλματος συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής των ναυτικών σε καταστάσεις ποινικώς ενδιαφέρουσες · ο εν λόγω, δηλαδή, κίνδυνος αποτελεί εγγενές στοιχείο της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Τούτο, διότι η εκτέλεση ενός ναυτικού πλου συνιστά ένα πολύπλοκο και, συγχρόνως, πολυπρόσωπο φαινόμενο, εντός του οποίου αλληλεπιδρούν πολλαπλά πρόσωπα και φορείς, τα οποία εμπλέκονται, τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα στην εκμετάλλευση, τη διαχείριση, αλλά και τη λειτουργία του πλοίου. Ο ρόλος, ιδίως, του πλοιάρχου ως «κυρίαρχου επί του πλοίου», οδηγεί συχνά στην αυθαίρετη αντίληψη μίας οιονεί αντικειμενικής ευθύνης του για οτιδήποτε συμβεί επί του πλοίου · αντίληψη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, εν αντιθέσει με οιοδήποτε άλλο επάγγελμα, ο διεθνής χαρακτήρας της ναυτικής εργασίας καθιστά την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων, όπως αυτό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιρετικά δυσχερή. Η διαρκής μετάβαση των ναυτικών σε διαφορετικές θαλάσσιες ζώνες, συνεπάγεται την έκθεσή τους σε αλλοδαπές ποινικές νομοθεσίες και, συνακόλουθα, στη διακριτή ποινική μεταχείριση εκάστης εννόμου τάξεως, προκαλώντας αίσθημα ανασφάλειας δικαίου. Η διεθνής πείρα έχει καταδείξει ότι φαινόμενα ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων με περιβαλλοντικές προεκτάσεις, όπως αυτό της θαλάσσιας ρύπανσης, όπου συχνά οι ναυτικοί στοχοποιούνται αδίκως, ενίοτε δε αντιμετωπίζονται και ως τα «εξιλαστήρια θύματα» των δυστυχημάτων για την ικανοποίηση πολιτικών ή κοινωνικών σκοπιμοτήτων, μεταξύ των οποίων και η εκτόνωση της κοινής γνώμης. Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις θαλάσσιας ρύπανσης, περιστατικά αναίτιας ποινικής εμπλοκής των μελών του πληρώματος παρατηρούνται και επί της χρησιμοποίησης του πλοίου, εν αγνοία των προσώπων αυτών, προς μεταφορά ναρκωτικών. Οι ανωτέρω εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα και την εργασιακή «ευημερία» (wellbeing) των ναυτικών, υπονομεύοντας, συγχρόνως, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της ίδιας της ναυτιλιακής δραστηριότητας εν γένει. Η μη χρηστή ποινική μεταχείριση των μελών του πληρώματος τραυματίζει την ψυχική τους υγεία, πλήττει βάναυσα το τεκμήριο αθωότητας και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή, πλήττοντας, σε τελική ανάλυση, την ίδια τη φήμη και τη βιωσιμότητα του ναυτιλιακού κλάδου, αφ’ ης στιγμής η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα αποτρέπουν τους νέους ανθρώπους από την είσοδό τους στην αγορά της ναυτικής εργασίας. Καθίσταται, επομένως, αδήριτη η ανάγκη θέσεως φραγμών στην τάση ποινικοποίησης των ναυτικών. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη της αρχής της δίκαιης μεταχείρισης των ναυτικών ως αναγκαίο αντιστάθμισμα του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησής τους. Η εμβέλεια δε της εν λόγω αξιολογικής αρχής, ήτοι το κανονιστικό της εύρος, καλύπτει ολόκληρο το πλαίσιο της δράσης των μελών του πληρώματος, από τον σχηματισμό του αποδεικτικού υλικού και την ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, μέχρι τη συνολική μεταχείριση του υπόπτου/ενόχου ναυτικού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ναυτικοί συνιστούν «ειδική κατηγορία εργαζομένων» (special category of workers) και χαρακτηρίζονται ως «εργαζόμενοι σε θέση κλειδί» (key workers), η μελέτη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τις εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, αποτυπώνοντας, συγχρόνως, τις επιπτώσεις του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Συγχρόνως, αποσκοπεί στο να καταγράψει τα διαθέσιμα μέσα θεσμικής προστασίας της δράσης των ναυτικών σε διεθνές επίπεδο, καθώς και τα κυριότερα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο του ναυτικού ποινικού δικαίου, ενόψει της εισαγωγής νέων τεχνολογιών αιχμής στη ναυτιλιακή πραγματικότητα και της σταδιακής ενσωμάτωσης των αυτόνομων πλοίων. Αντί επιλόγου, εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, με στόχο την ανάσχεση του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησης και, συνακόλουθα, τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ευημερίας, της αξιοπρεπούς μεταχείρισης και του σεβασμού των ναυτικών που – όπως κάθε άνθρωπος – πρέπει να απολαμβάνουν. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητο ότι οι ναυτικοί αποτελούν το ανθρώπινο κεφάλαιο της ναυτιλίας και η μεταχείρισή τους αντανακλά το κοινωνικό αποτύπωμα του ναυτιλιακού κλάδου συνολικά.","abstract_html":"Το φαινόμενο της ποινικοποίησης ενεργειών πληρώματος αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ζητήματα που απασχολούν τη ναυτιλιακή κοινότητα · ευρίσκεται δε στο μεταίχμιο μεταξύ ναυτικού και ποινικού δικαίου. Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μία διαρκώς αυξανόμενη τάση ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, η οποία εκδηλώνεται με τη μη χρηστή μεταχείριση των ναυτικών σε περίπτωση εμπλοκής τους σε ναυτικά ατυχήματα. Οι αιτίες του πολυδιάστατου αυτού φαινομένου είναι ποικίλες. Κατ’ αρχάς, η ίδια η φύση του ναυτικού επαγγέλματος συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής των ναυτικών σε καταστάσεις ποινικώς ενδιαφέρουσες · ο εν λόγω, δηλαδή, κίνδυνος αποτελεί εγγενές στοιχείο της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Τούτο, διότι η εκτέλεση ενός ναυτικού πλου συνιστά ένα πολύπλοκο και, συγχρόνως, πολυπρόσωπο φαινόμενο, εντός του οποίου αλληλεπιδρούν πολλαπλά πρόσωπα και φορείς, τα οποία εμπλέκονται, τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα στην εκμετάλλευση, τη διαχείριση, αλλά και τη λειτουργία του πλοίου. Ο ρόλος, ιδίως, του πλοιάρχου ως «κυρίαρχου επί του πλοίου», οδηγεί συχνά στην αυθαίρετη αντίληψη μίας οιονεί αντικειμενικής ευθύνης του για οτιδήποτε συμβεί επί του πλοίου · αντίληψη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, εν αντιθέσει με οιοδήποτε άλλο επάγγελμα, ο διεθνής χαρακτήρας της ναυτικής εργασίας καθιστά την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων, όπως αυτό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιρετικά δυσχερή. Η διαρκής μετάβαση των ναυτικών σε διαφορετικές θαλάσσιες ζώνες, συνεπάγεται την έκθεσή τους σε αλλοδαπές ποινικές νομοθεσίες και, συνακόλουθα, στη διακριτή ποινική μεταχείριση εκάστης εννόμου τάξεως, προκαλώντας αίσθημα ανασφάλειας δικαίου. Η διεθνής πείρα έχει καταδείξει ότι φαινόμενα ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων με περιβαλλοντικές προεκτάσεις, όπως αυτό της θαλάσσιας ρύπανσης, όπου συχνά οι ναυτικοί στοχοποιούνται αδίκως, ενίοτε δε αντιμετωπίζονται και ως τα «εξιλαστήρια θύματα» των δυστυχημάτων για την ικανοποίηση πολιτικών ή κοινωνικών σκοπιμοτήτων, μεταξύ των οποίων και η εκτόνωση της κοινής γνώμης. Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις θαλάσσιας ρύπανσης, περιστατικά αναίτιας ποινικής εμπλοκής των μελών του πληρώματος παρατηρούνται και επί της χρησιμοποίησης του πλοίου, εν αγνοία των προσώπων αυτών, προς μεταφορά ναρκωτικών. Οι ανωτέρω εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα και την εργασιακή «ευημερία» (wellbeing) των ναυτικών, υπονομεύοντας, συγχρόνως, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της ίδιας της ναυτιλιακής δραστηριότητας εν γένει. Η μη χρηστή ποινική μεταχείριση των μελών του πληρώματος τραυματίζει την ψυχική τους υγεία, πλήττει βάναυσα το τεκμήριο αθωότητας και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή, πλήττοντας, σε τελική ανάλυση, την ίδια τη φήμη και τη βιωσιμότητα του ναυτιλιακού κλάδου, αφ’ ης στιγμής η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα αποτρέπουν τους νέους ανθρώπους από την είσοδό τους στην αγορά της ναυτικής εργασίας. Καθίσταται, επομένως, αδήριτη η ανάγκη θέσεως φραγμών στην τάση ποινικοποίησης των ναυτικών. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη της αρχής της δίκαιης μεταχείρισης των ναυτικών ως αναγκαίο αντιστάθμισμα του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησής τους. Η εμβέλεια δε της εν λόγω αξιολογικής αρχής, ήτοι το κανονιστικό της εύρος, καλύπτει ολόκληρο το πλαίσιο της δράσης των μελών του πληρώματος, από τον σχηματισμό του αποδεικτικού υλικού και την ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, μέχρι τη συνολική μεταχείριση του υπόπτου/ενόχου ναυτικού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ναυτικοί συνιστούν «ειδική κατηγορία εργαζομένων» (special category of workers) και χαρακτηρίζονται ως «εργαζόμενοι σε θέση κλειδί» (key workers), η μελέτη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τις εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, αποτυπώνοντας, συγχρόνως, τις επιπτώσεις του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Συγχρόνως, αποσκοπεί στο να καταγράψει τα διαθέσιμα μέσα θεσμικής προστασίας της δράσης των ναυτικών σε διεθνές επίπεδο, καθώς και τα κυριότερα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο του ναυτικού ποινικού δικαίου, ενόψει της εισαγωγής νέων τεχνολογιών αιχμής στη ναυτιλιακή πραγματικότητα και της σταδιακής ενσωμάτωσης των αυτόνομων πλοίων. Αντί επιλόγου, εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, με στόχο την ανάσχεση του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησης και, συνακόλουθα, τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ευημερίας, της αξιοπρεπούς μεταχείρισης και του σεβασμού των ναυτικών που – όπως κάθε άνθρωπος – πρέπει να απολαμβάνουν. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητο ότι οι ναυτικοί αποτελούν το ανθρώπινο κεφάλαιο της ναυτιλίας και η μεταχείρισή τους αντανακλά το κοινωνικό αποτύπωμα του ναυτιλιακού κλάδου συνολικά.","abstract_has_math":false,"creators":["ΓΕΩΡΓΟΥΝΤΖΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-ΓΕΩΡΓΙΟΣ","GEORGOUNTZOS ATHANASIOS-GEORGIOS"],"institution":null,"degree_name":null,"degree_level":null,"degree_discipline":null,"degree_department":null,"school":null,"contributors":[],"advisors":[],"committee_chairs":[],"committee_members":[],"year":2026,"date_issued":"2026","date_published":"2026","updated_at":"2026-07-24T01:01:42Z","subjects":["Βιβλία"],"languages":["Ελληνικά","Greek"],"rights":[],"rights_urls":[],"identifier_entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5326285"],"render_values":[{"text":"uoadl:5326285","href":null,"code":true}]}]},"links":{"outbound_url":"https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5326285","outbound_label":"Repository record","outbound_source":"dc:identifier"},"metadata_groups":[{"id":"people","label":"People","entries":[{"key":"dc:creator","label":"Author","values":["ΓΕΩΡΓΟΥΝΤΖΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-ΓΕΩΡΓΙΟΣ","GEORGOUNTZOS ATHANASIOS-GEORGIOS"]}]},{"id":"academic_context","label":"Academic Context","entries":[{"key":"dc:date","label":"Dc Date","values":["2026"]},{"key":"dc:type","label":"Dc Type","values":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]}]},{"id":"subjects_keywords","label":"Subjects and Keywords","entries":[{"key":"dc:subject","label":"Dc Subject","values":["Βιβλία"]}]},{"id":"language_rights","label":"Language and Rights","entries":[{"key":"dc:language","label":"Dc Language","values":["Ελληνικά","Greek"]}]},{"id":"identifiers","label":"Identifiers","entries":[{"key":"dc:identifier","label":"Identifier","values":["uoadl:5326285","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5326285"]}]},{"id":"additional","label":"Additional Metadata","entries":[{"key":"dc:description","label":"Description","values":["Το φαινόμενο της ποινικοποίησης ενεργειών πληρώματος αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ζητήματα που απασχολούν τη ναυτιλιακή κοινότητα · ευρίσκεται δε στο μεταίχμιο μεταξύ ναυτικού και ποινικού δικαίου. Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μία διαρκώς αυξανόμενη τάση ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, η οποία εκδηλώνεται με τη μη χρηστή μεταχείριση των ναυτικών σε περίπτωση εμπλοκής τους σε ναυτικά ατυχήματα. Οι αιτίες του πολυδιάστατου αυτού φαινομένου είναι ποικίλες. Κατ’ αρχάς, η ίδια η φύση του ναυτικού επαγγέλματος συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής των ναυτικών σε καταστάσεις ποινικώς ενδιαφέρουσες · ο εν λόγω, δηλαδή, κίνδυνος αποτελεί εγγενές στοιχείο της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Τούτο, διότι η εκτέλεση ενός ναυτικού πλου συνιστά ένα πολύπλοκο και, συγχρόνως, πολυπρόσωπο φαινόμενο, εντός του οποίου αλληλεπιδρούν πολλαπλά πρόσωπα και φορείς, τα οποία εμπλέκονται, τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα στην εκμετάλλευση, τη διαχείριση, αλλά και τη λειτουργία του πλοίου. Ο ρόλος, ιδίως, του πλοιάρχου ως «κυρίαρχου επί του πλοίου», οδηγεί συχνά στην αυθαίρετη αντίληψη μίας οιονεί αντικειμενικής ευθύνης του για οτιδήποτε συμβεί επί του πλοίου · αντίληψη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, εν αντιθέσει με οιοδήποτε άλλο επάγγελμα, ο διεθνής χαρακτήρας της ναυτικής εργασίας καθιστά την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων, όπως αυτό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιρετικά δυσχερή. Η διαρκής μετάβαση των ναυτικών σε διαφορετικές θαλάσσιες ζώνες, συνεπάγεται την έκθεσή τους σε αλλοδαπές ποινικές νομοθεσίες και, συνακόλουθα, στη διακριτή ποινική μεταχείριση εκάστης εννόμου τάξεως, προκαλώντας αίσθημα ανασφάλειας δικαίου. Η διεθνής πείρα έχει καταδείξει ότι φαινόμενα ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων με περιβαλλοντικές προεκτάσεις, όπως αυτό της θαλάσσιας ρύπανσης, όπου συχνά οι ναυτικοί στοχοποιούνται αδίκως, ενίοτε δε αντιμετωπίζονται και ως τα «εξιλαστήρια θύματα» των δυστυχημάτων για την ικανοποίηση πολιτικών ή κοινωνικών σκοπιμοτήτων, μεταξύ των οποίων και η εκτόνωση της κοινής γνώμης. Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις θαλάσσιας ρύπανσης, περιστατικά αναίτιας ποινικής εμπλοκής των μελών του πληρώματος παρατηρούνται και επί της χρησιμοποίησης του πλοίου, εν αγνοία των προσώπων αυτών, προς μεταφορά ναρκωτικών. Οι ανωτέρω εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα και την εργασιακή «ευημερία» (wellbeing) των ναυτικών, υπονομεύοντας, συγχρόνως, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της ίδιας της ναυτιλιακής δραστηριότητας εν γένει. Η μη χρηστή ποινική μεταχείριση των μελών του πληρώματος τραυματίζει την ψυχική τους υγεία, πλήττει βάναυσα το τεκμήριο αθωότητας και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή, πλήττοντας, σε τελική ανάλυση, την ίδια τη φήμη και τη βιωσιμότητα του ναυτιλιακού κλάδου, αφ’ ης στιγμής η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα αποτρέπουν τους νέους ανθρώπους από την είσοδό τους στην αγορά της ναυτικής εργασίας. Καθίσταται, επομένως, αδήριτη η ανάγκη θέσεως φραγμών στην τάση ποινικοποίησης των ναυτικών. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη της αρχής της δίκαιης μεταχείρισης των ναυτικών ως αναγκαίο αντιστάθμισμα του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησής τους. Η εμβέλεια δε της εν λόγω αξιολογικής αρχής, ήτοι το κανονιστικό της εύρος, καλύπτει ολόκληρο το πλαίσιο της δράσης των μελών του πληρώματος, από τον σχηματισμό του αποδεικτικού υλικού και την ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, μέχρι τη συνολική μεταχείριση του υπόπτου/ενόχου ναυτικού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ναυτικοί συνιστούν «ειδική κατηγορία εργαζομένων» (special category of workers) και χαρακτηρίζονται ως «εργαζόμενοι σε θέση κλειδί» (key workers), η μελέτη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τις εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, αποτυπώνοντας, συγχρόνως, τις επιπτώσεις του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Συγχρόνως, αποσκοπεί στο να καταγράψει τα διαθέσιμα μέσα θεσμικής προστασίας της δράσης των ναυτικών σε διεθνές επίπεδο, καθώς και τα κυριότερα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο του ναυτικού ποινικού δικαίου, ενόψει της εισαγωγής νέων τεχνολογιών αιχμής στη ναυτιλιακή πραγματικότητα και της σταδιακής ενσωμάτωσης των αυτόνομων πλοίων. Αντί επιλόγου, εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, με στόχο την ανάσχεση του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησης και, συνακόλουθα, τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ευημερίας, της αξιοπρεπούς μεταχείρισης και του σεβασμού των ναυτικών που – όπως κάθε άνθρωπος – πρέπει να απολαμβάνουν. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητο ότι οι ναυτικοί αποτελούν το ανθρώπινο κεφάλαιο της ναυτιλίας και η μεταχείρισή τους αντανακλά το κοινωνικό αποτύπωμα του ναυτιλιακού κλάδου συνολικά.","The phenomenon of the criminalization of seafarers constitutes one of the most topical and controversial issues currently confronting the maritime community, lying at the intersection of maritime and criminal law. At the international level, a steadily increasing trend towards the criminalization of maritime labour can be observed, manifested in the unfair treatment of seafarers when they become involved in maritime accidents. The causes of this multifaceted phenomenon are numerous. First and foremost, the very nature of the seafaring profession entails an increased risk of seafarers becoming involved in situations of criminal relevance; such risk constitutes an inherent element of maritime activity. This is due to the fact that the conduct of a maritime voyage represents a complex and, at the same time, multi-actor process, within which multiple persons and entities interact, being involved - either directly or indirectly - in the exploitation, management, and operation of the vessel. In particular, the role of the master as the “supreme authority on board the ship” often leads to the arbitrary perception of a quasi-objective liability for anything that occurs on board - an approach that stands in direct contradiction to the fundamental principles of criminal law. Moreover, unlike any other profession, the international character of maritime labour renders the uniform and effective application of fundamental procedural and substantive safeguards - such as the right to a fair trial and the presumption of innocence - particularly difficult. The constant movement of seafarers across different maritime zones exposes them to foreign criminal jurisdictions and, consequently, to the distinct criminal treatment afforded by each legal order, thereby generating a sense of legal uncertainty. International experience has demonstrated that phenomena of criminalization of maritime labour occur with increasing frequency in cases of maritime accidents with environmental implications, such as marine pollution incidents, where seafarers are often unjustly targeted and, in some cases, treated as “scapegoats” for maritime disasters in order to satisfy political or social objectives, including the appeasement of public opinion. Beyond pollution-related incidents, cases of unjustified criminal involvement of crew members have also been observed in situations where vessels are used, without their knowledge, for the transportation of narcotic substances. The aforementioned manifestations of criminalization have a direct impact on the rights and occupational wellbeing of seafarers, while simultaneously undermining the credibility and sustainability of maritime activity as a whole. The unfair criminal treatment of crew members adversely affects their mental health, severely undermines the presumption of innocence, and has serious consequences for their professional and social lives, ultimately damaging the reputation and sustainability of the maritime sector itself, insofar as insecurity and uncertainty deter young people from entering the maritime labour market. It therefore becomes imperative to impose limits on the growing tendency towards the criminalization of seafarers. The purpose of the present study is to highlight the principle of fair treatment of seafarers as a necessary counterbalance to the phenomenon of their unjust criminalization. The scope of this evaluative principle - namely, its normative reach - extends across the entire spectrum of crew members’ conduct, from the formation of evidentiary material and the interpretation and application of criminal provisions, to the overall treatment of the suspected or convicted seafarer. Taking into account that seafarers constitute a “special category of workers” and are characterized as “key workers,” the study seeks to outline the manifestations of the criminalization of maritime labour, while simultaneously illustrating its effects at both the individual and collective levels. At the same time, it aims to record the available mechanisms of institutional protection of seafarers’ actions at the international level, as well as the principal legal issues arising in the field of maritime criminal law, in light of the introduction of cutting-edge technologies into maritime practice and the gradual integration of autonomous vessels. By way of conclusion, certain useful findings are drawn with a view to curbing the phenomenon of unjust criminalization and, consequently, safeguarding the fundamental rights, wellbeing, dignified treatment, and respect that seafarers - like all human beings - are entitled to enjoy. It is, moreover, indisputable that seafarers constitute the human capital of shipping, and that their treatment reflects the overall social footprint of the maritime sector."]},{"key":"dc:title","label":"Title","values":["Ποινικοποίηση ενεργειών πληρώματος"]}]}],"canonical_facts":{"dc:creator":["ΓΕΩΡΓΟΥΝΤΖΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-ΓΕΩΡΓΙΟΣ","GEORGOUNTZOS ATHANASIOS-GEORGIOS"],"dc:date":["2026"],"dc:description":["Το φαινόμενο της ποινικοποίησης ενεργειών πληρώματος αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ζητήματα που απασχολούν τη ναυτιλιακή κοινότητα · ευρίσκεται δε στο μεταίχμιο μεταξύ ναυτικού και ποινικού δικαίου. Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μία διαρκώς αυξανόμενη τάση ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, η οποία εκδηλώνεται με τη μη χρηστή μεταχείριση των ναυτικών σε περίπτωση εμπλοκής τους σε ναυτικά ατυχήματα. Οι αιτίες του πολυδιάστατου αυτού φαινομένου είναι ποικίλες. Κατ’ αρχάς, η ίδια η φύση του ναυτικού επαγγέλματος συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής των ναυτικών σε καταστάσεις ποινικώς ενδιαφέρουσες · ο εν λόγω, δηλαδή, κίνδυνος αποτελεί εγγενές στοιχείο της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Τούτο, διότι η εκτέλεση ενός ναυτικού πλου συνιστά ένα πολύπλοκο και, συγχρόνως, πολυπρόσωπο φαινόμενο, εντός του οποίου αλληλεπιδρούν πολλαπλά πρόσωπα και φορείς, τα οποία εμπλέκονται, τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα στην εκμετάλλευση, τη διαχείριση, αλλά και τη λειτουργία του πλοίου. Ο ρόλος, ιδίως, του πλοιάρχου ως «κυρίαρχου επί του πλοίου», οδηγεί συχνά στην αυθαίρετη αντίληψη μίας οιονεί αντικειμενικής ευθύνης του για οτιδήποτε συμβεί επί του πλοίου · αντίληψη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, εν αντιθέσει με οιοδήποτε άλλο επάγγελμα, ο διεθνής χαρακτήρας της ναυτικής εργασίας καθιστά την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων, όπως αυτό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας, εξαιρετικά δυσχερή. Η διαρκής μετάβαση των ναυτικών σε διαφορετικές θαλάσσιες ζώνες, συνεπάγεται την έκθεσή τους σε αλλοδαπές ποινικές νομοθεσίες και, συνακόλουθα, στη διακριτή ποινική μεταχείριση εκάστης εννόμου τάξεως, προκαλώντας αίσθημα ανασφάλειας δικαίου. Η διεθνής πείρα έχει καταδείξει ότι φαινόμενα ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα σε περιπτώσεις ναυτικών ατυχημάτων με περιβαλλοντικές προεκτάσεις, όπως αυτό της θαλάσσιας ρύπανσης, όπου συχνά οι ναυτικοί στοχοποιούνται αδίκως, ενίοτε δε αντιμετωπίζονται και ως τα «εξιλαστήρια θύματα» των δυστυχημάτων για την ικανοποίηση πολιτικών ή κοινωνικών σκοπιμοτήτων, μεταξύ των οποίων και η εκτόνωση της κοινής γνώμης. Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις θαλάσσιας ρύπανσης, περιστατικά αναίτιας ποινικής εμπλοκής των μελών του πληρώματος παρατηρούνται και επί της χρησιμοποίησης του πλοίου, εν αγνοία των προσώπων αυτών, προς μεταφορά ναρκωτικών. Οι ανωτέρω εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα και την εργασιακή «ευημερία» (wellbeing) των ναυτικών, υπονομεύοντας, συγχρόνως, την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της ίδιας της ναυτιλιακής δραστηριότητας εν γένει. Η μη χρηστή ποινική μεταχείριση των μελών του πληρώματος τραυματίζει την ψυχική τους υγεία, πλήττει βάναυσα το τεκμήριο αθωότητας και έχει σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή, πλήττοντας, σε τελική ανάλυση, την ίδια τη φήμη και τη βιωσιμότητα του ναυτιλιακού κλάδου, αφ’ ης στιγμής η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα αποτρέπουν τους νέους ανθρώπους από την είσοδό τους στην αγορά της ναυτικής εργασίας. Καθίσταται, επομένως, αδήριτη η ανάγκη θέσεως φραγμών στην τάση ποινικοποίησης των ναυτικών. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη της αρχής της δίκαιης μεταχείρισης των ναυτικών ως αναγκαίο αντιστάθμισμα του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησής τους. Η εμβέλεια δε της εν λόγω αξιολογικής αρχής, ήτοι το κανονιστικό της εύρος, καλύπτει ολόκληρο το πλαίσιο της δράσης των μελών του πληρώματος, από τον σχηματισμό του αποδεικτικού υλικού και την ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, μέχρι τη συνολική μεταχείριση του υπόπτου/ενόχου ναυτικού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ναυτικοί συνιστούν «ειδική κατηγορία εργαζομένων» (special category of workers) και χαρακτηρίζονται ως «εργαζόμενοι σε θέση κλειδί» (key workers), η μελέτη επιχειρεί να σκιαγραφήσει τις εκφάνσεις του φαινομένου της ποινικοποίησης της ναυτικής εργασίας, αποτυπώνοντας, συγχρόνως, τις επιπτώσεις του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Συγχρόνως, αποσκοπεί στο να καταγράψει τα διαθέσιμα μέσα θεσμικής προστασίας της δράσης των ναυτικών σε διεθνές επίπεδο, καθώς και τα κυριότερα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο του ναυτικού ποινικού δικαίου, ενόψει της εισαγωγής νέων τεχνολογιών αιχμής στη ναυτιλιακή πραγματικότητα και της σταδιακής ενσωμάτωσης των αυτόνομων πλοίων. Αντί επιλόγου, εξάγονται ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα, με στόχο την ανάσχεση του φαινομένου της άδικης ποινικοποίησης και, συνακόλουθα, τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ευημερίας, της αξιοπρεπούς μεταχείρισης και του σεβασμού των ναυτικών που – όπως κάθε άνθρωπος – πρέπει να απολαμβάνουν. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητο ότι οι ναυτικοί αποτελούν το ανθρώπινο κεφάλαιο της ναυτιλίας και η μεταχείρισή τους αντανακλά το κοινωνικό αποτύπωμα του ναυτιλιακού κλάδου συνολικά.","The phenomenon of the criminalization of seafarers constitutes one of the most topical and controversial issues currently confronting the maritime community, lying at the intersection of maritime and criminal law. At the international level, a steadily increasing trend towards the criminalization of maritime labour can be observed, manifested in the unfair treatment of seafarers when they become involved in maritime accidents. The causes of this multifaceted phenomenon are numerous. First and foremost, the very nature of the seafaring profession entails an increased risk of seafarers becoming involved in situations of criminal relevance; such risk constitutes an inherent element of maritime activity. This is due to the fact that the conduct of a maritime voyage represents a complex and, at the same time, multi-actor process, within which multiple persons and entities interact, being involved - either directly or indirectly - in the exploitation, management, and operation of the vessel. In particular, the role of the master as the “supreme authority on board the ship” often leads to the arbitrary perception of a quasi-objective liability for anything that occurs on board - an approach that stands in direct contradiction to the fundamental principles of criminal law. Moreover, unlike any other profession, the international character of maritime labour renders the uniform and effective application of fundamental procedural and substantive safeguards - such as the right to a fair trial and the presumption of innocence - particularly difficult. The constant movement of seafarers across different maritime zones exposes them to foreign criminal jurisdictions and, consequently, to the distinct criminal treatment afforded by each legal order, thereby generating a sense of legal uncertainty. International experience has demonstrated that phenomena of criminalization of maritime labour occur with increasing frequency in cases of maritime accidents with environmental implications, such as marine pollution incidents, where seafarers are often unjustly targeted and, in some cases, treated as “scapegoats” for maritime disasters in order to satisfy political or social objectives, including the appeasement of public opinion. Beyond pollution-related incidents, cases of unjustified criminal involvement of crew members have also been observed in situations where vessels are used, without their knowledge, for the transportation of narcotic substances. The aforementioned manifestations of criminalization have a direct impact on the rights and occupational wellbeing of seafarers, while simultaneously undermining the credibility and sustainability of maritime activity as a whole. The unfair criminal treatment of crew members adversely affects their mental health, severely undermines the presumption of innocence, and has serious consequences for their professional and social lives, ultimately damaging the reputation and sustainability of the maritime sector itself, insofar as insecurity and uncertainty deter young people from entering the maritime labour market. It therefore becomes imperative to impose limits on the growing tendency towards the criminalization of seafarers. The purpose of the present study is to highlight the principle of fair treatment of seafarers as a necessary counterbalance to the phenomenon of their unjust criminalization. The scope of this evaluative principle - namely, its normative reach - extends across the entire spectrum of crew members’ conduct, from the formation of evidentiary material and the interpretation and application of criminal provisions, to the overall treatment of the suspected or convicted seafarer. Taking into account that seafarers constitute a “special category of workers” and are characterized as “key workers,” the study seeks to outline the manifestations of the criminalization of maritime labour, while simultaneously illustrating its effects at both the individual and collective levels. At the same time, it aims to record the available mechanisms of institutional protection of seafarers’ actions at the international level, as well as the principal legal issues arising in the field of maritime criminal law, in light of the introduction of cutting-edge technologies into maritime practice and the gradual integration of autonomous vessels. By way of conclusion, certain useful findings are drawn with a view to curbing the phenomenon of unjust criminalization and, consequently, safeguarding the fundamental rights, wellbeing, dignified treatment, and respect that seafarers - like all human beings - are entitled to enjoy. It is, moreover, indisputable that seafarers constitute the human capital of shipping, and that their treatment reflects the overall social footprint of the maritime sector."],"dc:identifier":["uoadl:5326285","https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5326285"],"dc:language":["Ελληνικά","Greek"],"dc:subject":["Βιβλία"],"dc:title":["Ποινικοποίηση ενεργειών πληρώματος"],"dc:type":["born_digital_postgraduate_thesis","Διπλωματική Εργασία","Postgraduate Thesis"]},"updated_at":"2026-07-24T01:01:42Z"}